Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΖΩΗΣ , ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ (ΜΕΡΟΣ 4ο )

Μ Φ Υ Λ I Ο  Σ
Ελεύθερη λοιπόν η Ελλάδα από τη γερμανική κατοχή, όχι όμως και από τα πάθη τα πολιτικά που εκείνη την εποχή ήταν εξημμένα παντού σε παγκόσμια κλίμακα. Αιτία ήταν ο κομμουνισμός και η μεγάλη εξάπλωση του, αποτέλεσμα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, της θαυμαστής επιτυχίας της Σοβιετικής Ένωσης και της Συμφωνίας της Γιάλτας που παρέδιδε όλες τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης στην επιρροή της τελευταίας.
 Αυτή η επιρροή κατέληξε τελικά σε ένα είδος κατοχής και επεβλήθη τελικά το κομουνιστικό καθεστώς. Οι δυτικές δυνάμεις διαμαρτυρήθηκαν για τις αντιδημοκρατικές διαδικασίες στις εκλογές, δεν εισακούστηκαν,  έτσι το νέο επαναστατικό ρεύμα γιγαντώνεται παγκόσμια. Μια νέα μεγάλη σύγκρουση ξεκινάει, ένα «σιδηρούν παραπέτασμα» χωρίζει τον κόσμο με τις δυο διαφορετικές πολιτικές ιδεολογίες, όχι μόνο τις χώρες αλλά και τους λαούς, τις περιοχές, τους φίλους, τους συγγενείς και τις οικογένειες ακόμα. 
Ιδεολογική η νέα παγκόσμια αντιπαράθεση που έχει όμως επιπτώσεις στον τρόπο ζωής των ανθρώπων. Αντιπαραθέσεις όχι μόνο κρατών και λαών αλλά και ατόμων μέσα στην ίδια ομάδα, πόλη, χωριό, οικογένεια. Πάθη πολιτικά ταράζουν την κοινωνία, και αντιπαραθέσεις, πολλές φορές βίαιες, σηματοδοτούν το δεύτερο ιδίως μισό του εικοστού αιώνα.
Τα πάθη αυτά είναι ακόμη μεγαλύτερα στις θερμές γεωγραφικά ζώνες, στις μεσογειακές, όπου οι λαοί είναι πιο θερμόαιμοι, πιο συναισθηματικοί. Και οι συγκρούσεις εδώ είναι πιο βίαιες και πολλές φορές παράλογα σκληρές. Σε αυτές τις ζώνες ανήκει και η πατρίδα μας.  Και όλα αυτά επιβεβαιώθηκαν δυστυχώς με τον πιο σκληρό τρόπο.
Συμφωνία των ποσοστών- Συμφωνία της Γιάλτας

Αυτό το πάθος επικρατεί λοιπόν και στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση. Τα γεγονότα είναι γνωστά. Με τη Συμφωνία της Γιάλτας, η χώρα περνάει στην επιρροή της δύσης, η Σοβιετική Ένωση το αποδέχεται, το Ε.Α.Μ. όμως δεν το γνωρίζει, θέλει να κάνει τη δική του επανάσταση για την εγκαθίδρυση του κομουνισμού. Και όπως ο ΕΛ.Α.Σ. έμεινε η μόνη οργανωμένη στρατιωτική δύναμη, επιχειρεί να επιβάλει τη θέλησή του. Άλλα πράγματα όμως αποφασίζονται από το διεθνές διευθυντήριο, η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη, είναι εθνική, είναι βίαιη, είναι αδελφοκτόνος. Είναι ο εμφύλιος πόλεμος που ταλαιπώρησε το έθνος επί μια δεκαετία, άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη του στη ζωή μιας ολόκληρης γενιάς και τις αρνητικές συνέπειες σε περισσότερες.
Ήταν η εποχή λοιπόν της Εαμοκρατίας, της κυριαρχίας δηλαδή του Ε.Α.Μ.-ΕΛ.Α.Σ. πού ήταν αντιμέτωπο με μικρή αλλά συνεχώς ενισχυόμενη παρουσία των Άγγλων στην Ελλάδα που ήθελαν να εξασφαλίσουν την συνέχιση του καθεστώτος της δυτικού τύπου Δημοκρατίας. Η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη, έγινε στην Αθήνα, στα  περίφημα Δεκεμβριανά που έληξαν με την ήττα του ΕΛ.Α.Σ. και την υπογραφή τον Ιανουάριο του 1945 της Συμφωνίας της Βάρκιζας για την κατάπαυση του πυρός.
Ενώ αυτά συνέβαιναν στην Αθήνα, στην υπόλοιπη Ελλάδα σε όλο αυτό το μεσοδιάστημα γινόταν μεγάλη προσπάθεια για τη σταδιακή αλλαγή της κοινωνίας και την επιτυχία της κομουνιστικής επανάστασης. Λαϊκές επιτροπές, λαϊκά δικαστήρια στήνονται παντού, ιδίως στις βόρειες και ηπειρωτικές περιοχές της χώρας όπου η κυριαρχία του ΕΛ.Α.Σ. είναι συντριπτική. Όλα γίνονται για την πάταξη της διαφορετικής πολιτικής γνώμης, για την εξόντωση της μαύρης αντίδρασης. Τέτοια μέτρα κρίνονται βέβαια πάντοτε απαραίτητα για την επικράτηση μιας επανάστασης. Πρέπει να φιμωθούν οι αντίθετες φωνές, όταν μάλιστα πρόκειται για μια τόσο μεγάλη καθεστωτική αλλαγή.
Μάλιστα εκείνη την εποχή συνέβη ένα γεγονός που χαρακτηρίζει και αυτό το κλίμα της εποχής. Εμφανίζονται μια μέρα στην άκρη του χωριού τρεις έφιπποι αντάρτες να σέρνουν από πίσω τους πεζό και αλυσοδεμένο αιχμάλωτο, μέλος των φιλογερμανικών ταγμάτων ασφαλείας. Η πομπή συνεχίζει αργά την πορεία της σε όλη τη νότια άκρη του χωριού, πολλά μικρά παιδιά ακολουθούν περίεργα. Φθάνοντας στον διπλανό ξεροπόταμο, τον Κουρού-Ντερέ, σ ένα σημείο όπου η όχθη είναι ψηλή, σταματούν, στήνουν στη γη ένα πολυβόλο Μπρέντ και μπροστά στα έκπληκτα μάτια των μικρών παιδιών, ελευθερώνουν τον κρατούμενο και τον παροτρύνουν να προσπαθήσει να σωθεί φεύγοντας μέσα από την άμμο. Ο έρημος κατάλαβε ότι θα τον εκτελούσαν, η έκφραση του προσώπου του λυπητερή σαν να ζητούσε έλεος για τη ζωή του, δίσταζε να τολμήσει, τον απείλησαν για επί τόπου εκτέλεση, αποφάσισε και κατέβηκε από την όχθη, προχώρησε δειλά - δειλά και μόλις απομακρύνθηκε λίγο και πίστεψε σε πιθανή σωτηρία του, τον γάζωσαν από ψηλά, τραυματίστηκε στα πόδια, σύρθηκε λίγο, δεύτερη ριπή και τέλος. Έσκαψαν λίγο την άμμο και τον παράχωσαν. Ενας ακόμα αγνοούμενος χωρίς σταυρό στον τάφο του. Και όλα αυτό μπροστά στα μάτια παιδιών 5-12 ετών, μεταξύ των οποίων και ο γράφων. Τουλάχιστον έπρεπε να απομακρυνθούν, δεν έπρεπε τόσο αγνές και ευαίσθητες ψυχούλες να είναι αυτόπτες μάρτυρες τέτοιος σκληρότητας. Σημάδια των καιρών όμως. 
Κανένας δεν αμφιβάλλει ότι θα υπήρξαν και άλλες τέτοιες πράξεις από όλες τις πλευρές. Η ζωή εν τάφω. Ο πόλεμος με τις ακρότητές του.
Οι συνθήκες που προαναφέραμε επικρατούν λοιπόν και στη Νέα Σάντα κατά την περίοδο της Εαμοκρατίας. Αριστερή φιλοκομουνιστική η πλειοψηφία των κατοίκων, δικαιολογημένα βαπτίστηκε η κόκκινη Σάντα. Λαϊκό δικαστήριο έχει ο νομός, λαϊκή επιτροπή έχει το χωριό, οι συζητήσεις και οι αντιθέσεις είναι και εδώ βίαιες πια, οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων δοκιμάζονται, ακόμα και μεταξύ συγγενών και αδελφών. Το πάθος κυριαρχεί και εδώ, και όταν το πάθος κυριαρχείς πρέπει να φοβάται, πρέπει να τρομάζει κανείς. Όλα μπορεί να συμβούν, όλο τα δυσάρεστα είναι πιθανά, η κοινωνία είναι άρρωστη και η γιατρειά είναι μακροχρόνια και θλιβερά επίπονη.
