Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

ΟΙ ΜΩΜΟΓΕΡΟΙ ΣΤΙΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΓΑΜΗΛΙΕΣ ΤΕΛΕΤΕΣ ΤΩΝ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΕΛΛΗΝΟΠΟΝΤΙΩΝ ΣΤΗΝ ΑΤΖΑΡΙΑ (ΝΟΤΙΟΣ ΚΑΥΚΑΣΟΣ) Μέρος 1ο

Οι πληροφορίες για τις συνήθειες μεταμφίεσης των Ποντίων καταγράφηκαν από μένα κατά το διάστημα των αποστολών μου από το 1978 ως το 1986 σε ελληνικά χωριά της Ατζάριας. Ως βάση της αποστολής ήτανε το χωριό Ντάγκβα.
Η μεταμφίεση είναι χαρακτηριστικό της πρωτοχρονιάτικης και γαμήλιας τελετής, τόσο σ’ αυτό το χωριό όσο και στο Κβίρικε, Άτσκβα και Αχαλσέν. Οι μεταμφιεσμένοι ονομάζονται από τους Ποντίους «Οι μωμόγεροι», «Οι μωμόεροι» (από το αρχαίο ελληνικό «ο μώμος» και ο γέρος), οι ενδυμασίες και τα σκηνικά τους «Τα μωμο(γ)ερλούχα», «Τα μωμο(γ)ερλούχα», από το «μωμόγερος» και «ρούχα» (ενδυμασίες των μωμογέρων). Η εμφάνιση των μωμογέρων στο σπίτι και η εκτέλεση του τραγουδιού «η αρχιμηνιά» και του πρωτοχρονιάτικου μυστηρίου ήταν το σύμβολο του ερχομού του νέου έτους.
Η προϋπάντηση του νέου έτους τη νύχτα της 31ης Δεκεμβρίου προς την 1η Ιανουαρίου, είχε για τους Ποντίους οικογενειακό, σπιτικό χαρακτήρα. Ήταν κακός οιωνός να περάσει κανένας το βράδυ της πρωτοχρονιάς έξω από το σπίτι, μακριά από την οικογένεια. Μόλις βράδιαζε, όλη η οικογένεια συγκεντρωνόταν κοντά στο σπιτικό τζάκι, περιμένοντας τον ερχομό των μωμογέρων, για τους οποίους ετοιμαζόταν με φροντίδα την παραμονή της γιορτής, επιστρέφονταν τα χρέη, για να μην αναγκασθούν με τον ερχομό του νέου έτους να δανεισθούν Κάτι, και γενικά τακτοποιούσαν το σπίτι. Για τους μωμόγερους έστρωναν ιδιαίτερο τραπέζι, στο οποίο έβαζαν κρασί, βότκα, φρούτα (μήλα, πορτοκάλια, μανταρίνια), ξηρά μήλα και αχλάδια «Τα τσίρα», καρύδια και «λεφτοκάρα» (φουντούκια), γλυκά και Χρήματα. Τώρα, στις μέρες μας, το έθιμο των μωμογέρων δε γίνεται, αν και το πρωτοχρονιάτικο τραγούδι «αρχιμηνιά» μερικοί ακόμα το θυμούνται και το τραγουδούν τη νύχτα της παραμονής του νέου έτους.
Για την εθιμοτυπική πρωτοχρονιάτικη επίσκεψη στα σπίτια, μια ομάδα της νεολαίας από 8—12 άτομα προετοιμαζόταν εγκαίρως, κρατώντας αυστηρά μυστικά όλες τις προετοιμασίες. Μερικοί έψαχναν για παλαιές ενδυμασίες στο σεντούκι των γιαγιάδων, άλλοι πήγαιναν στο κυνήγι, για να βρουν κατάλληλου χρώματος τομάρια τσακαλιών ή λύκων. Από αυτά καθώς και από τομάρια οικιακών ζώων έραβαν ρούχα για μερικούς ήρωες και έφτιαχναν μάσκες, παλιομοδίτικες ενδυμασίες, που φοριούνταν άλλοτε καθημερινά στον Πόντο· τις έσχιζαν, τις γύριζαν από την ανάποδη και τις στόλιζαν με μπαλώματα. Όλοι οι μεταμφιεσμένοι φορούσαν «Τα τσαρούχα» ή «παπούτσα», ένα είδος ρηχών παντοφλών από ακατέργαστο δέρμα, με τη μύτη γυρισμένη προς τα επάνω. Αυτή η υπόδηση ήταν από τα παλιά χρόνια διαδεδομένη στην Ανατολή, στον Καύκασο και σε όλη την καρπαθο-βαλκανική περιοχή. Οι Πόντιοι τα φορούσαν κάποτε όλο το χρόνο με μάλλινες κάλτσες.
Τα κύρια βασικά πρόσωπα που παρίσταναν το πρωτοχρονιάτικο μυστήριο του ιερού γάμου, του θανάτου και της ανάστασης (γέννησης) ήταν πέντε: «ο γέρος» ή «Ο μωμόγερος». Αυτός φορούσε μάσκα «Τη μάσκα», «Το προσωπίδ’», που εκάλυπτε εντελώς όλο το πρόσωπο και τα αυτιά και δενόταν στον αυχένα. Τη μάσκα την έβαφαν με λευκό χρώμα σε όλη την όψη, με κόκκινο τα μάγουλα, το άνοιγμα του στόματος και την ψεύτικη μύτη και με μαύρο τις ρυτίδες στο μέτωπο, τα μάτια και το στόμα. Έπειτα προσθέτανε μουστάκι και γένια «τα μουστάκα», «Τα γένα» μέχρι το στήθος και μακριά ως τη μέση της ράχης μαλλιά από στουπί. Ο γέρος φορούσε σκούρα, σκισμένα ρούχα, με ποικιλόχρωμα μπαλώματα: παντελόνι τη «ζίβρα» με πουκάμισο «το καμία’» απ’ έξω και την τσόχα «τζόχα», ένα είδος εξωτερικού χειμωνιάτικου ανδρικού ρούχου. Στα χέρια του κρατούσε ένα μακρύ μπαστούνι με λαβή «το ραβδίν», «το λαβρίν».
