Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Οικογένειες Σκαραμαγκά και Σκαναβή

Ο Γιάννης (1815-1901), γιος του Εμμανου­ήλ Σκαραμαγκά, ήταν επτά χρονών στην καταστροφή της Χίου το 1822, όταν τον κράτησε Τούρκος αγάς ζητώ­ντας λίτρα από τον πατέρα του για να τον απελευθερώσει.  Αμέσως μετά βρέθηκε στη Σύρο, όπως χιλιάδες συμπατριώτες του πρόσφυγες.
 Η περιπλάνηση του μι­κρού συνεχίστηκε στην Αγγλία και ολο­κληρώθηκε στο Ταϊγάνιο, όπου εγκα­ταστάθηκε για να αντιπροσωπεύσει τον οικογενειακό εμπορικό οίκο, που είχε ήδη υποκαταστήματα στην Αγγλία (ο αδελφός του Γεώργιος) και την Ερμούπολη (ο πατέρας Εμμανουήλ). Ο Γιάν­νης θα μεταφερθεί στο Ροστόφ, όταν θα διαπιστώσει ότι σε μεγάλο βαθμό το Ταϊγάνιο οπισθοχωρούσε από άπο­ψη οικονομικής δραστηριότητας έναντι του γειτονικού Ροστόφ. Ο λόγος ήταν η διάνοιξη της σιδηροδρομικής γραμμής που κατέληγε στο Ροστόφ και συνεπώς διευκόλυνε τις μεταφορές εμπορευμά­των από την ενδοχώρα.
Γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα το εμπορικό κατάστημα του Γιάννη Σκαραμαγκά που είχε έδρα το Ροστόφ, μαζί με εκείνο του Βαλλιάνου στο Ταϊγάνιο, κυριαρχούσαν στο εμπόριο της Αζοφικής Θάλασσας. Ο Σκαραμαγκάς αγορά­ζει ένα τεράστιο οικόπεδο στο Ροστόφ που η άκρη του ακουμπάει στις όχθες του ποταμού Δον, όπου κτίζει ένα ωραιότατο σπίτι το 1858. Είναι δεδομένο ότι η προ­βολή του κοινωνικού και οικονομικού κύρους στην τοπική κοινωνία προϋποθέ­τει πολυτελή κατοικία και αυτό φαίνεται να το γνωρίζει ο Γιάννης Σκαραμαγκάς. 
Το σπίτι του Ιωάννη Σκαραμαγκά της οδού  Στανισλάφσκι στο Ροστόφ
Διώροφη οικοδομή με πλούσιο εσωτε­ρικό διάκοσμο και άνετους χώρους για κοινωνικές συναθροίσεις. Ο μεγάλος κήπος του σπιτιού με τα περίπτερα ήταν κατάλληλος για ξεκούραση αλλά και για τις εκδηλώσεις διασκέδασης της οι­κογένειας (χορούς, συνεστιάσεις). Στην άκρη του κήπου προς τον Δον υπήρχαν εγκαταστάσεις για την εξυπηρέτηση λουσμένων (κολυμβητήριο και καμπί­νες). Παράλληλα δίπλα σε αυτούς τους χώρους με τις ανέσεις, ικανά δείγματα του υψηλού επιπέδου ζωής της οικογέ­νειας, υπήρχαν σιταποθήκες, απαραίτη­τες για την εναποθήκευση σιτηρών, προς την πλευρά του Δον. Μέσω του ποταμού με την χρησιμοποίηση των φορτηγίδων γινόταν εύκολη η εκφόρτωση των σιτηρών στις αποθήκες. Με δύο λόγια ένα τεράστιο σπίτι που συνδύαζε τις ανέσεις για μία ευχάριστη οικογενειακή και κοινωνική ζωή με τον χώρο της εργασίας, υποδεικνύοντας κατά κάποιο τρόπο την εξάρτηση της οικογενειακής ευμάρειας από το εμπόριο του σιταριού.