Γιώργος Καγκελίδης
Τα πάθη λοιπόν στο ζενίθ, οι σχέσεις των ανθρώπων στο χωριο σε τεντωμένο σχοινί και ένας παράτολμος θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του και της οικογένειάς του. Ο πρόεδρος της κοινότητας Γιώργος Καγκελίδης, σε μια από τις καθημερινές πια συζητήσεις στο καφενείο εκστομίζει την μεγάλη ύβρη. Ότι και να κάνει ο ΕΛ.Α.Σ., λέει, η Δημοκρατία έρχεται με
ταχύτητα πολλών χιλιομέτρων και ο κομουνισμός δεν θα πετύχει στην Ελλάδα. Αυτά γίνονται το Δεκέμβριο του 1944, την περίοδο των μεγάλων γεγονότων στην Αθήνα. Αμέσως μετά εκλήθη σε απολογία από την τοπική επιτροπή. Ρωτήθηκε τι εννοούσε όταν έλεγε δημοκρατία, εννοούσε τη δημοκρατία του Σκόμπυ; (Αρχηγού των Άγγλων στρατιωτών στην Ελλάδα). Απάντησε ότι εννοούσε τη δημοκρατία της ελευθερίας της σκέψης, του λόγου. Στην επιτροπή συμμετείχαν και πολύ συγγενικά πρόσωπα. Στη σύσκεψη που επακολούθησε κρίθηκε ένοχος και αποφασίστηκε ύστερα από πολύωρη διαβούλευση, η εκτέλεση του ενόχου. Έντονη ήταν τότε η αντίδραση ενός μέλους, του Χαράλαμπου Ιωαννίδη (Σιάρπουλα), που ήταν και ένοπλο μέλος του ΕΛ.Α.Σ. 
 Γιατί τόση σκληρότητα, ο άνθρωπος δεν έκανε καμιά τόσο εγκληματική πράξη, μια κουβέντα είπε, η απόφαση είναι άδικη και αν εκτελεστεί, εγώ παραιτούμαι και παραδίδω μάλιστα και το όπλο μου. Σωτήρια τελικά η επέμβασή του. Δεύτερη σκέψη της επιτροπής να σταλεί στα Λαϊκά Δικαστήρια να αποφασίσουν εκείνα για την τύχη του. Ετσι λοιπόν ενώ ήταν κατάκοιτος από υγρά πλευρίτιδα που τον πρόσβαλε, μια μέρα του Δεκέμβρη όπου όλα ήταν κάτασπρα από παχύ στρώμα χιονιού, μια σούστα ένα δίτροχο κάρο, ήρθε να τον παραλάβει για τη φυλακή και τη δίκη. Η μητέρα τον σκέπασε με κουβέρτα και πάπλωμά για να αντιμετωπίσει το κρύο, καί όλη η οικογένεια τον έβλεπε συντετριμμένη να απομακρύνεται. Τρομερές στιγμές επακολούθησαν. Κανένας σχεδόν δεν επέστρεφε από τέτοιες κατηγορίες. Θα ξανάβλεπαν άραγε τον πατέρα τους;
Μεταφέρθηκε λοιπόν στο Μαυρονέρι Κιλκίς, αρκετά χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Σάντας. Η αποθήκη του γεωργικού συνεταιρισμού στην άκρη του χωριού χρησιμοποιείτο ως φυλακή. Μια τεράστιο αίθουσα χωρίς θέρμανση στο μέσα του βαρύ χειμώνα. Εκεί αποφασίζει να τον επισκεφθεί η μητέρα με τη συνοδεία του μεγαλύτερου γιου της, του Βασίλη τότε 13 ετών. Ξεκίνησαν με το κάρο και οδηγό τον Βούτσαλη, αλλά ήταν αδύνατο να διασχίσουν το Γαλλικό ποταμό, ξεχειλισμένο τότε λόγω εποχής και χωρίς γέφυρα στην περιοχή.
Μαυρονέρι Κιλκίς
Αποφασιστική και δυναμική η μητέρα παίρνει στον ώμο της το Βασίλη, αδύνατο εκείνη την εποχή, διασχίζουν το ποτάμι και συνεχίζουν πεζοί μέχρι το Μαυρονέρι. Είχαμε την τύχη να επισκεφθούμε το μέρος μετά από τριάντα χρόνια και να διηγείται ο Βασίλης τη θλιβερή κατάσταση που συνάντησαν τότε. Στην είσοδο υπήρχε άνδρας κατάκοιτος και αιμόφυρτος από προφανείς βασανισμούς να καλεί δραματικά τη μάνα του σε βοήθεια μέσα στο παραλήρημά του, στο βάθος σωροί ανδρών και μεταξύ αυτών και ο πατέρας. Κρύα πολύ η αίθουσα, λίγο θα βελτίωναν την κατάσταση τα λίγα ρούχα που μπόρεσαν να φέρουν. Όλοι οι κρατούμενοι ανακρίνονταν συνοπτικά και δικάζονταν από το Λαϊκό Δικαστήριο, κάθε βράδυ οι φύλακες παραλάμβαναν 3-4 άτομα που ήταν καταδικασμένα σε θάνατο, εκτελούνταν και τη θέση τους καταλάμβαναν αμέσως αλλά κακές οι συνθήκες στη φυλακή, πιο μαύρες οι προοπτικές για τη ζωή του πατέρα. Απελπισία. Κάτι πρέπει να γίνει.
Την εποχή εκείνη στον ΕΛ.Α.Σ. είχαν καταταγεί καμιά δεκαριά παλικάρια του χωριού. Το πιο διάσημο εξ αυτών ήταν ο Χάρης Παπαβραμίδης που ήταν και καπετάνιος, διοικητής, όλης της περιοχής. Εντυπωσιακός σαν παρουσιαστικό, ψηλός και χαμογελαστός, γλυκομίλητος και συνεπής χαρακτήρας, εθεωρείτο ο πιο σπουδαίος κομουνιστής του χωριού. Συναντούσε κατά τακτά χρονικά διαστήματα τον πρόεδρο Καγκελίδη, κρυφά, στο τελευταίο σπίτι του χωριού , του Πιπερίδη. Σκοπός των συναντήσεων αυτών που αμφότεροι επιθυμούσαν και επεδίωκαν ήταν να προσπαθούν και οι δύο, ο καθένας από την πλευρά του, να μην έχει, απώλειες το χωριό, να μη χαθούν ζωές συγχωριανών. Η εκτίμηση μεταξύ τους ήταν μεγάλη και αμοιβαία.
Μετά τη σύλληψη και φυλάκιση του Καγκελίδη, η οικογένεια προσπαθούσε να βρει, τρόπους για τη σωτηρία του. Μια σκέψη ήταν να παρακαλέσουν το συγχωριανό Παπαβραμιδη να βοηθήσει γι αυτό το σκοπό, χωρίς να γνωρίζουν για τις ιδιαίτερες κρυφές τους σχέσεις. Προθυμοποιήθηκε να το κάνει η Όλγα, σύζυγος του Χρήστου Ιορδανίδη, γειτόνισσα και συγγενής του Χάρη. Πήγε λοιπό να τον συναντήσει στο Κιλκίς. Μόλις ο τελευταίος άκουσε τα συμβάντα, ανεφώνησε «αυτοί οι άνθρωποι είναι τρελοί».
 Πήγε ο ίδιος προσωπικά στο Μαυρονέρι, πήρε τον Καγκελίδη και τον πήγε στο νοσοκομείο Κιλκίς για ανάρρωση από την υγρά πλευρίτιδα και τη χρόνια φυματίωση από την οποία υπέφερε από πολλών ετών. Ταυτόχρονα αποφυλακίστηκαν και άλλοι δεξιοί συγχωριανοί, και μετά από λίγο, μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, σταμάτησαν οι δίκες, τα λαϊκά δικαστήρια, όχι όμως τα πάθη και οι έριδες. Έτσι, με μια πράξη ανθρώπινου μεγαλείου τελείωσε μια περιπέτεια που προκλήθηκε από ανθρώπινη μιζέρια.
Επιστρέφει λοιπόν ο πατέρας και η ζωή παίρνει ξανά τους κανονικούς της ρυθμούς. Τα παιδιά στο σχολείο, τα δυο μικρά στο Δημοτικό, τα δυο μεγαλύτερα παρακολουθούν μαθήματα  γυμνάσιου στο χωριό στο φροντιστήριο όπου παρέδιδε ο καθηγητής Σίμος Λιανίδης, διάσημος μετέπειτα από την ενασχόλησή του περί τα ποντιακά και τη συγγραφή μάλιστα θεατρικών έργων στην ποντιακή γλώσσα. Προσελήφθη από την Κοινότητα να διδάσκει στους νέους τα γυμνασιακά μαθήματα. Οι τελευταίοι έδιναν στο τέλος του έτους εξετάσεις  στη Θεσσαλονίκη ή το Κιλκίς ως κατ' οίκον διδαχθέντες και έτσι μπορούσαν να προβιβάζονται και να φθάνουν και στο απολυτήριο. Πολλά παιδιά της Σάντας πέτυχαν να γίνουν σπουδαίοι επιστήμονες ξεκινώντας από αυτά τα μαθήματα του Λιανίδη. Ήταν άλλωστε γνωστή η ροπή και η αγάπη των Σανταίων προς τα γράμματα και τις επιστήμες από την μακρινή πατρίδα ακόμα.