 Απαραίτητο εξάρτημα ήταν τα κουδουνάκια, «Τα κωδώνα», «Τα κωδωνόπα», τα οποία συνήθως τα χρησιμοποιούσαν για τις αγελάδες. 5-8 τέτοια κουδούνια ήσαν περασμένα σε σκοινί, μάκρους ενάμισι μέτρου. Ο γέρος ή τα είχε δεμένα στη μέση του ή τα τύλιγε στο μπαστούνι του. Στη ράχη του κάτω από το ρούχο, του έβαζαν μια καμπούρα. Ο γέρος είχε γυναίκα τη «γραία». Μερικοί πληροφοριοδότες την ονόμαζαν «κοτσάκαρη» —από το τουρκικό hoca «χόδζα», θεωρούμενη από τους Ποντίους σαν «αξιοσέβαστη», «αξιότιμη», και «κάτι παραπάνω» «σύζυγος, γυναίκα, χωριάτισσα».
 Η γριά φορούσε σκούρα ρούχα και το πρόσωπό της ήταν σκεπασμένο με μαντίλι, που άφηνε ελεύθερα μόνο τα φρύδια, τα μάτια και τη μύτη. Αυτός ο ήρωας δε φορούσε μάσκα και το ανοιχτό μέρος του προσώπου του ήταν βαμμένο με άσπρο χρώμα και με βαμμένες ρυτίδες. Το μαντίλι ήταν δεμένο κάτω από το πιγούνι, καλύπτοντας το στόμα. Οι γυναικείες της καμπυλότητες τονίζονταν πολύ καθώς και η καμπούρα της πλάτης. Στα περισσότερα κείμενά μου η γριά ήταν «έγκυος» και σπανιότερα κρατούσε στα χέρια της το νεογέννητο. Κατά την εξέλιξη της παράστασης αυτή ή αντιστεκόταν στο διεγερμένο γέρο ή βοηθούσε στο ξαναζωντάνεμα του «σκοτωμένου» ή «γεννούσε». 
Η νέα γενιά αυτής της ομάδας παρουσιαζόταν με ερωτικό τρίγωνο που το αποτελούσαν: «ο γαμπρός», «ο νιόγαμπρος», που σπανιότερα τον έλεγαν «ο άντρας», ο σύζυγος ή «ο αγαπητό ς», «ο εραστής» και «η νύφε» (στα ελληνικά αυτές οι έννοιες δεν ξεχωρίζονται)· σπανιότερα εμφανιζόταν «η γυναίκα» σύζυγος ή «η αγαπητή»—ερωμένη. Η περιγραφή των ενδυμασιών της νύφης και του γαμπρού στις αφηγήσεις των πληροφοριοδοτών μου συμπίπτουν πλήρως με τις ποντιακές παραδοσιακές ενδυμασίες του άνδρα και της γυναίκας των περιοχών Τραπεζούντας και Σάντας, γνωστές σ’ εμάς από ανατυπώσεις και φωτογραφίες του τέλους του ΧΙΧ και των αρχών του ΧΧ αι. Για το ρόλο της νύφης διάλεγαν το ωραιότερο, κομό και νέο παλικάρι, σχεδόν έφηβο. Το επιμελώς ξυρισμένο πρόσωπό του το μακιγιάρανε και το βάφανε, ώστε να γίνει αγνώριστο, γιατί ήταν εντελώς ανοικτό, χωρίς μάσκα· όπως στη γριά, έτσι και στη νύφε, ήταν τονισμένες οι καμπυλότητες του γυναικείου σώματος· κάποτε μάλιστα παρουσιαζόταν σαν έγκυος — «η βαριασμέντσα η νύφε». Τα ρούχα της ήταν άσπρα ή ανοιχτού χρώματος. Ο «γαμπρός» ήταν χωρίς μάσκα, με πουδραρισμένο και βαμμένο κόκκινο πρόσωπο, με μουστάκια βαμμένα, ρούχα ανοιχτού χρώματος και καπέλο την «κουκούλα».
Η πιο γραφική και ζωηρή φιγούρα των μεταμφιεσμένων είναι «ο διάβολος». Στην περιγραφή του ήρωα αυτού, οι γνώμες των αφηγητών μας δε συμφωνούν. Εμείς ξεχωρίσαμε αρκετές μορφές του διαβόλου. Η ενδυμασία του ήταν από ύφασμα και από γούνα, σε κόκκινο ή μαύρο χρώμα με δύο κέρατα και με καπέλο ή μ’ ένα κέρατο ή με καλπάκι, με μυτερό καλπάκι. Το κουστούμι (βρακί - μπλούζα) γινόταν αποκλειστικά από τα τομάρια των τσακαλιών που πετύχαιναν στο κυνήγι. 
Από τους τρεις χρωματισμούς αυτών των ζώων, μαύρο, γκρίζο, κόκκινο έδιναν προτίμηση στο τελευταίο. Στο βρακί του διαβόλου στερέωναν ουρά σκύλου ή λύκου ή αλεπούς και κάποτε και αγελάδας. Στα χέρια του μεταμφιεσμένου σε διάβολο φορούσαν ιδιόμορφα γάντια: σκυλίσια πόδια με νύχια στις άκρες. Η μάσκα του διαβόλου γινόταν από γούνα και εξείχε προς τα εμπρός. Για τα μάτια έκαμναν δύο σχισμές, στις οποίες στερέωναν κομμάτια από γυαλί. Στο βραδινό αμυδρό φωτισμό, αυτά τα γυαλιά γυαλίζανε βλοσυρά και προκαλούσαν φρίκη στον οικοδεσπότη και την οικογένειά του. Ο άνθρωπος, ο οποίος παρίστανε το διάβολο, όχι μόνο προσπαθούσε ν’ αλλάξει τη φωνή του, αλλά και την ανθρώπινη μορφή του. Ο ρόλος του διαβόλου ήταν ο πιο δύσκολος: ήταν σε διαρκή κίνηση, πρόφθαινε παντού και σ’ αυτόν περισσότερο από τους άλλους ξεσπούσαν και οι δικοί του και οι ξένοι. Γι’ αυτό το ρόλο του διαβόλου μπορούσε να τον παίξει ο πιο ανθεκτικός νέος.
