Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017

Ποντιακό λεξιλόγιο (Ιδίωμα Σαντάς) Λ,Μ,Ν


Λ
λάβ = λαβή, χερούλι
λαβάς = λαγάνα, φουρνόπιτα
λαγγεύ= πηδά
λαγκαδέας= κοιλάδες
λαγκάζω = ψυχομαχώ
λαγκευτόν= ποντιακός χορός
λάγκεψον= πήδησε, τρέχα με πηδήματα
 λαγκουνίζομε = κουνούμε
λάγξ - λούγξ = ήχος αδειανής κοιλιάς
λαήν = στάμνα πήλινη
λαΐεις = κουνάς
λαΐζ = κουνά
λαΐζνε = κουνούν
λάλα = τρελή
λαλασιάρ= παραχαϊδεμένο
λαλατσόπον= βότσαλο
λαλεί= πηγαίνει τα αγελάδια στη βοσκή
λαλέστε = να τα πάτε
λαλούν = πηγαίνουν τα ζωα στη βοσκή
λαμνίν = παλαιό μαχαίρι
λαπά = πηχτή αλευρόσουπα
λάπαζα = λάπαθα (φυτά)
λαρούσαι = θεραπεύεσαι
λαρούται= θεραπεύται
λάσκουν, λάσκουνταν = γυρίζουν άεργοι
λάσκουμες= περιφερόμαστε
λαταρίζω= κουνιέμαι
λαχ= είθε
λαχίδια= σειρά
λάχτα = κλωτσιά
λάχτας = κλωτσιές
λαχουσή = θόρυβος της αναπνοής
λειακόν= ακονόπετρα
λείβος= σύννεφο
λεγνόν = λεπτό
λεγνύντζ = γίνεσαι λεπτός
λειφτός = 1) λειψός 2) ανόητος
λελέτς και φουφούτς = μη στάξει και μη βρέξει
λελεύω σε = να σε χαρώ
λεφτοκάρυα = λεπτοκάρυα, φουντούκια
ληγάρια= γρήγορα
λιαϊλιάκος (τ) =πελαργός
λιαζίμ= αναγκαίος
λιγούμαι= λιποθυμώ
λιλίν= αντρικό μόριο
λιμοχώρ = χωριό πεινασμένων
 λιχτρομάκελον = τσαπί διχαλωτό
λογαρία = λογαριασμός, υπολογισμός
λογοπιάσκεσαι = συζητάς
λοής λοής = λογιών λογιών
 λουλούτς = μούσκεμα
λυγίσκουνταν= λυγίζονται
λύεται= λιώνει
λυκοχάντζια = Οι 9 τελευταίες του Φλεβάρη και οι 9 πρώτες μέρες του Μάρτη, οπότε έχουν οργασμό οι λύκοι.
λύξ = λύκος
λυμνά = γυμνά, χωρίς κάλτσες
λύν μέσα = αποπατεί
λώματα = ρούχα
λωματικά = ρουχισμός
Σαντά