Επανερχόμενοι στην οικογένεια, οι αλωνισμοί όλο αυτό το διάστημα από το 1941, την χρονιά της πείνας  που περιγράψαμε, μέχρι σήμερα προχωρούν κανονικά,  όλοι οι επισκέπτες επέστρεψαν στην Αθήνα, εκτός του Παναγιώτη Καλπίδη που γνώρισε και αγάπησε μια υπέροχη κοπέλα και όμορφη συγχωριανή, την Ελένη Αμαλίδου, παντρεύτηκαν και παρέμειναν στο χωριο.  Διέθεταν και ένα μικρό φορτηγό αυτοκίνητο με το οποίο κέρδιζαν τη ζωή τους και το 1944 ήρθε και το πρώτο τους παιδί, μια όμορφη κόρη, η Μαίρη.                                       
Έτσι η ζωή κυλά φαινομενικά ήσυχα. Τα παιχνίδια των παιδιών, ποδόσφαιρο με μπάλα από τρίχες κατσίκας και τσιλίκα  τσομάκα [τσιάλτικα στα ποντιακά] για το Λάζαρο, κρυφτό και κουτσό για την Έλλη, κατασκευές και καλλιτεχνικές ενασχολήσεις για το Βασίλη που είχε μεγάλο ταλέντο σ' αυτά, όπως αποδείχθηκε από το στόλισμα της δίκης του ενωμοτίας στους προσκόπους όπου ήταν μέλος και τυμπανιστής παρακαλώ, τέλος όλο παράπονα η Αντιγόνη που δεν μπορούσε να παίξει σαν παιδί, αλλά έπρεπε να βοηθάει, σαν μεγαλύτερη που ήταν, τη μητέρα στις πολλές δουλειές ενός τέτοιου νοικοκυριού που τότε γίνονταν όλα στο χέρι, βλέπετε το δώρο του ηλεκτρισμού δεν είχε φθάσει ακόμα στο χωριό.
 Όλα τα παιδιά να μιλούν, εκτός σχολείου , μόνο ποντιακά, με τα παρατσούκλια τους που πετυχημένα μοίρασε σε όλους ο φέρσαλον [φαρμακοποιός] Ροδόπουλος, Κόκος, Πέπης, Κούλης, Λιάλιας κατά σειράν ηλικίας. Και ο πατέρας να ασχολείται με τις δουλειές του και τα προβλήματα της κοινόνητας που τότε ήταν πολλών ειδών. Βλέπετε το κράτος άρχισε να ανασυγκροτείται και να οργανώνεται εξ αρχής σε πολλούς τομείς. Πέρα από τη διοίκηση και τις ανάγκες της, αναδημιουργείται για την ασφάλεια των κατοίκων η χωροφυλακή. Το χωριό ανήκε στο τμήμα χωροφυλακής Μελισσοχωρίου αλλά ένας ενωμοτάρχης με έναν απλό χωροφύλακα βρίσκονταν σχεδόν κάθε μέρα στο χωριό. Δημιουργείται και μια νέα υπηρεσία ασφάλειας, τα Μ.Α.Υ., μετέπειτα Τ.Ε.Α., η εθνοφυλακή με μέλη κατοίκους του χωριου, συνήθως τότε δεξιούς, οπλισμένους για παν ενδεχόμενο.
Ντεβέ καρά (Καμηλοράχη)
Φαινομενική λοιπόν ησυχία επικρατεί στο χωριό αλλά όλοι διαισθάνονται ότι κάτι άσχημο θα ξεσπάσει από αυτόν τον πολιτικό διχασμό που υποβόσκει και αρχίζει να γίνεται σταδιακά αισθητός. Το νοιώθει και ο μικρός μας ο Λάζαρος, γόνος δεξιάς οικογένειας που
νοιώθει αποδιοπομπαίος από τις παρέες του, ειδικά στα παιχνίδια. Οι συνομήλικοί του της δυτικής πλευράς του χωριού, η παρέα του, προέρχονται από αριστερές οικογένειες στη μεγάλη τους πλειοψηφία και ήταν επηρεασμένοι, αρνητικά γι' αυτόν, ακόμα και παιδιά 6-7 ετών, και το έδειχναν. Είμαι σίγουρος ότι το ίδιο συνέβαινε σε άλλες παρέες σε βάρος παιδιών αριστερών οικογενειών.
Δεν περνάει πολύς καιρός και η υποβόσκουσα αυτή αντιπαλότητα εκδηλώνεται φανερά πια. Αριστεροί και δεξιοί χωρίζονται σε στρατόπεδα, όλοι σχεδόν εμπλέκονται, δεν είναι δυνατόν να είσαι απ’ έξω, οι συζητήσεις γίνονται πιο υβριστικές και βίαιες, πολλές φορές έρχονται στα χέρια. Έγινε τελικά και αυτό στην βορειοδυτική πλατεία του χωριού, οπου οι δυο αντίπαλες ομάδες φανατισμένων πολιτών ήλθαν στα χέρια, γενική η σύρραξη, προσκοπικά κοντάρια και μαστίγια για τα ζώα πλήγωναν ανελέητα κεφάλια και αλλά σημεία του σώματος των συμπλεκομένων, με τις γυναίκες γύρω - γύρω να συμμετέχουν και εκείνες φραστικά, πολλές φορές και δυναμικά. Τελικά διαλύθηκαν με την επέμβαση μιας περιπόλου εγχρώμων Εγγλέζων στρατιωτών που ο κόσμος τους αποκαλούσε «αμίκηδες» που τυχαία  βρέθηκε στο χωριό. Βλέπετε άρχισε το δεύτερο αντάρτικο, ο δεύτερος γύρος της αριστεράς να καταλάβει την εξουσία και να εφαρμόσει το κομουνιστικό πολίτευμα.
Λίγα ευτυχώς παλικάρια του χωριού βγαίνουν στο βουνό και εντάσσονται στο νέο ΕΛ.Α.Σ. , που αρχίζει να επιτίθεται πια εναντίον   χωριών και πόλεων, με εντυπωσιακές στην αρχή επιτυχίες όπως στη Νάουσα και στη Φλώρινα. Το γεγονός έχει την εξήγηση του γιατί ο στρατός που έπρεπε να τους αντιμετωπίσει ήταν σχεδόν ανύπαρκτος λόγω της προηγούμενης γερμανικής κατοχής, δεν είχε ακόμα οργανωθεί παρά τις προσπάθειες των συμμάχων Άγγλων και ιδίως των Αμερικανών, της νέας μεγάλης δύναμης της δύσης που ανεδείχθη κατά τη διάρκεια και μετά το τέλος του παγκοσμίου πολέμου. Οι τοπικές κοινωνίες λοιπόν έπρεπε να οργανωθούν και να υπερασπιστούν τα μέρη τους γι’ αυτό ιδρύθηκαν τα Μ.Α.Υ.
Μ.Α.Υ, λοιπόν και στη Σάντα όπου υπηρετούσαν ένοπλοι δεξιοί Σανταίοι σχεδόν πάσης ηλικίας. Αυτοί κάθε βράδυ φύλαγαν το χωριό από πιθανή επίθεση ανταρτών με βάρδιες στα χαρακώματα που βρίσκονταν και κάλυπταν μόνο τη βόρεια και κεντρική άκρη του χωριού γιατί πίστευαν ότι από εκεί θα έρχονταν και θα έκαναν την επίθεσή τους οι αντάρτες ερχόμενοι από τα ημιορεινά. Χαράκωμα υπήρχε επίσης και έξω από το μικρό κτίριο της κοινότητας, αρχηγείο ταυτόχρονα των Μ.Α.Υ., δίπλα από το σχολείο, όπου γίνονταν και οι συνεδριάσεις τους. Το χαράκωμα αυτό καλύπτονταν προς τη μεριά του σχολείου που ήταν πυκνά δενδροφυτεμένη με συρματόπλεγμα, για να αποφύγουν τον οποιονδήποτε αιφνιδιασμό.
Δημοτικό Σχολείο Νέας Σάντας

 Φυσικά οι άνδρες έπρεπε να είναι σωστά εξοπλισμένοι με όσο το δυνατόν πιο σύγχρονο οπλισμό. Γι ’ αυτό φρόντιζε ο πρόεδρος και αρχηγός τους με συνεχή ταξίδια και επαφές του στη Θεσσαλονίκη. Όμως η προσπάθεια αυτή δεν πέρασε απαρατήρητη από την αντίθετη πλευρά και σε ένα από τα πολλά του ταξίδια έγινε στόχος ενέδρας. Ήταν βράδυ, επέστρεφε στο χωριό μαζί με τον οπλισμένο με το αυτόματό του ενωμοτάρχη, το λεωφορείο τους βρίσκονταν στην γέφυρα [για την σιδηροδρομική γραμμή] του Γαλλικού ποταμού, κοντά στο διπλανό χωριό Άγιος Παντελεήμονας. Ξαφνικά ακούστηκαν πυκνοί πυροβολισμοί και από το παρακείμενο ύψωμα άρχισαν να κατεβαίνουν, πυροβολούντες πάντοτε στον αέρα, αντάρτες της ομάδας του οπλαρχηγού Σκορδομπέκη. Το λεωφορείο σταμάτησε.