Εκτός από τα κύρια πέντε πρόσωπα, που έπαιζαν το πρωτοχρονιάτικο μυστήριο, στην ομάδα των μωμογέρων συμπεριλαμβάνονταν και δευτερεύοντα πρόσωπα. Ο αριθμός τους καθώς και η εξωτερική τους εμφάνιση δεν ήταν καθορισμένα. Έτσι «ο γιατρός» ή «η γιατράβα», αν ήταν ρόλος γυναίκας, ήταν ντυμένος με την παραδοσιακή ποντιακή ενδυμασία και στα χέρια του κρατούσε ένα σωληνάκι, το οποίο χρησιμοποιούσε σαν στηθοσκόπιο κατά την εξέταση του «ασθενήσαντος» ή «πληγωμένου» μωμόγερου.
 Ο γιατρός είχε μια σακούλα «το δισάκ’» με ιαματικά χόρτα και υλικό επιδέσμων. Ο παπάς «ο ποπάς» φορούσε μαύρο ρούχο, που θύμιζε ράσο και κρατούσε στα χέρια του σταυρό· τον καλούσαν για να πει προσευχές ή να εκτελέσει την ιεροτελεστία για τον αποθνήσκοντα μωμόγερο. Ο αστυφύλακας «ο ζάνταρος», με απειλητικά μουστάκια, σπαθί ή όπλο, συνήθως κατεδίωκε, συνελάμβανε και τιμωρούσε το διάβολο, εκπληρώνοντας διαταγές του γέρου και των άλλων μωμογέρων. Στη σύγκριση των κειμένων περιγραφής του εθίμου των μωμογέρων, είναι φανερό ότι οι ήρωες: γιατρός, παπάς, αστυφύλακας εμφανίστηκαν μεταγενέστερα στο πρωτοχρονιάτικο μυστήριο, σαν αποτέλεσμα ανάθεσης σ’ αυτούς εθιμικών πράξεων μερικών από τους πέντε βασικούς ήρωες, όπως του γαμπρού, της γραίας και του διαβόλου. Γι’ αυτό αυτά τα δευτερεύοντα πρόσωπα τα κατατάσσουμε στη δεύτερη ομάδα.
Την τρίτη ομάδα των μωμογέρων αποτελούσαν οι μουσικοί και οι τραγουδιστές. Ο ρόλος στο έθιμο ήταν απολύτως συγκεκριμένος: αυτοί έπαιζαν, τραγουδούσαν και χόρευαν. Καθώς θυμούνται οι πληροφοριοδότες μας, ο μουσικός, ο οποίος έπαιζε λύρα, και οι τραγουδιστές (2-3 άνθρωποι), μπορούσαν να είχαν όψη ανθρωπόμορφη, τα ρούχα τους όμως ήταν χωρίς συγκεκριμένη γραμμή, ενώ τα πρόσωπά τους ήταν σκεπασμένα με μάσκες. Καμιά φορά παρίσταναν ζώα, όπως π.χ. το λύκο «ο λύκον», την αρκούδα «ο άρκον», την κατσίκα «τ’ αιίδ’».
Φωτίζοντας το δρόμο τους με πυρσούς «τα τσακλία», οι μωμόγεροι πλησίαζαν σιγανά στο σπίτι, σταματούσαν και ο γέρος στην αρχή σιγανά, κατόπιν δυνατότερα και κατόπιν πολύ δυνατά, τράνταζε την αρμαθιά με τα κουδούνια. Ο οικοκύρης του σπιτιού άνοιγε την πόρτα και οι μωμόγεροι από το κατώφλι, όλοι μαζί, έψαλλαν την «αρχιμηνιά». Παραθέτω το πλησιέστερο από τα ποικίλα των καταγραφέντων από μας, κειμένων.

«Αρχή μηνιά κι αρχή χρονιά
και αρχή στο νέγον έτος.
Αές Βασίλης έρχεται
και από την Καισαρεία.
Βαστά εικόνα και χαρτίν,
χαρτίν και καλαμάρι.
Το καλαμάρι έγραφτεν
και το χαρτί ομίλει:
—Βασίλη, απόθεν έρχεσαι
και απόθεν καταβαίνεις;
—Από της μάνας έρχουμαι
και στο σχολειό μου πάγω.
—Κάτσε να φας, κάτσε να πιεις,
κάτσε να τραγουδήσεις.
—Εγώ γράμματα έμαθα,
τραγούδια δεν ηξέρω.
—Και αν ηξέρεις γράμματα
πες μας την αλφαβήτα.
—Χλωρό ραβδί, ξερόν ραβδίν,
χλωρά βλαστάρια πέφτουν,
απάνω στα βλαστάρια τους
πέρδικες κελαηδούσαν.
Δεν ήταν μόνον πέρδικες
και άλλα περιστέρια.
Κατέβηκε η πέρδικα,
να βρέξει το φτερό της,
να βρέξει τον αφέντη μας
τον πολυχρονεμένον.
Και αδά ’ς σο σπίτ’ ντο έρθαμε
να ζει ο νοικοκύρης!
Να ζήσει χρόνους εκατόν,
ημέρες χιλιάδες!
Εις έτη πολλά!
Να βοηθά!
Το νέγον έτος!».