Ο Γιάννης κάνει καλό γάμο, πράγμα όχι ασυνήθιστο στους γόνους των εύπορων οικογενειών της Διασποράς. Παντρεύεται την Καλλιόπη Πετροκόκκινου-Ράλλη (1818-1914), κόρη μεγαλεμπορικής χιώτικης οικογένειας του εξωτερικού. Από τα επτά παιδιά τους επέζησαν τέσσερα, κατά σειρά η Δέσποινα, η Αλεξανδρίνα, ο Γεώργιος και η Αμαλία. Μεγάλωσαν μέσα στο αστικό περιβάλλον του πατρικού σπιτιού. Βεβαίως, δεν έλειπαν τα ταξίδια στην Ευρώπη, είτε για να δουν συγγενείς στην Αγγλία, είτε για να γνωρίσουν πόλεις και αξιοθέατα στη Βρετανία και τη Γαλλία. Όσο έμεναν τα παιδιά στο Ροστόφ, δασκάλες για τη γλώσσα, για τη μουσική, για τον χορό, περνούσαν καθημερινά πολλές ώρες στο σπίτι του Γιάννη Σκαραμαγκά.
Οι επιμεικτικές σχέσεις δεν έλειψαν ούτε στην περίπτωση της οικογένειας Σκαραμαγκά. Για παράδειγμα, η Δέσποινα παντρεύεται τον Στέφανο Φραγκιάδη, κουνιάδο του Γεωργίου Σκαραμαγκά, αδελφού του πατέρα της. Ο γάμος, όπως και σε άλλες ανάλογες περιπτώσεις, κανονίστηκε από τους γονείς του νεαρού ζευγαριού, μάλιστα ο Στέφανος ταξίδεψε στο Ροστόφ, για να γνωρίσει τη μέλλουσα νύφη, την οποία παντρεύτηκε το 1875. Η δευτερότοκη Αλεξανδρίνα παντρεύτηκε από έρωτα τον Αλέξανδρο Σκαναβή, γόνο χιώτικης οικογένειας που είχε εγκατασταθεί στο Ροστόφ προερχόμενη από την Οδησσό. Ο Αλέξανδρος είχε εργαστεί μαζί με τ’ αδέλφια του στις επιχειρήσεις του Σκαραμαγκά, προφανώς είχε επιδείξει καλές υπηρεσίες στα συμφέροντα του εργοδότη του, γεγονός που επηρέασε ευνοϊκά τη συγκατάθεση του Γιάννη Σκαραμαγκά στον γάμο του Σκαναβή με την Αλεξανδρίνα. Ο Σκαναβής επιδόθηκε στο εμπόριο της Αζοφικής Θάλασσας, καταρχάς μετακόμισε στο Γέισκ και αργότερα στο Ταϊγάνιο. Το 1876 το ζευγάρι μαζί με τα παιδιά τους εγκαταστάθηκαν οριστικά στο Ροστόφ, στο πατρικό σπίτι του Γιάννη Σκαραμαγκά.
Ο Γεώργιος Σκαραμαγκάς (1860-1930) ήταν επόμενο να αναλάβει την ευθύνη των οικογενειακών επιχειρήσεων ως μοναδικό αγόρι της οικογένειας. Προηγήθηκαν οι σπουδές του στη Γαλλία κατά το παράδειγμα πολλών οικογενειών της ελληνικής διασποράς στη Ρωσία. Στο Ροστόφ όταν επέστρεψε ο Γεώργιος, οι επιχειρήσεις των Σκαραμαγκάδων αναζωογονήθηκαν. Παντρεύτηκε την Εβραία από τη Λετονία Νάντια Βολκενστάιν, διπλό κακό για τα οικογενειακά ήθη. Πρώτο η θρησκευτική τοποθέτηση της νύφης και δεύτερο η Βολκεντάιν δεν ήταν χιώτικης καταγωγής, ούτε καν ελληνικής.
Ο γάμος του Γεωργίου παρέμεινε το μόνο, αλλά όχι ήσσονος σημασίας μελανό σημείο στην εκτίμηση των υπολοίπων συγγενών προς το πρόσωπό του. Ο ίδιος είχε παθολογική αγάπη προς τα λουλούδια και τα φυτά, έτσι στόλισε τον τεράστιο κήπο στο πατρικό σπίτι με λογής, λογής λουλούδια απ’ όλο τον κόσμο, που αναπτύσσονταν μέσα σε ειδικό θερμοκήπιο, σπουδαία καινοτομία για τα δεδομένα της ρωσικής αγροτοοικονομίας σ’ αυτή τη φάση.