 Ο άνθρωπός μας δεν άργησε να αντιληφθεί ότι όλη η ιστορία αφορούσε εκείνον. Με γρήγορες κινήσεις κατέβηκε από το λεωφορείο, παρά τις αντιρρήσεις του φοβισμένου οδηγού, και άρχισε να απομακρύνεται με τη βοήθεια της νύχτας στην αντίθετη πλευρά μέσα στη κοίτη του ποταμού. Το ίδιο έπραξε και ο ενωμοτάρχης πυροβολώντας, πράγμα σωτήριο γιατί καθυστέρησε τούς αντάρτες. Συνεχίζοντας να απομακρύνεται, γλίτωσε ως εκ θαύματος από τους πυροβολισμούς που τον σημάδευαν και κρύφθηκε κάτω από μια μικρή γεφυρούλα σε μεγάλη απόσταση από το λεωφορείο. Οι αντάρτες έφθασαν τελικά στο λεωφορείο, έλεγξαν τους επιβάτες, δε βρήκαν το πρόσωπο που τους ενδιέφερε και το άφησαν ελεύθερο. Το γεγονός μαθεύτηκε στο χωριό, και ένα απόσπασμα οπλιτών αναχωρεί με αυτοκίνητο προς αναζήτηση του προέδρου, η οικογένειά του περνά στιγμές τρομερής αγωνίας για αρκετές ώρες. Τα ξημερώματα όμως, πυροβολισμοί από μακριά αναγγέλλουν τα χαρμόσυνα, ο πρόεδρος βρέθηκε σώος και η οικογένεια ησυχάζει. Το ίδιο ευχάριστο τέλος υπήρξε και για τον ενωμοτάρχη.
Κάθε βράδυ λοιπόν φυλάσσεται το χωριό για απόκρουση πιθανής επίθεσης. Κάθε μέρα μαθαίνουμε για επιθέσεις σε πολλά χωριά του νομού, κάποτε θα ερχόταν και η σειρά της Σάντας. Και ήρθε το καλοκαίρι του 1946 από τα υψώματα βόρεια του χωριού. Ένα βράδυ λοιπόν από αυτήν την κατεύθυνση ακούστηκαν  κάποιοι θόρυβο, σταδιακά έγιναν πιο δυνατοί και ανησυχητικοί, και σε λίγο ευδιάκριτες φωνές στο σκοτάδι. Αντέδρασε η σκοπιά των Μ.Α.Υ. στα χαρακώματα: Αλτ, τις ει; Αντί απάντησης, πυροβολισμοί και σε λίγο φουντώνει η μάχη, περιορισμένη μόνο εκεί ψηλά στα βόρεια.                                              
Ξαφνιάστηκε όλο το χωριό, παρόλο που το περίμενε. Όλη η αγωνία βέβαια για τις δεξιές οικογένειες. Οι αριστεροί φυσικά δεν είχαν κανένα φόβο για τη ζωή τους, τρόφιμα πιθανόν να τους ζητούσαν, το πολύ - πολύ καμιά επιστράτευση προσώπου, πολλές φορές παρά τη θέλησή του. Το παιδομάζωμα δεν είχε ακόμα αρχίσει.
 Φόβο μεγάλο είχαν οι δεξιές οικογένειες για απώλεια της ζωής των μαχητών τους  και ακόμα μεγαλύτερο φόβο οι πρωταγωνιστές όπου κινδύνευαν σπίτια και ζωές. Τέτοια οικογένεια, σίγουρος στόχος του ΕΛ.Α.Σ., ήταν η οικογένεια του προέδρου που πρωταγωνιστούσε στην οργάνωση και στον εξοπλισμό των Μ.Α.Υ., ήταν ο φυσικός αρχηγός της δεξιάς του χωριού, υπήρχε άλλωστε καταγεγραμμένο βεβαρημένο αντικομουνιστικό παρελθόν για το άτομο αυτό. Φυσικά η οικογένεια το γνώριζε, γι' αυτό και ο φόβος για την έκβαση και τις συνέπειες της μάχης ήταν εδώ  δικαιολογημένα μεγαλύτερος.
Στο σπίτι βρίσκονταν η μητέρα και τα παιδιά, ο πατέρας έλειπε στα φυλάκια όπως κάθε βράδυ. Μετά τους πρώτους πυροβολισμούς, εγκατέλειψαν όπως είχε προσχεδιασθεί το σπίτι, που θα ήταν σίγουρα από τους πρώτους στόχους των ανταρτών, και κατέφυγαν στην αυλή του γειτονικού σπιτιού του Ευριπίδη Ευφραιμίδη, κάτω από μια συκιά, μπροστά στο στάβλο. Εκεί μαζεύτηκαν όλο τα γυναικόπαιδα των οικογενειών Καγκελίδη, Ευφραιμίδη και του γείτονα Δημ. Παρχαρίδη, μόνος άνδρας ο γέροντας Ευριπίδης. 
Και ενώ πέρασε αρκετή ώρα και η σύρραξη γινόταν στο βόρειο τμήμα του χωριού, ακούγεται ξαφνικά η φωνή του πατέρα Καγκελίδη στη βορειοδυτική πλευρά. Βλέποντας αυτός με την πείρα του ότι υπήρχε κίνδυνος να διεισδύσουν οι αντάρτες από αυτή την αφύλακτη πλευρά και να περικυκλώσουν από τα νώτα τους μαχητές των χαρακωμάτων, αποφάσισε να αποτρέψει τέτοια διείσδυση μπλοφάροντας επικίνδυνα. Κατευθύνθηκε λοιπόν με δυο άλλους άνδρες στην περιοχή και μπλοφάρισε φωνάζοντας δυνατά και δίνοντας διαταγές σε ανύπαρκτες διμοιρίες Μ.Α.Υ., πυροβολώντας ταυτόχρονα στον αέρα. Η πρώτη διμοιρία από εδώ, η δεύτερη πιο πέρα. Η σκέψη του ήταν σωστή γιατί οι αντάρτες είχαν πράγματι αρχίσει να μπαίνουν από την αφύλακτη αυτή πλευρά.
Ακούγοντας διαταγές για διμοιρίες και πυροβολισμούς, σταμάτησαν. Σε κάποια στιγμή διέκριναν τη σιλουέτα του φωνασκούντος και πυροβόλησαν κατά ριπάς εναντίον του. Τον πέτυχαν, ευτυχώς χαμηλά, και στα δυο πόδια, τραύματα διαμπερή στις κνήμες. Έπεσε κάτω αιμόφυρτος, σύρθηκε με όλες του τις δυνάμεις σε απόσταση πολλών μέτρων και όταν έφθασε κοντά στα σπίτια των αδελφών Χωλίδη φώναξε για βοήθεια.
 Η γυναίκα του Γιάννη Χωλίδη [Ματσίκου] άκουσε τις φωνές, τόλμησε να ρωτήσει ποιος είναι, όταν δε πείσθηκε από την απάντησή του ότι ήταν πράγματι ο πρόεδρος αποφάσισε να επιχειρήσει την περισυλλογή του. Έπεισε το γείτονα κουνιάδο της Ματθαίο  [τον χοντρόν], που οπλοφορούσε αλλά δεν βρισκόταν ποτέ στα φυλάκια λόγω πάχους και δύσπνοιας, να πυροβολήσει για κάλυψη για κάθε ενδεχόμενο. Βγήκε τότε αυτή και περισυνέλλεξε τον τραυματία σηκώνοντάς τον στον ώμο, αδύνατος όπως ήταν λόγω της χρόνιας αρρώστιας. Τον έκρυψε σε ένα διπλανό ημιυπόγειο χώρο, μπλοκάροντας τα σκαλοπάτια με σωρούς από πουρνάρια, το τέλειο καμουφλάζ.
Ο δεύτερος σε ηλικία γιος της, ο Λεωνίδας, ήταν έφηβος, τολμηρό παιδί και γι’ αυτό ένας από τους 2-3 συνδέσμους των Μ.Α.Υ., εφοδιασμένος μάλιστα και με πιστόλι. Έδωσε λοιπόν εντολή η μητέρα του να πάει και να φέρει το φαρμακοποιό Ροδόπουλο για να φροντίσει  τα τραύματα του προέδρου, και αυτό εν ώρα μάχης. Πράγματι ο Λεωνίδας το τόλμησε, πήγε στον φαρμακοποιό, ο τελευταίος έδειξε φοβισμένος. «Θείε μη φοάσαι, εγώ αδακά είμαι», θείε μη φοβάσαι, εγώ εδώ είμαι. Ντράπηκε ο φαρμακοποιός μπροστά στη γενναιότητα του παιδιού και ακολούθησε. Πράξεις απίστευτου μεγαλείου ψυχής από άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Είναι πράγματι να θαυμάζεις.
Η μάχη τελικά τελείωσε χωρίς να καταφέρουν τίποτε οι αντάρτες που αποσύρθηκαν όπως συνήθως συνέβαινε τα ξημερώματα, με μόνο θύμα τον τραυματία πρόεδρο. Τότε βγήκε από τον κρυψώνα της η οικογένεια γεμάτη αγωνία για την τύχη του πατέρα που τον άκουγε και κάποια στιγμή μετά από ριπές σε κείνο το μέρος σιώπησε. Προχωρούσαν όλοι με μαύρες  σκέψεις προς εκείνη την κατεύθυνση, έμαθαν τα συμβάντα από τον πρώτο που συνάντησαν και στεναχωρήθηκαν. Τουλάχιστον όμως είναι εν ζωή. Δόξα σοι ο Θεός.