Μετά την εκτέλεση του τραγουδιού, επακολουθούσε διάλογος μεταξύ του οικοδεσπότη και του γέρου. Ο οικοδεσπότης επίμονα ρωτούσε το γέρο, από πού ήρθε και ποιος είναι, αν ήρθε μόνος του και γιατί ήρθε στο σπίτι του. Ο γέρος απαντούσε ότι δεν ήρθε μόνος του και ότι πέρασε από δύσκολους δρόμους ξυπόλυτος, χωρίς τσαρούχια, ότι κουράστηκαν όλοι και πείνασαν και διψούν. Ο οικοδεσπότης τότε προσκαλούσε το γέρο στο σπίτι, κι αυτός καλούσε τη γραία. Αυτή έμπαινε δηλώνοντας ότι είναι έγκυος, ότι έχει και άλλα παιδιά και ότι πρέπει να πλέξει γι’ αυτά μάλλινες κάλτσες «τα κάλτσας» για το χειμώνα κ.ά.
 Κατόπιν η γραία καλούσε το γιό της, ο οποίος «γίος»—γαμπρός έμπαινε μέσα και έλεγε ότι έξω από την Πόρτα στέκεται η γυναίκα του «η νύφε». Οι οικοκυραίοι παρακαλούσαν να μπει κι αυτή. Αλλά και ο γαμπρός καλούσε τη νύφη και αυτή έμπαινε ακολουθουμένη από το μουσικό και τους τραγουδιστές και τότε όλοι οι μωμόγεροι άρχιζαν να χορεύουν τον «χορόν», το «λαγγευτόν» ή «τρομαχτόν».
 Εν τω μεταξύ κρυφά πίσω από τους χορεύοντες και τους μουσικούς τρύπωνε ο διάβολος και κρυβόταν στο τζάκι. Εκεί περίμενε την κατάλληλη στιγμή, για να κλέψει τη νύφη που του άρεσε. Αυτό το κατάφερνε και την έσερνε προς την έξοδο, ενώ η νύφη φώναζε και έχανε τις αισθήσεις της (καμιά φορά ο διάβολος πυροβολούσε το γαμπρό, τον οποίο αργότερα θεράπευε ο γιατρός ή η νύφη σύμφωνα με τις υποδείξεις του διαβόλου). Καλούσαν τότε το γιατρό στην άρρωστη και αυτός τη θεράπευε, ενώ έδιωχναν το διάβολο έξω από το σπίτι· αυτός όμως προσπαθούσε να μπει από το παράθυρο. Σε άλλη περίπτωση ο διάβολος εγκατέλειπε τη νύφη, που έχασε τις αισθήσεις της, πηδούσε και σκαρφάλωνε από την αλυσίδα του τζακιού προς την οροφή (το επεισόδιο αυτό για κάποιο λόγο ήταν φοβερό για την οικογένεια). Εκεί αυτός, λικνιζόμενος και μορφάζοντας φώναζε, ούρλιαζε και κατατρόμαζε όλους. Τελικά συγχωρούσαν το διάβολο και στη συνέχεια οι μωμόγεροι και οι οικοδεσπότες χόρευαν τον «χορόν» και τραγουδούσαν τραγούδια.
Κατά τη διάρκεια του διαδραματιζόμενου μυστηρίου, όπως τόνιζαν οι πληροφοριοδότες μας, οι μωμόγεροι συμπεριφέρονταν άσεμνα και ξετσίπωτα: άλλοι κυνηγούσαν την οικοκυρά, που ξεφώνιζε, την τσιμπούσαν και ψαχούλευαν το στήθος της και το υπογάστριο, και τη στριμώχνανε στον τοίχο. Ορμούσαν και εναντίον του οικοκύρη και τρομάζανε τα παιδιά. Ο οικοκύρης όμως ποτέ δεν τους σταματούσε και δεν ανακατευόταν. Τέτοια συμπεριφορά επιτρεπόταν αυτήν τη νύχτα. Οι οικοκυραίοι προσπαθούσαν να αναγνωρίσουν ποιοι είναι οι μεταμφιεσμένοι σε μωμόγερους, να βγάλουν τις μάσκες τους και τα στολίσματα της κεφαλής τους. Στο δωμάτιο γινόταν φασαρία, σαματάς, ακουγόταν το σκούξιμο των παιδιών και των γυναικών, αλλά κάποτε και των μωμογέρων.
Μετά τους προσέφεραν όσα είχαν προετοιμάσει γι’ αυτούς: βότκα, κρασί, μεζέδες. Τα γλυκά και τα φρούτα τα έπαιρναν οι μωμόγεροι μαζί τους και πάλι ενοχλούσαν τον οικοκύρη, ζητώντας μεγαλύτερη αμοιβή και έτσι η φασαρία και τα σούρτα-φέρτα ξανάρχιζαν. Όταν έπαιρναν τα χρήματα που ζητούσαν, ευχαριστούσαν τους οικοκυραίους και πήγαιναν σε άλλο σπίτι.
Σε κάθε χωριό υπήρχε μια ομάδα μωμόγερων, που προσπαθούσαν να επισκεφθούν όλα τα σπίτια, εκτός από εκείνα που είχαν πένθος ή δεν υπήρχε νέο συζυγικό ζευγάρι. Κατά την τέλεση του πρωτοχρονιάτικου μυστηρίου-εθίμου, οι μεταμφιεσμένοι ποτέ δεν κυνηγούσαν εργένηδες και ηλικιωμένους ανθρώπους. Οι Πόντιοι το εξηγούν αυτό, λέγοντας ότι με τους ηλικιωμένους και τη νεολαία είναι απρέπεια να φέρεται κανείς κατ’ αυτόν τον τρόπο. Υπάρχουν όμως ενδιαφέρουσες προλήψεις: πίστευαν δηλ. ότι μετά το νέο έτος και την επίσκεψη των μωμόγερων, οι σύζυγοι θα μπορούσαν να συλλάβουν όποιο μωρό θελήσουν —αγόρι ή κορίτσι, ενώ οι άτεκνοι θα αποκτήσουν μωρό, οπωσδήποτε αγόρι, που θα φέρει το όνομα της οικογένειας και θα είναι συνεχιστής της γενιάς.