Με την επικράτηση των Μπολσεβίκων όπως ήταν φυσικό οι Σκαραμαγκάδες απώλεσαν σημαντικά περιουσιακά στοιχεία. 
Το περίφημο σπίτι επιτάχθηκε από τα αντίπαλα στρατόπεδα κατά σειρά, τους Λευκοφρουρούς και τους Κόκκινους. Το 1922, πάντως, η τοπική επιτροπή των Σοβιέτ προσέλαβε τον Γεώργιο ως ειδικό σύμβουλο στην εξαγωγή των σιτηρών στο πλαίσιο της Νέας Οικονομικής Πολιτικής που εμπνεύστηκε ο Λένιν ως εφαρμογή της σοσιαλιστικής πολιτικής στον αγροτικό τομέα. Τέλος η Αμαλία, τέταρτο στη σειρά παιδί του Γιάννη Σκαραμαγκά, έμεινε ανύπαντρη κατά ένα περίεργο έθιμο των χιακών οικογενειών, που όριζε το τελευταίο παιδί να μένει ανύπανδρο για να γηροκομεί τους γονείς και τα μεγαλύτερα αδέλφια.
Το Καλλιτεχνικό Μουσείο ( Πινακοθήκη) του Ταϊγανίου, στην οδό Σβερντλόφ.
Κάποτε κτηματική γη του Ιωάννη Σκαραμαγκά. Η οικία, όμως, οικοδομήθηκε από τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο
Οι σπουδές, οι ξένες γλώσσες και προπάντων η μουσική παιδεία ήταν κοινό γνώρισμα στις οικογένειες των παιδιών του Γιάννη Σκαραμαγκά. Οι συναυλίες από μέλη της οικογένειας έδιναν και έπαιρναν στα μεγάλα σαλόνια του σπιτιού στο Ροστόφ, πράγμα που διευκολυνόταν, άλλωστε, από το ότι τα αδέλφια έπαιζαν διαφορετικά και ποικίλα μουσικά όργανα. Αλλά και θεατρικές παραστάσεις έδιναν στον χώρο του σπιτιού. Όλα αυτά είναι δείγματα ενός ανώτερου επιπέδου ζωής των οικογενειών Σκαραμαγκά και Σκαναβή, όσο επίσης και αδιάψευστοι μάρτυρες βαθιάς μόρφωσης και κουλτούρας, σαφώς επηρεασμένων από τη γαλλική παιδεία που τα παιδιά είχαν πάρει σε νεαρή ηλικία.
Τα περισσότερα μέλη της οικογένειας του Αλεξάνδρου Σκαναβή και της Αλεξανδρίνας Σκαραμαγκά συνέχισαν να ζουν στα μέρη της Ρωσίας και μετά την Επανάσταση του 1917· Ο Νικόλαος (Κόλιας) Σκαναβής έζησε μέχρι το 1964 στα περίχωρα της Μόσχας, αφού είχε προλάβει να γνωρίσει επί δεκαετία τη δοκιμασία της σταλινικής εξορίας στη Σιβηρία. Η Βέρα Σκαναβή ήταν η μητέρα του διάσημου Έλληνα αρχιτέκτονα Γιώργου Κανδύλη.
Ο Ιωάννης (Βάνιας) Σκαναβής, το πιο ανήσυχο πνεύμα της οικογένειας, δέθηκε σε ορισμένο βαθμό με την επαναστατική εξουσία και δίδαξε στο Πολυτεχνείο της Μόσχας, όπου πέθανε το 1956. Ο Κώστας (Κόστια) Σκαναβής με σπουδές στα νομικά, εξορίστηκε και αυτός στη Σιβηρία κατά τη σταλινική περίοδο. 
Στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο εκτελέστηκε μαζί με την Εβραία γυναίκα του από τους Γερμανούς εισβολείς. Ορισμένα από τα παιδιά της οικογένειας έκαναν γάμους με Ρώσους και Ρωσίδες. Αυτά εντάχθηκαν ομαλά στον κοινωνικό ιστό της προεπαναστατικής Ρωσίας και στη συνέχεια της σοβιετικής εξουσίας.

Βασίλης Καρδάσης