 Η φροντίδα του φαρμακοποιού τελείωσε και η μεταφορά του τραυματία στη Θεσσαλονίκη έγινε με το μοναδικό αυτοκίνητο του χωριού, του Κωνσταντινίδη [Κώτογλη] με τη συνοδεία δυο ενόπλων. Κατέληξαν σε στρατιωτικό νοσοκομείο στην οδό Μισραχή και μετά μεταφέρθηκε στο 401 στρατιωτικό νοσοκομείο Αθηνών. Μάλιστα την επομένη στο χωριό ανακαλύφθηκαν και αχρηστεύθηκαν δύο νάρκες που είχαν τοποθετήσει οι αντάρτες στη διασταύρωση του δρόμου από τη Σάντα με τον κεντρικό Θεσσαλονίκης - Κιλκίς για να εμποδίσουν πιθανή αποστολή ενισχύσεων. Ανάμεσα από αυτές τις νάρκες, σε στροφή μάλιστα, πέρασαν οι τέσσερις ρόδες του αυτοκινήτου με τον πατέρα χωρίς πρόβλημα. Είχαν μέρες ακόμα να ζήσουν οι επιβαίνοντες.
Νέα Σάντα (είσοδος Στρατιωτικής Λέσχης)
Φυσικά αυτό το γεγονός σημάδεψε την πορεία της οικογένειας.
Τα τραύματα ήταν βαριά και η απουσία του πατέρα μακρόχρονη. Μόνη  η μητέρα με τέσσερα μικρά σχετικά παιδιά δυσκολευόταν πολύ. Η μεγάλη βοήθεια ήρθε από τα αδέλφια της που ζήτησαν να πάρουν στην Αθήνα τα δυο μεγάλα παιδιά, την Αντιγόνη και το Βασίλη και έτσι την ξελάφρωσαν αισθητά από τις μεγάλες της έγνοιες. Βέβαια τα προβλήματα τα είχε τώρα η οικογένεια Καλπίδη στην Αθήνα όπου μαζεύτηκαν στο πολύ μικρό σπιτάκι οκτώ άτομα. Εδώ όμως φάνηκε το μεγαλείο της ψυχής της νύφης Ελένης που είχε ήδη μετακομίσει στην Αθήνα και που αγκάλιασε αγόγγυστα και με ανυπόκριτη αγάπη και τα δυο παιδιά από τη Σάντα σαν να ήταν και δικό της παιδιά. Μεγάλο το πρόβλημα χώρου όμως πολλοί καλοί χωρούν παντού. Η σπουδαία αυτή χειρονομία δείχνει πόσο μεγάλο δέσιμο υπήρχε μεταξύ των οικογενειών, η μια να συμπαραστέκεται στην άλλη στις δύσκολες στιγμές. Αυτό το δέσιμο, η αλληλοεκτίμηση και η αγάπη συνεχίζει να υπάρχει ανάμεσα στα παιδιά και στα εγγόνια. Βέβαια συμπαράσταση υπήρξε και από όλη σχεδόν την κοινωνία του χωριού, ελάχιστες οι εξαιρέσεις όπου το πολιτικό πάθος υπερίσχυσε της ανθρωπιάς. Ιδιαίτερα η γειτονική οικογένεια του Ευριπίδη Ευφραιμίδη, της Ευριπιδίνας, ήταν τόσο  ζεστή και αγαπητή που, παρόλο που δεν υπήρχε συγγενική σχέση, ήταν σαν να ήταν μία οικογένεια.
Οι μέρες και οι μήνες πέρασαν λοιπόν και ο πατέρας ξαναγύρισε στο χωριό. Τα τραύματα δεν επουλώθηκαν εντελώς, άσπρες γάζες έζωναν και τις δύο κνήμες και οι μετακινήσεις γίνονταν με ειδικό αναπηρικό καροτσάκι που έπρεπε κάποιος να το σπρώχνει, ο μεγάλος γιος Βασίλης απουσίαζε στην Αθήνα, ο κλήρος έπεσε στον εννιάχρονο Λάζαρο. Ήταν πάνω από τις δυνάμεις του το έργο αυτό, δεδομένου μάλιστα ότι οι δρόμοι ήταν χωματόδρομοι με αρκετές λακκούβες, αλλά το μεγάλο πρόβλημα ήταν οι ανηφόρες όπου ήταν απαραίτητο ένα δεύτερο χέρι βοήθειας ενήλικα.
 Έτσι λοιπόν τέρμα τα πολλά παιχνίδια για το Λάζαρο, σχολείο και εξυπηρέτηση του πατέρα, από μικρός μπήκε στην αντιμετώπιση των προβλημάτων της οικογένειας, από μικρός έμαθε να σκέπτεται ώριμα σαν μεγάλος.
Τετραμελής τώρα η οικογένεια στο χωριό με τον πατέρα ανάπηρο να συνεχίζει τις προεδρικές του ασχολίες, τις υποχρεώσεις προς τα Μ.Α.Υ. για εξοπλισμούς κ.λ.π. και τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις, τη συνηθισμένη επισκευή της αλωνιστικής μηχανής και τον αλωνισμό του 1947.
Βέβαια η κατάσταση στο χωριό ήταν πολύ φορτισμένη πολιτικά. Ο δεύτερος γύρος του ΕΛ.Α.Σ. ήταν σε πλήρη εξέλιξη, οι συγκρούσεις καθημερινές μεταξύ ενός ΕΛ.Α.Σ. πολύ ενισχυμένου να αριθμεί δεκάδες χιλιάδες μαχητών, και της κρατικής στρατιωτικής μηχανής που αρχίζει να συγκροτείται, να ενισχύεται και να κάνει δειλά την εμφάνισή της υπερασπίζοντας τις πρωτεύουσες των νομών και τις άλλες μεγάλες πόλεις. Ο ΕΛ.Α.Σ. είχε τότε την ενίσχυση των γειτονικών κομουνιστικών χωρών και ιδίως της Γιουγκοσλαβίας του Τίτο [μέχρι τη ρήξη Μόσχας- Βελιγραδίου του 1948] σε πολεμικό υλικό και λοιπή υποστήριξη. Αλλά και οι δυτικοί σύμμαχοι βοηθούσαν την κυβέρνηση σε όλους τους τομείς, στρατιωτικούς και οικονομικούς.
Έτσι και οι δυο αντίπαλοι ενισχύονται, οι συγκρούσεις γίνονται συχνότερες και δυνατότερες, είναι μάλιστα η πρώτη ένοπλη σύγκρουση μεταξύ αυτών των δυο στρατοπέδων  στην Ευρώπη. Πολλά τα αρνητικά από τη σύγκρουση, το έθνος δείχνει το χειρότερό του εαυτό, η οικονομία βουλιάζει, χιλιάδες ζωές χάνονται. Και όλα αυτά μάλιστα εντελώς άδικα. Όπως έγινε γνωστό αργότερα από πολλές, πηγές, ο Στάλιν αρνήθηκε στην ηγεσία του Ε.Α.Μ. που τον επισκέφθηκε οποιαδήποτε βοήθεια, προέτρεψε μάλιστα να σταματήσουν τον πόλεμο και να επιδιώξουν την ειρηνική επικράτηση του κομουνισμού όπως ακριβώς έπραξαν Ιταλία και Γαλλία.
 Είχε βλέπετε ήδη υπογραφεί τη Συμφωνία της Γιάλτας που προέβλεπε την παραχώρηση της Ελλάδας στην επιρροή της Δύσης κατά 90% και δεν επρόκειτο να αθετήσει την υπογραφή του για μια τόσο μικρή χώρα. Δυστυχώς η ηγεσία τότε του Ε.Α.Μ. [Ζαχαριάδης κ.λ.π.] απέκρυψε από τους συντρόφους τους το γεγονός, ελπίζοντας ίσως σε θαύμα για την επικράτησή τους, με αποτελέσματα ολέθρια για την Ελλάδα. Κρίμα, τι να κάνουμε, αποδεικνύεται για μια ακόμη φορά ότι ενίοτε είμαστε ένας αυτοκαταστροφικός λαός.                   Ο εμφύλιος λοιπόν θα συνεχισθεί, οι μάχες θα γίνονται πιο συχνές και πιο φονικές. Και έτσι έρχεται για δεύτερη και πιο τραγική φορά η σειρά της Σάντας. Ήταν το βράδια της 20ης Ιουλίου 1947 όμορφη καλοκαιρινή βραδιά, ο πατέρας τραυματίας με τις γάζες και το αναπηρικό του καροτσάκι στο φυλάκιο της κοινότητας, κάτι ψίθυροι αυτή τη φορά κοντά στο σπίτι και το τουφεκίδι δεν αργεί να αρχίσει. 
Ήταν ήδη αρκετά αργά, τα παιδιά ήταν έτοιμα για ύπνο με τα ανάλογα ρούχα, έτσι χωρίς μεγάλη σκέψη βγήκαν όλοι από το σπίτι πηδώντας από το παράθυρο αυτήν τη φορά και κατευθύνθηκαν πάλι στο συνηθισμένο τους κρυψώνα. Η σκέψη όλων ήταν βέβαια στραμμένη στον τραυματία πατέρα. Τι θα γίνει; Έχει ειδικά προβλήματα, θα μπορέσει να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις τις μάχης; Μαύρες σκέψεις ζώνουν πάλι όλους.
Η μάχη μαίνεται πάλι στα βόρεια χαρακώματα του χωριού, οι πυροβολισμοί που ακούγονται από εκείνη την κατεύθυνση είναι πολύ πυκνοί, να όμως που αρχίζει η μάχη και στο νότιο χαράκωμα της κοινότητας όπου βρίσκεται και ο τραυματίας πατέρας. Πολύ μεγάλη η ανησυχία των δικών του. Αλλά σε λίγο το πρόβλημα το έχουν και αυτοί μπροστά τους. 