Στο Ιστορικό Λεξικό της Ποντικής Διαλέκτου του Άνθιμου Παπαδόπουλου, το ουσιαστικό ο μωμόγερος· (περιοχής Κερασούντας και Τραπεζούντας), ο μωμόερος (περιοχής Τραπεζούντας και Χαλδίας), ο μαμούγερος (περιοχής Ινεπόλεως) έχει τρεις σημασίες: 1) ξεδοντιάρης ή μπαμπόγερος, 2) μεταμφιεσμένος στην πρωτοχρονιάτικη καρναβαλίστικη Παράσταση και 3) φάντασμα δύσμορφου γέρου.6 Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς ότι και εκεί σημειώνεται το επίθετο μώμος, προερχόμενο από τα αρχαία ελληνικά ο Μώμος, ονομασία του θεού της κακολογίας και του εμπαιγμού (κοροϊδίας), που στη σύγχρονη ποντιακή διάλεκτο σημαίνει ανόητος, κουτός.
Για τους σύγχρονους Έλληνες της Ατζάριας, η ετυμολογία του εθιμικού «οι μωμόγεροι» δεν είναι πια σαφής. Επειδή όμως το έθιμο των μωμόγερων ήταν πλατιά διαδεδομένο στα ελληνικά χωριά μέχρι το 1930 και άρχισε να σβήνει κατά το 1950, στο καθημερινό λεξιλόγιό τους ο όρος αυτός περιλαμβάνει αρκετές άλλες σημασίες, τις εξής:
1) Υπονοούνται μεταμφιεσμένοι που εκτελούν ορισμένες εθιμοτυπικές πράξεις της πρωτοχρονιάτικης νύχτας.
2) Από την προέλευση των εθιμοτυπικών πράξεων των μωμόγερων (βωμολοχίες, ερωτικές χειρονομίες και κινήσεις του σώματος, το κυνηγητό της γυναίκας του οικοκύρη κλπ.) σχηματίσθηκε η έννοια «άγριος», «ατίθασος άνθρωπος», «αγριάνθρωπος».
3) Το έθιμο των μωμοερλούχων με τη μεταμφίεση (ντύσιμο με ρούχα του άλλου φύλου) με την ψυχολογική διείσδυση στη μορφή του απεικονιζόμενου προσώπου και τη συναίσθηση της γιορτής, άρχισε να εκλαμβάνεται ως λαϊκή παράσταση, θέαμα, και δεν ήταν τυχαίο το ότι ονόμαζαν μωμόγερους τους ηθοποιούς της ιδιωτικής καλλιτεχνικής δραστηριότητας και γενικά τους ηθοποιούς.
4) Στην επικράτηση της νέας αυτής σημασίας του όρου συνετέλεσε και η ταυτόσημη ονομασία της παράστασης «οι μωμόγεροι», που ήταν στο ρεπερτόριο της ιδιωτικής καλλιτεχνικής δραστηριότητας των Ποντίων Ελλήνων στην Ατζάρια και Απχάζια κατά τη δεκαετία 1930— 1940.
5) «Μεταμφιεσμένος που εμφανίζεται μόνο στο σπίτι της νύφης την ημέρα του γάμου».
Οι Πόντιοι Έλληνες ανέκαθεν, κατά τον αρραβώνα, είχαν τη συνήθεια οι συγγενείς της νύφης να προσφέρουν βραστή (ψημένη) όρνιθα στο γαμπρό. Αυτό το έθιμο (συνήθεια) πιστοποιείται σε πολλά εθνογραφικά δημοσιεύματα στην Ελλάδα. Οι απόγονοι των Ποντίων που μετανάστευσαν στον Καύκασο επίσης το διατήρησαν, με μερικές όμως παραλλαγές. Πρώτα τη βρασμένη όρνιθα την πρόσφεραν στο γαμπρό όχι μόνο κατά τον αρραβώνα, μετά την τελετή, αλλά και στο γάμο, όταν ο γαμπρός με τους συνοδούς του ερχόταν να πάρει τη νύφη. Εξ άλλου, αυτών την όρνιθα την προσφέρουν οι μεταμφιεσμένοι, τους οποίους σ’ αυτό το έθιμο τους ονομάζουν μωμόερους. Τα τελευταία χρόνια άρχισαν να τους ονομάζουν περιγραφικά «εκείν’ π’ εφτάνε τσιμπούσα: αυτοί που κάνουν γλέντια, αστεία, ευθυμία».
Στον αρραβώνα οι μωμόγεροι εμφανίζονταν τα μεσάνυχτα, στο αποκορύφωμα του εύθυμου γλεντιού, μετά το τέλος όλης της διαδικασίας των εθίμων του αρραβώνα. Πέντε ως οκτώ άνθρωποι από την πλευρά της νύφης και των γειτόνων της μεταμφιέζονταν σε κρυφά μέρη (υπόγειο του σπιτιού, ξυλαποθήκη, γκαράζ, ή κουζίνα), φορούσαν παλιά γυρισμένα από την ανάποδη ρούχα, μαύριζαν ή έβαφαν το πρόσωπό τους, το κουκούλωναν με μαντίλι και το σκέπαζαν με στολίδια κεφαλής. Άλλαζαν τη φωνή και το βάδισμά τους, οι νέοι παρίσταναν τους γέρους, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία παρίσταναν τους νέους, οι νεαροί τις έγκυες γυναίκες ή μητέρες με μωρά, σι κοπέλες τους άντρες. Στη σάλα, όπου κάθονταν οι μουσαφιραίοι, οι μεταμφιεσμένοι έμπαιναν κρατώντας με τα χέρια ένα μακρύ σκοινί ή ήταν με τη σειρά δεμένοι από τη μέση. Η σκηνή που παρίσταναν ήταν η προσφορά πιατέλας (πιάτου, δίσκου) με τη βρασμένη όρνιθα στο γαμπρό. Την πιατέλα αυτή κρατούσε ο μάγειρας (η μαγείρισσα) «ο μάερας», «η μαέρτσα» ή ο πρεσβύτερος συγγενής της νύφης, και η άκρη του σκοινιού ήταν δεμένη γύρω από τη μέση του. Μόνος αυτός από την ομάδα δεν ήταν μεταμφιεσμένος με καρναβαλίστικο κοστούμι και δεν είχε μάσκα στο πρόσωπό του. Όταν αυτός που κρατούσε την πιατέλα με την όρνιθα περπατούσε εμπρός από τους μεταμφιεσμένους, τον ονόμαζαν «ο οδηγός». Σ’ αυτήν την περίπτωση προσπαθούσε να προχωρήσει, οι μεταμφιεσμένοι όμως αντιστεκόμενοι τον τραβούσαν πίσω. Αν πήγαινε αυτός πίσω από όλους τους μεταμφιεσμένους, τον ονόμαζαν «ο τελευταίος» και τότε οι μεταμφιεσμένοι τραβούσαν το σκοινί με το οποίο ήταν δεμένοι, ενώ ο τελευταίος αντιστεκόμενος τους τραβούσε Πίσω. Αυτοί οι μεταμφιεσμένοι, αντίθετα από τους πρωτοχρονιάτικους, δε στριφογύριζαν στα δωμάτια, κανένα δεν προσβάλλανε και δεν πείραζαν, και οι μουσαφιραίοι, που κάθονταν γύρω στο τραπέζι, δεν επιχειρούσαν να αναγνωρίσουν τους μεταμφιεσμένους. Ήταν παθητικοί θεατές της παράστασης αυτής.
