Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017

Ποντιακό λεξιλόγιο (Ιδίωμα Σαντάς) Λ,Μ,Ν


Λ
λάβ = λαβή, χερούλι
λαβάς = λαγάνα, φουρνόπιτα
λαγγεύ= πηδά
λαγκαδέας= κοιλάδες
λαγκάζω = ψυχομαχώ
λαγκευτόν= ποντιακός χορός
λάγκεψον= πήδησε, τρέχα με πηδήματα
 λαγκουνίζομε = κουνούμε
λάγξ - λούγξ = ήχος αδειανής κοιλιάς
λαήν = στάμνα πήλινη
λαΐεις = κουνάς
λαΐζ = κουνά
λαΐζνε = κουνούν
λάλα = τρελή
λαλασιάρ= παραχαϊδεμένο
λαλατσόπον= βότσαλο
λαλεί= πηγαίνει τα αγελάδια στη βοσκή
λαλέστε = να τα πάτε
λαλούν = πηγαίνουν τα ζωα στη βοσκή
λαμνίν = παλαιό μαχαίρι
λαπά = πηχτή αλευρόσουπα
λάπαζα = λάπαθα (φυτά)
λαρούσαι = θεραπεύεσαι
λαρούται= θεραπεύται
λάσκουν, λάσκουνταν = γυρίζουν άεργοι
λάσκουμες= περιφερόμαστε
λαταρίζω= κουνιέμαι
λαχ= είθε
λαχίδια= σειρά
λάχτα = κλωτσιά
λάχτας = κλωτσιές
λαχουσή = θόρυβος της αναπνοής
λειακόν= ακονόπετρα
λείβος= σύννεφο
λεγνόν = λεπτό
λεγνύντζ = γίνεσαι λεπτός
λειφτός = 1) λειψός 2) ανόητος
λελέτς και φουφούτς = μη στάξει και μη βρέξει
λελεύω σε = να σε χαρώ
λεφτοκάρυα = λεπτοκάρυα, φουντούκια
ληγάρια= γρήγορα
λιαϊλιάκος (τ) =πελαργός
λιαζίμ= αναγκαίος
λιγούμαι= λιποθυμώ
λιλίν= αντρικό μόριο
λιμοχώρ = χωριό πεινασμένων
 λιχτρομάκελον = τσαπί διχαλωτό
λογαρία = λογαριασμός, υπολογισμός
λογοπιάσκεσαι = συζητάς
λοής λοής = λογιών λογιών
 λουλούτς = μούσκεμα
λυγίσκουνταν= λυγίζονται
λύεται= λιώνει
λυκοχάντζια = Οι 9 τελευταίες του Φλεβάρη και οι 9 πρώτες μέρες του Μάρτη, οπότε έχουν οργασμό οι λύκοι.
λύξ = λύκος
λυμνά = γυμνά, χωρίς κάλτσες
λύν μέσα = αποπατεί
λώματα = ρούχα
λωματικά = ρουχισμός
Σαντά