Στα 50-70 μέτρα βρίσκονται οι αντάρτες, στο σπίτι του Καγκελίδη και στο γειτονικό του Χρ. Ηλιόπουλου [Εβλιά] 10-20 μέτρα αν έρθουν προς το μέρος τους θα τους δουν. Η αγωνία στο κατακόρυφο, οι σφυγμοί της καρδιάς τρελοί. Ευτυχώς, κανένας αντάρτης από την ομάδα δεν έρχεται προς το μέρος τους. Φωνάζουν δε πολύ γιατί έχουν τις αντιθέσεις τους. Είναι δυο συγχωριανοί μέλη του ΕΛ.Α.Σ., ο μεν Γ. Μιχαηλίδης [Χαλιλίτσιον] θέλει να κάψει το σπίτι του προέδρου, ο δε Χρ. Κουρτίδης [Χατσηπαραδής], κουμπάρος του Καγκελίδη, επιχειρεί επίμονα να τον αποτρέψει. Να υπενθυμίσουμε εδώ ότι πρόκειται για τον Μιχαηλίδη, το ίδιο πρόσωπο, αιχμάλωτο των Βουλγάρων στην κατοχή που ενήργησε και έσωσε τότε ο Καγκελίδης.
Όλοι ακούν την έντονη λογομαχία τους, σε λίγο όμως βλέπουν να λαμπαδιάζει καιόμενο το σπίτι με όλο το νοικοκυριό μέσα, μπροστά στα μάτια της ανήμπορης οικογένειας. Ύστερα από λίγη ώρα αρχίζει δεύτερη διαμάχη μεταξύ των πρωταγωνιστών ανταρτών. Ο Μιχαηλίδης θέλει να βάλει φωτιά και στην αλωνιστική μηχανή που βρισκόταν 100 μέτρα πιο κάτω, στην περιοχή της άκρης του χωριού, όπου γινόταν ο αλωνισμός και ενώ βρισκόταν σ' αυτήν την εποχή του εντατικού αλωνισμού ανάμεσα στις θημωνιές των συγχωριανών. Εάν κάψουν λοιπόν τη μηχανή θα καούν και οι θημωνιές των συγχωριανών, η μοναδική παραγωγή τους, που η πλειοψηφία τους ήταν αριστεροί. Έτσι θα βλάψουν και ομοϊδεάτες τους. Αυτό το έξυπνο επιχείρημα του Κουρτίδη έπεισε να μην κάψουν και τη μηχανή. Συνολικά εκείνη τη βραδιά κάηκαν έξι σπίτια επιλεγμένων δεξιών οικογενειών.
Ενώ αυτά συνέβαιναν εδώ, η κατάσταση στο φυλάκιο της κοινότητας είχε δραματική εξέλιξη. Το υπεράσπιζαν 5-6 μάυδες και χωροφύλακες, μόλις ακούστηκαν οι πρώτοι πυροβολισμοί πήγαν όλοι στο χαράκωμα, μαζί και ο πρόεδρος που μεταφέρθηκε σηκωτός. Σε λίγο άρχισε και εκεί η μάχη. Ήταν πολύ καλά πληροφορημένοι οι αντάρτες, υπήρχαν ενταγμένοι στη δύναμή τους συγχωριανοί που ήξεραν τα κατατόπια. Ο αγώνας ήταν άνισος, οι αντάρτες πολλαπλάσιοι, ο οπλισμός τους πολύ καλύτερος, και η πίεση πολύ έντονη. Μετά από αρκετή ώρα μάχης οι υπερασπιστές πείστηκαν ότι ήταν αδύνατο να αντέξουν και αποφάσισαν οπισθοχώρηση. Και εκεί ήρθε ο πανικός. 
Εξαφανίστηκαν σαν αστραπή χωρίς να σκεφθούν τον τραυματία Καγκελίδη που μάταια τους παρακαλούσε να πάρουν και αυτόν δεδομένου ότι δεν μπορούσε να περπατήσει. Μάταιος κόπος, ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Μόνος λοιπόν στο χαράκωμα. Τι γίνεται τώρα; Παίρνει γρήγορα την παράτολμη απόφασή του. Να μη κατευθυνθεί προς το χωριό όπου η σύλληψή του ήταν σχεδόν βέβαιη, αλλά να συρθεί προς την μεριά των επιτιθεμένων που δεν θα μπορούσαν να υποπτευθούν κάτι τέτοιο.
Εμπόδιο μεγάλο το συρματόπλεγμα που υπήρχε προς κάλυψη μπροστά από το χαράκωμα στα 20-30 μέτρα. Με μεγάλη προσπάθεια κατόρθωσε να το διαπεράσει σερνόμενος. Δεύτερο πρόβλημα οι άσπρες γάζες στα πόδια του που ήταν ορατές στη φεγγαρόλουστη βραδιά. Πλησίασε λοιπόν σ ένα θάμνο, έκρυψε όσο ήταν δυνατό κάτω από αυτόν τα λευκά πόδια του και εναπόθεσε πια τις ελπίδες για την ζωή του στο Θεό, αποφασισμένος να αυτοκτονήσει με το μικρό ιταλικό τουφέκι του αν τον ανακάλυπταν. Πράγματι, οι αντάρτες δεν κοίταξαν καθόλου προς το μέρος τους, κοινή λογική, έψαξαν να τον βρουν στα πρώτα σπίτια απέναντι από την κοινότητα. Ο Θεός έκανε το θαύμα του αλλά και η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς.
Σανταίοι Α' γενιάς
Και ενώ αυτά συνέβαιναν εδώ, δραματικά γεγονότα εξελίσσονταν στα βόρεια χαρακώματα. Ύστερα από αρκετή ώρα ανταλλαγής πυροβολισμών, σκοτώνεται ο Ευστάθιος Κουρτίδης, μόλις το αντιλήφθηκε ο συμπολεμιστής θείος του Κώστας Κουρτίδης [Μπάρμπα Κώστας], της γνωστής οικογένειας του Ευκλείδη Κουρτίδη, διάσημου οπλαρχηγού της Σάντας του Πόντου, ανεφώνησε «τι την θέλω πια εγώ την ζωή» και σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να πυροβολεί. Φυσικά σκοτώθηκε και αυτός. Μετά από αυτό, οι υπόλοιποι του χαρακώματος το εγκατέλειψαν και σκορπίστηκαν. Έτσι σταμάτησαν όλοι οι πυροβολισμοί και μια νευρική ησυχία επικρατούσε στο χωριό.
Κυρίαρχοι λοιπόν οι αντάρτες στο χωριό. Και αυτοί μεν επιδίδονται στο γνωστό έργο τους, της ανεύρεσης των καταζητούμενων, της εξασφάλισης τροφίμων και της στρατολόγησης, έστω και δια της βίας, ανδρών για τις ανάγκες της επανάστασής τους. Οι δε κάτοικοι του χωριού, ιδίως οι δεξιοί, περνούν ατελείωτες στιγμές αγωνίας. Λίγο όμως πριν ξημερώσει ακούγεται οπό μακριά ο χαρακτηριστικός θόρυβος αρμάτων μάχης, που προοδευτικά γίνεται πιο δυνατός, σημείο ότι πλησιάζουν, και οι αντάρτες φεύγουν βιαστικά. Η οικογένεια ευτυχώς σώθηκε, μεγάλη όμως η αγωνία για την τύχη του πατέρα με τις ειδικές συνθήκες, τα μεγάλα κινητικά προβλήματα που είχε.
Σε λίγο τα άρματα μπαίνουν στο χωριό, ο κόσμος αναθαρρημένος βγαίνει από τους κρυψώνες του. Η οικογένεια, η μάνα με τα δυο μικρά παιδιά της, κατευθύνεται προς το καμένο ήδη σπίτι. Όλα σχεδόν στάχτη, σώθηκε μόνο η μικρή κουζίνα με λίγα πιάτα και ένα μπαούλο με ελάχιστο ρουχισμό. Άλλο όμως πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα βασάνιζε την ψυχή τους. Η τύχη του πατέρα. Πιασμένοι χέρι - χέρι λοιπόν προχώρησαν προς την κοινότητα που απέχει 150-200 μέτρα. Η κίνηση αρχίζει δειλά στο χωριό, ο κόσμος αρχίζει να συνέρχεται, άλλοι χαίρονται και άλλοι οδύρονται, αυτοί όμως;
 Σε λίγο, πλησιάζοντας περισσότερο στην κοινότητα, βλέπουν ένα άρμα και στο κουβούκλιο, ω του θαύματος, καθιστός ο πατέρας που τους έχει δει και τους χαιρετά από μακριά; Δόξα σοι ο Θεός, είναι ζωντανός, όλα τα άλλα διορθώνονται. Επιστρέφουν λοιπόν στο καμένο σπίτι χαρούμενοι.