Την απόσταση από την Πόρτα του δωματίου ως την καρέκλα που καθόταν ο γαμπρός, περίπου 5—6 μέτρων, οι μεταμφιεσμένοι τη διέσχιζαν σε 20—30 λεπτά, εμποδίζοντας ο ένας τον άλλο και καταβάλλοντας υπεράνθρωπες προσπάθειες, για να σύρουν την εξαιρετικά «βαριά» όρνιθα. Οι μεγάλες διαστάσεις και το βάρος της όρνιθας τονίζονται και στο τραγούδι «ελέσα για λέσα». Ένας από τους μεταμφιεσμένους άρχιζε το τραγούδι και οι υπόλοιποι το επαναλάμβαναν ξεφωνίζοντας και σπρώχνοντας ο ένας τον άλλον:

«Γιούργια, γιούργια!
Ελεσά για λέσα!
Η κοσσάρα έν’ βαρέσα!
Ελεσά για λέσα!
Γιούργια, συρ’ τεν κ’ έλα!
Η κοσσάρα έν’ βαρέσα!
Ελεσά για λέσα!
Η κοσσάρα στο μερίν
Ελεσά για λέσα!
Συρ’ τεν κ’ έλα!
Κίτρινον κι άμον κερίν!
Ελεσά για λέσα!
Σύρ’ τεν κ’ έλα!
Γιούργια, γιούργια!
Η κοσσάρα έν’ τρανόν!
Ελεσά για λέσα!
Φέρομ’ ατο τον γαμπρόν!
Ελεσά για λέσα!
Γιούργια, γιούργια
Σύρ’ τεν κ’ έλα!».

Το εθιμικό γαμήλιο τραγούδι «ελεσά λέσα» (άλλη ονομασία του «ελέσα γιόσα») από το στυλ του εμφανίζεται σαν τραγούδι της εργασίας, χαρακτηριστικά στοιχεία του οποίου διακρίνονται εδώ καθαρά: ο τύπος της μελωδίας, η περιορισμένη ένταση στη «διαπασών» και η ενοποίηση με την ίδια προφορά της ηχηρά τονισμένης συλλαβής. Το τραγούδι της εργατιάς «ελεσά γιόσα» (παρωδία του οποίου είναι το εθιμικό γαμήλιο τραγούδι που εκτελείται από τους μεταμφιεσμένους) το εκτελούν κατά την πραγματοποίηση κάποιας βαριάς δουλειάς, π.χ. κατά τη μετακίνηση φορτίου, κατά τη διάρκεια οικοδομικών εργασιών. Άλλοτε, στα παλιά χρόνια, όταν 10—15 άνθρωποι έβγαζαν από το υπόγειο το σατσναχέλι9 με χοντρά σκοινιά, φώναζαν: «Ελέσα, ελέσα, γιόσα!» Το ίδιο έλεγαν και στο γάμο και αστειεύονταν, όταν ο γαμπρός καθόταν στο τραπέζι. Γι’ αυτόν έφερναν την όρνιθα και έλεγαν πάλι: «Ελέσα» και αστειεύονταν ότι η όρνιθα ήταν βαριά. Έβαζαν την όρνιθα στο δίσκο και προσποιούνταν ότι οι μεταμφιεσμένοι σύρουν το σατσναχέλι στο τραπέζι μπρος στο γαμπρό. Έλεγαν: «Βαρύν κοσσάρα, ελέσα γιόσα, βαρύν κοσσάρα!». Από τη συνοδεία του γαμπρού, κάποιος από τους δικούς του όφειλε να πληρώσει γι’ αυτόν την όρνιθα.
Η δανεισμένη από το ποντιακό τραγούδι της εργατιάς επωδός «ελέσα για λέσα», και οι αναφωνήσεις «γιούργια», «σύρ’ τεν κ’ έλα» συνθέτουν τις προσπάθειες των μεταμφιεσμένων και το κωμικό της σκηνής, την οποία παίζουν, δηλώνοντας ότι γίνεται παρωδία όχι μόνο του τραγουδιού της εργατιάς αλλά και της βαριάς δουλειάς και εντάσεως που δημιουργείται με την εισαγωγή στο δωμάτιο του δίσκου με τη βρασμένη όρνιθα, οι υπερβολικές διαστάσεις της οποίας τονίζονταν στο εκτελούμενο τραγούδι.
Κατά το γάμο, η σκηνή της προσφοράς της πιατέλας με τη βρασμένη όρνιθα από τους μεταμφιεσμένους επαναλαμβάνεται πάλι στο σπίτι της νύφης, όταν έρχεται να την πάρει ο γαμπρός με την ακολουθία του. Και στους μωμογέρους οι μεταμφιεσμένοι πάλι εμφανίζονται από κρυφά μέρη συνήθως από το υπόγειο του σπιτιού, και τραγουδώντας το τραγούδι, σέρνουν την . . .πελώρια βαριά τους όρνιθα, παίρνουν από τον κουμπάρο του γαμπρού χρήματα για τους κόπους τους και ήσυχα φεύγουν.