Μ

μαγιασιρλήν (τ)= ζοχαδιακό
 μαγκούρ =- δέμα σκύλου
μάγλον = μάγουλο
μάγλα= μάγουλα
μαϊσιρλούχα= μαγικές πράξεις, 2) πονηριές
μακαρά (τ) = τροχαλία
μακρύν  χέρ = κλέφτικο
 μαλά (τ) = μιστρί
 μαλαγμέντζα = η οποία μαλάσσεται και χαλάει η τρίχα της.
 μαλάεις = μαλάσσεις
 μαλέζ = αλευρόσουπα
 μανάτια = ρούβλια  (μανάτ= ρωσικό νόμισμα)
μανέα= καπνιά
μανουσιάκια = βιολέττες
μάντζια = άωρα (παιδιά) -όχι στην κατάλληλη στιγμή, άκαιρα
 μαντζούρα (αρμ.) = γιαούρτι
μαντζούρκον = κτηνοτροφικά προϊόντα
 μαντροκόλ = αυλή στάβλου
μάραντα = αμάραντα (άνθη)
 μαργωμένος = μουδιασμένος, ζαλισμένος
μαρουκούνταν = μηρυκάζουν
 μάρσα = καϋμένη, δυστυχισμένη
 μαρτεύκεται = αγριεύει
 μαρτίν = επαναληπτικό όπλο
μαρτουβάλια = χονδροειδή ψέματα
μασιαλάδας = φυτώρια λαχανικών
μασίνα = σιδηρόδρομος , μηχανή
μασινίστορας (ρωσ.) = μηχανοδηγός
μαστή = σκύλα
μαστραπά= χάλκινο δοχείο για να πίνουν νερό.
μαστορείον = σιδηρουργείο
μαστορκία= επιδεξιότητες
 μαστόρεψον = δείξε την τέχνη σου
 μασχαρεία = 1) αστεϊσμός, 2) κορόϊδο 3) περίγελος
μασχαριάνος = αστείος
μασχαρεύ= αστειεύεται
μαυράχαρος= δυστυχισμένη
μαυροτσιουρουεύνε= σαπίζουν οι καϋμένοι
 μαχαλά (τ) = χωριό 2) πλατεία
 μαχάν (τ) = φυσούνια
μαχανά (τ)  αιτία
 μαχανάδας (τ) = αιτίες
μάχσους(τ)= χωρίς άλλο
μαχόχ = όνομα φυτού πολύ ξυνού
 μαχαιρέα = πληγή από μαχαίρι
μέγκλα= γεννητικό όργανο του γαϊδάρου
 μειζετέρτς = προεστούς
μεϊχανετζήν (τ)= ταβερνιάρη
μεϊτάν (τ) = πλατεία
μελεκούτ = δοχείο μελιού
μελερθείον= η κάσα όπου πέφτει το άλευρο βγαίνοντας από την μυλόπετρα
μενεί= ειδοποιεί
 μεντάνα = ποικιλία σιταριού
 μένυγμαν = ειδοποίηση
 μερτικόν = μερίδιο
μέρωμαν = ξημέρωμα
μεραμή= αλλά, όμως
μεριάδας= κλήροι χορτολίβαδου.
μέσα = μέση
μεσοκαιρίτζες =γυναίκες  μέσης ηλικίας
μεσοστράτ= μέση του δρόμου.
μεσοχάμ = μέση του σπιτιού
μεσυμπάθειον = αιδοίο
μέτα = βρε
μετάνοια = προσευχή
μετρούα= μυτριά
μεύτες = υποψιάρης
μεχκεμέ (τ)= βασιλικό συμβούλιο
μεχτάτσ είμαι = έχω την ανάγκη
μηάρ = μήπως
μιατιανόπα (τ)= μικρά μεταλλεία.
μιαγζϊλ (τ) = μεγάλη απόσταση  να διαφύγει
μιάρτς (τ) = γενναιόδωρος
μιγκίν (τ)= τρόπος
μιλιάτ (τ)= έθνος, λαός
μιντζίν (αρμεν.)= μιζύθρα
μισιαφίρτς (τ) = φιλοξενούμενος
 μιχτάρ, μουχτάρ = Πρόεδρος κοινότητας
μοθόπωρον = φθινόπωρο
μοζίκα (αρμεν.)= αγελάδα που δεν θα γεννήσει , αλλά αρμεγεται.
μοιασίδας = χαρακτηριστικά
μοίρα = μερίδιο
μολλάδες (τ)= ιερωμένοι μουσουλμάνοι
μολύβ = σφαίρα όπλου
μολόζια= μολόχες
μομάκα = ψωμί στή γλώσσα των νηπίων
μονή = κατοικία
μόνασον= φιλοξένησε
μόσσιαν = μόλις
μουαγιανιά (τ) = έρευνα, έλεγχος
μουζμουτιάρ= με ρόζους
μουμούλ = σκαθάρι
μουράτια= πόθοι
(άλλο) μίαν= υστέρα απο λιγο
μουντζούρ = ρύγχος, μούρη
μουράτια (τ) = πόθοι
μουρδουλίζνε = μουγκρίζουν, αντηχούν
μούστα = γροθιά
μουστιαρής (τ)= πελάτης
μούτ - μούτ = το τέλος της λέξης αρμούτ (αχλάδι)
μουταρά (τ) = ανάγκη
μουχανατλου΄χ(τ)= δειλία
μουχατσίρ (τ)= πρόσφυγες
μουχτάρτς βλ. μιχτάρ
μουχτερός = γουρούνι
μυλιαστά = λάχανα ζουμερά μέ φασόλια και κολοκύθι
μύρια = μυρουδιά
μωροκόλ = γιαούρτι που δεν πήζει καλά
μω σε= σε καλό σου
μώ σας = περίεργο
μω τη μάνα= 1) σε καλό σου 2) παράξενο
Σαντά (κάτω αριστερά  Πιστοφάντων)

Ν
να=πάρε
ναβάϊ= ωιμέ
νάκλ(τ)= διήγηση
να σαν= ευτυχής
νασαχάτ(τ)= συμβουλή
νάτο και φάτο= τους έδειρε (ξύλισε)
Να είχας = εκείνος που λέει αν είχα χρήματα θα εκανα αυτό  κι εκείνο
Να εύρηκας = εκείνος που λέει αν εύρισκα χρήματα θά εκαμνα. . . 
ναϊλλοι, αϊλλοί = αλίμονο
ναμούς (τ) = τιμή, υπόληψη
ναχούρ (τ) = αγέλη
νε(τ)= τι
νέ γαλτί (τ)= πόσο μάλλον
 νεγκάσσκεσαι = κουράζεσαι
νέπε, νέπρε = βρε
νέπουτση (προς γυναίκα) = βρε νέπρισα, νέπουτση
νεσπάλθεν= λησμονήθηκε
νέ- φαϊτάν (τ)= τι το όφελος, ανώφελα.
νηχόπον= σκοπός, μέλος
νηχούς = μελωδίες σκοπούς (τραγουδιού)
νιά (τ) = ούτε
νιάμ (τ) = υγρασία
νι-άτ (τ) = σχοπός
ναφιάς (τ) -- αναπνοή
νιαφιλιάν (τ) = τιποτένιο, νιαφιλιάδας= τιποτένια
νισιάν (τ)= σημάδι
νοΐζνε = παίρνουν είδηση, καταλάβουν
νοσακόπα = μικρές κότες
νουνίζω = σκέπτομαι
νούντζον = σκέψου
νουσιαλούς (τ)= αρραβωνιαστικός
ντο = 1 ) τί, 2) γιατί
ντού= που
ντό σοϊ= τι λογής
ντώς = χτύπα
νυφέπαρμαν = για να πάρουν τη νύφη


(τ) λεξη  τουρκική
(αρμεν.)  αρμενική
(ρωσ.) ρωσική