Άλλες οικογένειες όμως δεν είναι καθόλου χαρούμενες. Ειδικά το σόι των Κουρτίδηδων, ένα από τα δυο τρία μεγαλύτερα του χωριού, θρηνεί για τις δύο απώλειες, και ο θρήνος αυτός ακούγεται πέρα ως πέρα σ' όλο το χωριό. Μοιρολόγια και κατάρες, όλοι τους σε άθλια ψυχολογική κατάσταση, ένας νεαρός μάλιστα της οικογένειας, βλέποντας τους δικούς του νεκρούς και αιμόφυρτους μέσα στα φέρετρα, δεν αντέχει τον πόνο, χάνει την ψυχραιμία του, θέλει να εκδικηθεί, θεωρεί υπαίτιους τους κομουνιστές του χωριού, βιαιοπραγεί εναντίον της γειτονικής του οικογένειας Μιχαηλίδη, τραυματίζοντας τη μικρή αδελφή του αντάρτη, την Όλγα και εναντίον δύο άλλων αριστερών οικογενειών όπου θρηνήθηκαν δύο ανθρώπινες ζωές. Εκδηλώσεις παράλογου μίσους και πάθους που προκάλεσε η μεγάλη θλίψη. Μάλιστα γι’ αυτήν του την εγκληματική ενέργεια δεν κατηγορήθηκε, δεν δικάστηκε απ’ ότι ενθυμούμαι, άλλες σκοπιμότητες επικράτησαν. Σημεία των καιρών, σημάδια μιας ταραγμένης εποχής.       
Σώθηκε λοιπόν όλη η οικογένεια και είναι ευτυχισμένη από αυτήν την άποψη. Η νέα πραγματικότητα είναι όμως παρούσα. Και πρώτα η διαμονή. Το σπίτι κάηκε, και πού θα μείνουν; Μα φυσικά στις Ευριπιδίνας, στο σπίτι του καλού γείτονα που άνοιξε διάπλατα την αγκαλιά του και τους φιλοξένησε με περισσή αγάπη κατανοώντας και συμμετέχοντας στα προβλήματά τους.       
Και τότε αναλογίζονται όλα όσα συνέβησαν τελευταία. Αποτέλεσμα, οικογένεια χωρισμένη με δυο παιδιά στη Αθήνα, πατέρας τραυματίας, σπίτι καμένο, όλη η οικογένεια χωρίς κανένα εφόδιο, ούτε  καν ρουχισμού, η οικονομική πραγματικότητα και οι προοπτικές κάκιστες. Απελπισία. Να σκεφθεί κανείς με τι ενθουσιασμό και τι ελπίδες έφθαναν στο χωριό πριν 15 χρόνια. Και σε τι κατάσταση και ποιες προοπτικές έχουν τώρα. Δεν χρειάστηκε πολύ να σκεφθούν και να το καταλάβουν, τους το βεβαίωσε μια γειτόνισσα «Ε μαύρε Καγκέλ, τρανός Καγκέλτς έρθες, Καγκελίτσος θα φέφτ'ς». Καημένε Καγκελίδη, μεγάλος Καγκελίδης ήρθες, Καγκελιδάκι θα φύγεις.                                                         
Όπως και αν έχει η κατάσταση έπρεπε να ληφθούν αποφασεις. Και πάρθηκαν. Τα παιδιά πήγαν στη Θεσσαλονίκη και φιλοξενήθηκαν για λίγο καιρό στο σπίτι του συγχωριανού πρώην γείτονα Χρ. Ιορδανιδη, στη Νεάπολη. Ο πατέρας παρέμεινε να τελειώσει τον αλωνισμό και η μανα να ετοιμάσει κανένα στρώμα και πάπλωμα και άλλα βασικά εφόδια του νοικοκυριού. Μόλις τελείωσαν αυτά, η οικογένεια συγκεντρώθηκε στην Θεσσαλονίκη και προσπάθησε να στεγασθεί με το κρατικό πρόγραμμα στέγασης των «ανταρτόπληκτων».
Ήταν ένα πρόγραμμα που προέβλεπε την εκκένωση της υπαίθρου και τη συγκέντρωση όλου του πληθυσμού στις καλά πια φυλασσόμενες πόλεις. Σκοπός να στερήσουν τον ΕΛ.Α.Σ. από τη στρατολόγηση έμψυχου υλικού και να δυσκολέψουν τις προμήθειες σε τρόφιμα κ.λ.π
Τα περισσότερα λοιπόν χωριά σχεδόν, άδειασαν και κατευθύνθηκαν κυρίως στη  Θεσσαλονίκη. Εδώ υπήρχε προ του πολέμου μια πολύ μεγάλη και ανθούσα Εβραϊκή κοινότητά πενήντα χιλιάδων ατόμων που υπέστη όμως, όπως όλοι γνωρίζουμε, απηνείς διωγμούς και εξοντώθηκε απάνθρωπα στα κρεματόρια της Γερμανίας και της Πολωνίας. Απέμειναν και επέστρεψαν περίπου πέντε χιλιάδες μόνο. Συνέπεια αυτού του τρομερού εγκλήματος ήταν να υπάρχουν άδεια διαθέσιμα πολλά διαμερίσματα, σπίτια, κτίρια ολόκληρα, όπου βολεύτηκαν προσωρινά οι  πολλές αυτές οικογένειες που ήρθαν από τα χωριό.
Έτσι και η οικογένεια Καγκελίδη, αφού περιπλανήθηκε αρχικά σε διάφορα διαμερίσματα και σχολεία της Άνω Πόλης [σχολείο Μάνιου στο Κουλέ-Καφέ κ.λ.π.], τελικά κατέληξε και εγκαταστάθηκε στην Πλατεία Αριστοτέλους, στο κεντρικότατο αυτό σημείο της πόλης, σ' ένα Εβραϊκό σχολείο, την Alliance, όπου σήμερα υπάρχει το ξενοδοχείο Ηλέκτρα Palace. Χωρίς πια τους Εβραίους μαθητές του, χρησιμοποιήθηκε το μισό για τη στέγαση είκοσι περίπου οικογενειών προσφύγων σε αντίστοιχες αίθουσες του στο ισόγειο και τον όροφο, και το άλλο μισό για συνεργείο αυτοκινήτων της χωροφυλακής. Από τη Νέα Σάντα οι περισσότερες οικογένειες του ορόφου, από τα χωριά της Αριδαίας [Καρατζόβας] οι οικογένειες του ισογείου.
Εγκαταστάθηκε λοιπόν η οικογένεια σε μία αίθουσα του ορόφου. Εδώ πια ήταν γραφτό να συνεχισθεί η ζωή για τα επόμενα τρία χρόνια. Και όλα ήταν μίζερα. Ένα δωμάτιο-αίθουσα 25 τ.μ. περίπου για όλες τις χρήσεις, χωρίς θέρμανση το χειμώνα με ένα μαγκάλι στη μέση, οι τουαλέτες μακριά απέναντι στο ισόγειο, ομαδικές όπως σ’ όλα τα σχολεία, χωρίς κανένα κρεβάτι στην αρχή, στρωματσάδα όλη η οικογένεια. Και το πρόβλημα της επιβίωσης μεγάλο, ανάγκασε το μικρό Λάζαρο να βγει στην πιάτσα στα δέκα του χρόνια πουλώντας αρχικά νερό [ναι, μάλιστα νερό] περιφερόμενος στους κεντρικούς δρόμους με μία μικρή στάμνα και ένα αλουμινένιο «μαστραπά» [ποτήρι] στο χέρι.
Με τα πρώτα κέρδη έκανε την επόμενη επένδυση πουλώντας καραμέλες σοκολάτες και μπισκοτολούκουμα σ' ένα ξύλινο κασελάκι κρεμασμένο από το λαιμό με ένα ζωστήρα. Τα καλοκαίρια ήταν πωλητής στα διαλείμματα διαδοχικά και στους πέντε θερινούς  κινηματογράφους της πλατείας. Έπρεπε να δουλεύει και αυτός για να συνεισφέρει στον πενιχρό οικογενειακό προϋπολογισμό γιατί το οικονομικό πρόβλημα ήταν πια έντονο. Ο πατέρας συνήθως κατάκοιτος λόγω της καταραμένης αγιάτρευτης αρρώστιας δεν μπορεί να δουλέψει την αλωνιστική μηχανή, την ενοικιάζει με πενιχρός τίμημα, τα έσοδα από τα λίγα χωράφια ασήμαντα, οι ανάγκες της ζωής μεγάλες, δεν υπάρχουν βλέπετε τα βοηθητικά του χωριού, κοτούλες, κατσίκες, φρούτα και λαχανικά ίδιας παραγωγής. Όλα πρέπει να αγορασθούν. Και το σχολείο απαραίτητο, ούτε σκέψη να εγκαταλειφθεί. Και σαν αποκορύφωμα, να και η αρρώστια της μάνας, κεραυνός μεγατόνων. Καρκίνος στη μήτρα. Από αμέλεια, φόβο ή για λόγους οικονομίας, δεν πήγε στο γιατρό, παρά τα εμφανή σημάδια πόνου και αιμορραγίας. Όταν το αποφάσισε, ήταν αργά.
Πήγαν στην Αθήνα στους καλύτερους γιατρούς. Όλοι τους κατηγορηματικοί. Μη αναστρέψιμη η κατάσταση. Απελπισία και απερίγραπτη ψυχική οδύνη. Επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη και τα δύο μεγάλα παιδιά ύστερα από τρία -χρόνια διαμονής στην Αθήνα, με τέτοιες συνθήκες ήταν απαραίτητη η παρουσία της μεγάλης κόρης, της Αντιγόνης.