Η εκτέλεση του τραγουδιού «Ελέσα λέσα» από τους μεταμφιεσμένους είναι δυνατή μόνο στην περίπτωση που η νύφη είναι παρθένος, αν δηλαδή δεν την έκλεψαν ή δεν το ‘σκασε, συμφωνώντας με το γαμπρό. Κατά το διάστημα της αποστολής μας το 1984, εμείς παραβρεθήκαμε σε ποντιακό γάμο στο χωριό Ντάγκβα, τον οποίο γιόρταζαν, αφού ο γαμπρός και η νύφη έζησαν μαζί επί αρκετούς μήνες. Η διαδικασία (το σενάριο) αυτού του γάμου βασικά ανταποκρινόταν στην παράδοση, εκτός από το έθιμο του «νυφέπαρμαν». Το σόι της νύφης δεν τέντωσε το σκοινί στην είσοδο της αυλής εμπρός από τη συνοδεία του γαμπρού κι ούτε υπήρχαν μεταμφιεσμένοι, αλλά η όρνιθα για το γαμ3τρό είχε ετοιμασθεί και διασκευασθεί με ειδικό τρόπο: τα πόδια της είχαν περασθεί από κομμένο άνοιγμα της κοιλότητας του στήθους του πτηνού, ενώ τα άκρα τους εξείχαν από το πίσω μέρος (τον πρωκτό). Την πιατέλα με αυτήν την όρνιθα την έβαλαν σιωπηλοί στο τραπέζι εμπρός στον κουμπάρο του γαμπρού, και αυτός σιωπηλός επλήρωσε γι’ αυτήν. Αυτόν το γάμο οι γονείς της νύφης και του γαμπρού τον έκαμαν, για να αποζημιωθούν για τα έξοδα, στα οποία υποβλήθηκαν σε γάμους άλλων σπιτιών.
Η εμφάνιση των μωμόγερων στα πρωτοχρονιάτικα και γαμήλια έθιμα εξαρτάται από το δεσμό τους με τη λατρεία των προγόνων. Αυτό πιστοποιείται από την εμφάνισή τους τη νύχτα, από το αγνώριστο, τα παλιά και αναποδογυρισμένα ρούχα, το «τραβεστί», την αλλαγή της φωνής. Οι μεταμφιεσμένοι δεν αποκαλύπτουν τον τόπο από τον οποίο ήλθαν. Στις συνομιλίες τους με τους οικοκυραίους του σπιτιού, τονίζουν τη σημασία της απόστασης, την οποία υπερνίκησαν, το σκοτάδι, την πείνα, το κρύο, τη δίψα, την κούραση. Ακριβώς τα ίδια πράγματα λένε οι προξενητάδες και συγγενείς του γαμπρού στο κατώφλι του σπιτιού της νύφης κατά τον αρραβώνα, ότι δηλ. και αυτοί, όπως και οι μωμόγεροι, ήρθαν σε άλλο κόσμο. Για τους μωμόγερους, όπως και για τις ψυχές των προγόνων και των πνευμάτων της φύσης, ετοιμαζόταν ειδική τροφή, την οποία είναι δυνατόν να την ερμηνεύσει κανείς σαν μνημόσυνο: άλλωστε ξηρά και φρέσκα φρούτα, καρύδια και γλυκά οι Πόντιοι έφερναν πάντοτε σαν θυσία στην πηγή του χωριού το πρωί της 1ης Ιανουαρίου μετά την επίσκεψη των μωμόγερων στο σπίτι.
Η συμπεριφορά και μερικές λεπτομέρειες της ενδυμασίας του διαβόλου (σκυλίσια πόδια, αναμαλλιασμένη, φουντωτή ουρά, το ουρλιαχτό, οι γρήγορες κινήσεις και τα πηδήματα, η ενδυμασία, κατασκευασμένη εξ ολοκλήρου από τομάρια τσακαλιών) μαρτυρούν τη σχέση του με τη λατρεία του λύκου-προγόνου, τον οποίο πιθανώς κάποτε σέβονταν και οι Έλληνες Πόντιοι. Η Ανατολή, ένα από τα αρχαιότερα κέντρα λατρείας του λύκου και ο σεβασμός των Ποντίων στο πρόγονο ζώο, επιβεβαιώνεται και με τις ονομασίες συγγένειας: «ο λυκοπάππον», (κυριολ. σημαίνει τον προπάππο «λύκος-παππούς»), «η λυκογιάγια», (κυριολ. «λύκαινα-γιαγιά») σημαίνει την προγιαγιά, «ο αρκοπάππον», (κυριολ. «άρκος-παππούς») σημαίνει τον προπροπαππού, «η αρκογιάγια», (κυριολ. «άρκαινα-γιαγιά») σημαίνει την προπρογιαγιά. Η γυναίκα που έχει πολλά παιδιά ονομάζεται «η λυκοτσούνα» και ο παραγερασμένος γέρος «λυκάνθρωπος», δηλαδή λύκος-άνθρωπος.
Η αρχαία ελληνική θεότητα της κακολογίας, κοροϊδίας και κακών τεχνασμάτων «ο Μώμος», το όνομα του οποίου διατηρήθηκε στην ονομασία «Μωμόγεροι», ήταν γιος της Νύχτας, αδελφός του θανάτου, του Ύπνου, της Νέμεσης και άλλων χθονίων θεοτήτων που μένουν στον Άδη. Η περιγραφή της εξωτερικής εμφάνισης του γέρου (το ραβδί, τα κουδουνάκια, τα γένια, τα μακριά μαλλιά) όλα συμπίπτουν με την εμφάνιση του γέρου Μώμου από τους αρχαίους Έλληνες. Σημειώνουμε ότι η ονομασία του πρωτοχρονιάτικου ήρωα Μωμόγερος αντιστοιχεί στην ονομασία της λατινικής θεότητας των σατουρναλίων Mamurius Veturius με την ίδια ετυμολογία.