Μ

μαγιασιρλήν (τ)= ζοχαδιακό
 μαγκούρ =- δέμα σκύλου
μάγλον = μάγουλο
μάγλα= μάγουλα
μαϊσιρλούχα= μαγικές πράξεις, 2) πονηριές
μακαρά (τ) = τροχαλία
μακρύν  χέρ = κλέφτικο
 μαλά (τ) = μιστρί
 μαλαγμέντζα = η οποία μαλάσσεται και χαλάει η τρίχα της.
 μαλάεις = μαλάσσεις
 μαλέζ = αλευρόσουπα
 μανάτια = ρούβλια  (μανάτ= ρωσικό νόμισμα)
μανέα= καπνιά
μανουσιάκια = βιολέττες
μάντζια = άωρα (παιδιά) -όχι στην κατάλληλη στιγμή, άκαιρα
 μαντζούρα (αρμ.) = γιαούρτι
μαντζούρκον = κτηνοτροφικά προϊόντα
 μαντροκόλ = αυλή στάβλου
μάραντα = αμάραντα (άνθη)
 μαργωμένος = μουδιασμένος, ζαλισμένος
μαρουκούνταν = μηρυκάζουν
 μάρσα = καϋμένη, δυστυχισμένη
 μαρτεύκεται = αγριεύει
 μαρτίν = επαναληπτικό όπλο
μαρτουβάλια = χονδροειδή ψέματα
μασιαλάδας = φυτώρια λαχανικών
μασίνα = σιδηρόδρομος , μηχανή
μασινίστορας (ρωσ.) = μηχανοδηγός
μαστή = σκύλα
μαστραπά= χάλκινο δοχείο για να πίνουν νερό.
μαστορείον = σιδηρουργείο
μαστορκία= επιδεξιότητες
 μαστόρεψον = δείξε την τέχνη σου
 μασχαρεία = 1) αστεϊσμός, 2) κορόϊδο 3) περίγελος
μασχαριάνος = αστείος
μασχαρεύ= αστειεύεται
μαυράχαρος= δυστυχισμένη
μαυροτσιουρουεύνε= σαπίζουν οι καϋμένοι
 μαχαλά (τ) = χωριό 2) πλατεία
 μαχάν (τ) = φυσούνια
μαχανά (τ)  αιτία
 μαχανάδας (τ) = αιτίες
μάχσους(τ)= χωρίς άλλο
μαχόχ = όνομα φυτού πολύ ξυνού
 μαχαιρέα = πληγή από μαχαίρι
μέγκλα= γεννητικό όργανο του γαϊδάρου
 μειζετέρτς = προεστούς
μεϊχανετζήν (τ)= ταβερνιάρη
μεϊτάν (τ) = πλατεία
μελεκούτ = δοχείο μελιού
μελερθείον= η κάσα όπου πέφτει το άλευρο βγαίνοντας από την μυλόπετρα
μενεί= ειδοποιεί
 μεντάνα = ποικιλία σιταριού
 μένυγμαν = ειδοποίηση
 μερτικόν = μερίδιο
μέρωμαν = ξημέρωμα
μεραμή= αλλά, όμως
μεριάδας= κλήροι χορτολίβαδου.
μέσα = μέση
μεσοκαιρίτζες =γυναίκες  μέσης ηλικίας
μεσοστράτ= μέση του δρόμου.
μεσοχάμ = μέση του σπιτιού
μεσυμπάθειον = αιδοίο
μέτα = βρε
μετάνοια = προσευχή
μετρούα= μυτριά
μεύτες = υποψιάρης
μεχκεμέ (τ)= βασιλικό συμβούλιο
μεχτάτσ είμαι = έχω την ανάγκη
μηάρ = μήπως
μιατιανόπα (τ)= μικρά μεταλλεία.
μιαγζϊλ (τ) = μεγάλη απόσταση  να διαφύγει
μιάρτς (τ) = γενναιόδωρος
μιγκίν (τ)= τρόπος
μιλιάτ (τ)= έθνος, λαός
μιντζίν (αρμεν.)= μιζύθρα
μισιαφίρτς (τ) = φιλοξενούμενος
 μιχτάρ, μουχτάρ = Πρόεδρος κοινότητας
μοθόπωρον = φθινόπωρο
μοζίκα (αρμεν.)= αγελάδα που δεν θα γεννήσει , αλλά αρμεγεται.
μοιασίδας = χαρακτηριστικά
μοίρα = μερίδιο
μολλάδες (τ)= ιερωμένοι μουσουλμάνοι
μολύβ = σφαίρα όπλου
μολόζια= μολόχες
μομάκα = ψωμί στή γλώσσα των νηπίων
μονή = κατοικία
μόνασον= φιλοξένησε
μόσσιαν = μόλις
μουαγιανιά (τ) = έρευνα, έλεγχος
μουζμουτιάρ= με ρόζους
μουμούλ = σκαθάρι
μουράτια= πόθοι
(άλλο) μίαν= υστέρα απο λιγο
μουντζούρ = ρύγχος, μούρη
μουράτια (τ) = πόθοι
μουρδουλίζνε = μουγκρίζουν, αντηχούν
μούστα = γροθιά
μουστιαρής (τ)= πελάτης
μούτ - μούτ = το τέλος της λέξης αρμούτ (αχλάδι)
μουταρά (τ) = ανάγκη
μουχανατλου΄χ(τ)= δειλία
μουχατσίρ (τ)= πρόσφυγες
μουχτάρτς βλ. μιχτάρ
μουχτερός = γουρούνι
μυλιαστά = λάχανα ζουμερά μέ φασόλια και κολοκύθι
μύρια = μυρουδιά
μωροκόλ = γιαούρτι που δεν πήζει καλά
μω σε= σε καλό σου
μώ σας = περίεργο
μω τη μάνα= 1) σε καλό σου 2) παράξενο
Σαντά (κάτω αριστερά  Πιστοφάντων)

Ν
να=πάρε
ναβάϊ= ωιμέ
νάκλ(τ)= διήγηση
να σαν= ευτυχής
νασαχάτ(τ)= συμβουλή
νάτο και φάτο= τους έδειρε (ξύλισε)
Να είχας = εκείνος που λέει αν είχα χρήματα θα εκανα αυτό  κι εκείνο
Να εύρηκας = εκείνος που λέει αν εύρισκα χρήματα θά εκαμνα. . . 
ναϊλλοι, αϊλλοί = αλίμονο
ναμούς (τ) = τιμή, υπόληψη
ναχούρ (τ) = αγέλη
νε(τ)= τι
νέ γαλτί (τ)= πόσο μάλλον
 νεγκάσσκεσαι = κουράζεσαι
νέπε, νέπρε = βρε
νέπουτση (προς γυναίκα) = βρε νέπρισα, νέπουτση
νεσπάλθεν= λησμονήθηκε
νέ- φαϊτάν (τ)= τι το όφελος, ανώφελα.
νηχόπον= σκοπός, μέλος
νηχούς = μελωδίες σκοπούς (τραγουδιού)
νιά (τ) = ούτε
νιάμ (τ) = υγρασία
νι-άτ (τ) = σχοπός
ναφιάς (τ) -- αναπνοή
νιαφιλιάν (τ) = τιποτένιο, νιαφιλιάδας= τιποτένια
νισιάν (τ)= σημάδι
νοΐζνε = παίρνουν είδηση, καταλάβουν
νοσακόπα = μικρές κότες
νουνίζω = σκέπτομαι
νούντζον = σκέψου
νουσιαλούς (τ)= αρραβωνιαστικός
ντο = 1 ) τί, 2) γιατί
ντού= που
ντό σοϊ= τι λογής
ντώς = χτύπα
νυφέπαρμαν = για να πάρουν τη νύφη


(τ) λεξη  τουρκική
(αρμεν.)  αρμενική
(ρωσ.) ρωσική