Πολύ άσχημη λοιπόν η ατμόσφαιρα στο σπίτι, η κατάσταση της υγείας της μητέρας σταθερά επιδεινώνεται, είναι μόνιμα πια στο κρεβάτι, δίπλα στον άλλο μόνιμα κλινήρη άρρωστο άνδρα της, οι πόνοι γίνονται σταδιακά αβάστακτοι και η επιστήμη δεν ήταν τότε τόσο προοδευμένη να τους απαλύνει. Η γενναιότητά της όμως μοναδική γιατί δεν εγόγγυσε ποτέ μπροστά στα παιδιά της, ιδίως στα δύο μικρότερα, δεν ήθελε βλέπετε να τα στενοχωρεί. Το μεγάλο μαρτύριό της σταμάτησε στις 11 Ιανουαρίου του 1950, έφυγε από τη ζωή άδικα σε ηλικία 46 ετών. Η ταφή έγινε στη Νέα Σάντα. Εκείνη την ημέρα όλα ήταν κάτασπρα από το πολύ χιόνι, ακόμα και ο καιρός συμμετείχε στο πένθος για το χαμό της.
Η ζωή βέβαια συνεχίζεται γκρίζα, οι πρώτες μέρες της απουσίας της μητέρας αβάστακτα στενόχωρες, η προσπάθεια για νέο βηματισμό της οικογένειας δύσκολη, όταν νέο πρόβλημα παρουσιάζεται. Τελείωσε προ πολλού ο εμφύλιος πόλεμος, ουδέν καλόν όμως αμιγές κακού. Τέρμα η κρατική φιλοξενία, όλοι έπρεπε να επιστρέφουν στα μέρη τους, τουλάχιστον να εγκαταλείψουν οπωσδήποτε τα σπίτια όπου δωρεάν κατοικούσαν. Έπρεπε λοιπόν να μετακομίσουν, να πληρώνουν πλέον ενοίκιο για την κατοικία τους. Η αρωγή των θείων της Αθήνας και εδώ παρούσα. Για να βοηθήσουν στην κατάσταση, ζήτησαν να φιλοξενήσουν τη μικρή Έλλη που έφυγε στην Αθήνα τον Ιούνιο του 1950, στη μικρή παράγκα της Καλλιθέας, στη ζεστασιά και την προστασία της οικογένειας Καλπίδη, πάντοτε πρόθυμης να στηρίζει την οικογένεια της μοναχοκόρης αδελφής τους. Ίδια ζεστασιά μετά από λίγο και στο σπίτι του θείου Φώτη Καλπίδη και στη φροντίδα της νέας νύφης Δήμητρας. Μετά λοιπόν τις νέες συνθήκες που διαμορφώθηκαν, ο πατέρας εισάγεται στο Σανατόριο Ασβεστοχωρίου, και η υπόλοιπη οικογένεια, αποτελούμενη πλέον από τρία μικρό και άπειρα παιδιά χωρίς καμία στήριξη στον κοντινό περίγυρό της, πρέπει να αντιμετωπίσει μόνη της τις με όλες δυσκολίες της εποχής.
Η αλωνιστική μηχανή έχει καεί, δόλια μάλλον από τον πονηρό μισθωτή, τα άλλα εργαλεία [οργωτική, σπαρτική και θεριστική] έχουν προ πολλού χαθεί, δεν έχει μείνει τίποτε από τα παλιά μεγαλεία. Μια μικρή αναπηρική σύνταξη, ασήμαντες προκαταβολές έναντι ισχνής παραγωγής των χωραφιών  και ότι κερδίσουν από τη δουλειά τους. Ποια δουλειά όμως; Μεγάλη η ανεργία αυτήν την εποχή, πολύ λίγες οι δουλειές. Ετσι ο Βασίλης, 19 ετών τότε και με απολυτήριο γυμνασίου, που ήταν τότε σχετικά σπάνιο και γι' αυτό σπουδαίο προσόν, γίνεται έκτακτος εισπράκτορας λεωφορείων [ένα μεροκάματο την εβδομάδα], μπογιατζής χωρίς καμιά προηγούμενη εμπειρία, κατασκευαστής σκαλιστών εταζερών όπου είχε κλίση λόγω του καλλιτεχνικού του ταλέντου  και τέλος γκαρσόν στο κυλικείο του Διοικητηρίου.
 Ο δε Λάζαρος κάνει όποια δουλειά βρει, ακόμη και τσιράκι σε κατάστημα πώλησης άσβηστου ασβέστη που έκαιγε τα χέρια μόλις τον έπιανες και η πολύ σκόνη  δυσκόλευε  την αναπνοή. 
Πήγαινε στο Γ’ Γυμνάσιο Αρρένων στην Ευαγγελίστρια πολλές φορές με τα πόδια, από το σπίτι που βρισκόταν για πολύ καιρό στη Νεάπολη, δίπλα από το στρατόπεδο Στρεμπενιώτη, διανύοντας μια απόσταση 10-12 χιλιομέτρων Aller-retour. Δεν υπήρχαν βλέπετε ορισμένες φορές λεφτά για το εισιτήριο του λεωφορείου. Έτσι πορεύεται η ομάδα αλλάζοντας συνεχώς σπίτια, συγκατοικία συνήθως με άλλους για λόγους οικονομίας. Οικονομία ακόμα και στο φαγητό, κρέας μια φορά στις 10-12 μέρες.
Και ενώ ο αγώνας για την επιβίωση συνεχίζεται., φθάνουμε στο 1952, χρονιά σημαδιακή. Τα κακά μαντάτα έρχονται από το Σανατόριο, όπου ο πατέρας νοσηλεύεται δύο χρόνια τώρα, αγόγγυστα για τη δική του αρρώστια και τη μοναξιά του και παρακολουθώντας από μακριά, χωρίς να μπορεί να βοηθήσει στο ελάχιστο, την προσπάθεια των παιδιών του. Όμως η ταλαίπωρη υγεία του επιδεινώνεται τελευταία ραγδαία, πέφτει σε κατάσταση παραληρήματος, και τελικά σβήνει στις 4 Απριλίου 1952. Κατά τραγική μοίρα, την ίδια χρονιά ανακαλύφθηκε το φάρμακο που τελικά γιάτρεψε τη φυματίωση, το περίφημο Ριμιφόν, που κυκλοφόρησε εκείνη την εποχή στην Αγγλία. Στο παραλήρημά του έλεγε ότι ο μικρός του γιος Λάζαρος [15 ετών τότε] θα πήγαινε να του φέρει το φάρμακο και θα γιατρευόταν. Μακάρι να μπορούσε. Θάφτηκε στην Νέα Σάντα, δίπλα στη γυναίκα του. Ήταν μόνο 56 ετών.


ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Έτσι κλείνει μια ιστορία που ξεκίνησε από τη μακρινή Σάντα του Πόντου. Εκεί γεννήθηκε και έζησε τα πρώτα του χρόνια ο Γεώργιος Καγκελίδης. Έζησε και είδε τον πατέρα του, πνεύμα ανήσυχο και διορατικό, να προοδεύει δουλεύοντας χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την πατρίδα, στη μακρινή Γιάλτα, όπου και αυτός ακολουθούσε με αποτέλεσμα να διευρύνονται οι ορίζοντες του. Έζησε και είδε την άδικη μοίρα των γονιών του που πέθαναν πολύ νέοι, έζησε και ένοιωσε στο πετσί του την αναλγησία συγγενών αλλά και την αγάπη και το μεγαλείο ψυχής άλλων συγγενών και φίλων, έζησε και κατάλαβε ότι για να πετύχεις στη ζωή χρειάζεται μυαλό, ταλέντο για γρήγορες και σωστές αποφάσεις και πολύ δουλειά.
Έζησε πιστεύοντας στις διαχρονικές αξίες της κοινωνίας, στην πατρίδα και την οικογένεια, γνώρισε μέρες μεγάλου κινδύνου στους πολέμους και προ παντός στον τελευταίο εμφύλιο, έζησε και γνώρισε επίσης μέρες μεγάλης οικονομικής επιτυχίας και οικογενειακής ευτυχίας, αλλά και στο τέλος μέρες μεγάλης πίκρας και δυστυχίας που τον συνόδευσαν ως την τελευταία του πνοή. Η ζωή στο τέλος ήταν τελικά άδικη μαζί του, του άξιζε καλύτερη τελευταία διαδρομή και πιο πολλά χρόνια ζωής.
Δεν έζησε λοιπόν για να δει και να εξακριβώσει πόσο η προσωπική του ιστορία αλλά και η μεγάλη πίστη του στις διαχρονικές αξίες επηρέασαν θετικά τα παιδιά του που τις ενστερνίσθηκαν και τις έκαναν κτήμα τους και μπόρεσαν έτσι να ανταπεξέλθουν σε όλες τις δυσκολίες της μετέπειτα ζωής, να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τους μεγάλους κινδύνους που απειλούν μικρά και άπειρα παιδιά. Δεν έζησε ούτε αυτός ούτε η γυναίκα του, μια άλλη αδικημένη ηρωίδα της ζωής, για να δουν ότι τα παιδιά τους στάθηκαν, προόδευσαν και δημιούργησαν τις δικές τους οικογένειες. Δεν έζησε να δει πόσο περήφανα ήταν για τους γονείς τους που τόσο γρήγορα και άδικα πήρε ο Θεός κοντά του.

Λάζαρος Γ. Καγκελίδης

ΤΑ ΕΝΥΠΟΓΡΑΦΑ ΑΡΘΡΑ ΑΠΗΧΟΥΝ ΤΙΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΟΥ BLOG