Η εμφάνιση των ψυχών-προγόνων κατά το νέο έτος έφερνε ευημερία, ευφορία και συντελούσε στην τεκνοποίηση. Σ’ αυτό αποβλέπουν η αχαλίνωτη συμπεριφορά των μεταμφιεσμένων, οι ερωτικές σκηνές, η εθιμοτυπική βωμολοχία, οι άσεμνες κινήσεις του σώματος και οι χειρονομίες, η αλλαγή του φύλου των μεταμφιεσμένων, το φαλλόσχημο ραβδί του Γέρου, τα κέρατα του Διαβόλου, η «εγκυμοσύνη» της Γριάς ή της Νύφης, τα υπερτροφικά γεννητικά όργανα και η πίστη των κατοίκων στη σύλληψη βρέφους μετά την επίσκεψη των μωμογέρων στο σπίτι.
Εμμέσως ο σκοπός ευχής για πλούτο, απογόνους και ευφορία στην οικογένεια, εκφράζονται και με την προσφορά της όρνιθας από τους μεταμφιεσμένους στο γαμπρό κατά τον αρραβώνα και το γάμο. Το γεγονός ότι συμπεριλαμβάνεται στα γαμήλια έθιμα των Ποντίων της Ατζάρια και αυτό των Μωμογέρων, αν και φαίνεται νεωτερισμός, όμως ακολουθεί το αρχέτυπο πρότυπο, καθότι κάθε γάμος των ανθρώπων, σαν επανάληψη του Ιερού γάμου (ιερογαμία), αναγεννά το «έτος», αποκαθιστά την τάξη στον κόσμο, και το έτος επαναλαμβάνει το έργο της κοσμογονίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι τόσο οι μεταμφιεσμένοι στην τελετή του γάμου όσο και οι μεταμφιεσμένοι της πρωτοχρονιάς εμφανίζονται στα σκοτεινά, εφόσον το σκοτάδι συμβολίζει μη διαφοροποιημένο σύνολο, την κοσμική νύχτα, το χάος: στον αρραβώνα εμφανίζονται τα μεσάνυχτα, στο γάμο όμως πριν αρχίσει το νυφέπαρμαν, αφού στην Ατζάρια γίνεται το βράδυ πριν από τη δύση του ήλιου (το έθιμο εμφανίζεται σαν απόηχος του αρχαίου ελληνικού εθίμου του γάμου, όταν έπαιρναν τη νύφη από το πατρικό της σπίτι τη νύχτα, με το φως των πυρσών).
Η μεταμφίεση στο γάμο είναι γνωστή και σε άλλους λαούς, όπως π.χ. γίνεται με το σατιρικό γάμο, γάμο από την «ανάποδη» στους ανατολικούς Σλάβους και τους Μαριουπολίτες ‘Έλληνες. Η μετατόπιση του εθίμου των μωμοερλούχων από το πρωτοχρονιάτικο στο γαμήλιο έθιμο συνδέεται, πιθανόν, με τη μεγαλύτερη προσήλωση στις οικογενειακές συνήθειες σε σύγκριση με τις ημερολογιακές, αν και η κατάργηση του εθιμικού ημερολογιακού κύκλου δε γίνεται ισόμετρα στους Ποντίους του Καυκάσου.  Στους Έλληνες της Ατζάρια η απώλεια μερικών ημερολογιακών εθίμων προήλθε Κυρίως από την αλλαγή του τρόπου ζωής, την απώλεια δηλαδή των παραδοσιακών ασχολιών, εφόσον κυρίως αυτοί ασχολούνται με την καλλιέργεια των εσπεριδοειδών και του τσαγιού. Ενδιάμεση κλιμάκωση σ’ αυτή τη διαδικασία, προφανώς, ήταν το πέρασμα του εθίμου από το κοινωνικό επίπεδο στο οικογενειακό επίπεδο, εφόσον και στις μέρες μας μπορούν να οργανώνονται μικρές ομάδες για την πρωτοχρονιάτικη επίσκεψη. Όμως δεν επισκέπτονται τώρα όλα τα σπίτια του χωριού, αλλά τα σπίτια των οικογενειών τους και μερικές οικογένειες συγγενών τους. Έπαιξε το ρόλο της και η αλλαγή των μωμοερλούχων σε θέαμα, με το ανέβασμά τους στη σκηνή στη δεκαετία του 1930, όταν το έθιμο αυτό καθεαυτό από υποχρεωτικό μεταβλήθηκε σε προαιρετικό, άρχισε να χάνει τις εθιμοτυπικές και μαγικές λειτουργίες (ιδιότητές) του και επομένως και τη σημασία του για τους φορείς της κουλτούρας.
Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι τα γαμήλια μωμο(γ)ερλούχα διαφέρουν σημαντικά από τα πρωτοχρονιάτικα, αφού δεν ήταν υποχρεωτική η ύπαρξη των ηρώων και επομένως των ειδικών ενδυμασιών που κατασκευάσθηκαν «εκ των προτέρων». Οι μεταμφιεσμένοι του γάμου φέρονται ολωσδιόλου διαφορετικά από τους πρωτοχρονιάτικους και οι παραβρισκόμενοι φέρονται σ’ αυτούς διαφορετικά· δηλαδή τα γαμήλια μωμο(γ)ερλούχα είναι οπωσδήποτε εντελώς άλλο έθιμο, παρόλον ότι κίνητρο της εμφάνισής τους, προφανώς, ήταν η πρωτοχρονιάτικη εμφάνιση και οι διάφορες παραλλαγές των Ποντίων της Ατζάρια.



ΖΑΪΚΟΦΣΚΑΓΙΑ ΤΑΤΙΑΝΑ ΒΛΑΔΛΕΝΟΒΝΑ
Ινστιτούτο Εθνογραφίας της Ακαδημίας Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ., Μόσχα


Πηγή: Αρχείον Πόντου τομ. 47.