Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2016

Βιομηχανία, Εμπόριο: Άλματα, μετα το 1922..!!!

Μια εξαιρετικά αλματώδης πρόοδος εμφανίσθηκε στην ελληνική Βιομηχα­νία, κατά τη δεκαετία 1922-31, που τη βεβαίωσαν όλοι οι οικονομικοί παράγον­τες της εποχής και τη θεμελίωσαν οι αριθμοί.
Ενώ, η ελληνική Βιομηχανία, ίσως η μόνη από τους άλλους κλάδους της Οικονομίας, ανέβαινε προς τα πάνω κατά τη δεκαετή πολεμική προσπάθεια, καλύπτοντας σχεδόν, με τις αναιμικές έστω, δυνάμεις της ένα μέρος της εσωτερικής ζήτησης και των απαιτήσεων των πολεμικών κινητοποιήσεων, ωστόσο η άνδρωση της δεν είχε συντελεσθεί αρκετά, παρά τη βοήθεια των τελωνειακών δασμών και άλλων διευκολύνσεων.
Βέβαια, θα είναι εντελώς παράλογο να υποστηρίζει κανείς ότι η περαιτέ­ρω αλματώδης άνοδος της ελληνικής Βιομηχανίας, οφείλεται μόνο στο προσφυγικό στοιχείο, που εισέρρευσε στην Ελλάδα, ύστερα από τη Μικρασιατική καταστροφή. Όμως, η πληθυσμιακή αύξηση που προήλθε από τη συμφορά αυτή, προσέφερε στην ελληνική Βιομηχανία και νέους καταναλωτές και νέο εργατικό δυναμικό, μάλιστα κακοπληρωμένου, ακόμα, και οικονομικούς παράγοντες, που ασχολούνταν στις πατρίδες τους που εγκατέλειψαν, με βιομηχανικές, βιοτεχνι­κές και εμπορικές επιχειρήσεις.
Από την άποψη αυτή, θα ήταν δίκαιο να λεχθεί ότι το προσφυγικό στοιχείο αποτέλεσε τον συντελεστή της περαιτέρω ανάπτυξης της ελληνικής Βιομηχανίας, της Βιοτε­χνίας και του Εμπορίου.
Ο Γ. Αναστασόπουλος, στη θαυμάσια «Ιστορία της ελληνικής Βιομηχανίας» αναφέρει ότι, ενώ οι άλλοι θεωρούν τους πρόσφυγες ως «βάρος», οι πρόσφυ­γες είναι μια ευκαιρία ανάπτυξης της Βιομηχανίας και της Βιοτεχνίας και ότι έπρεπε να αξιοποιηθούν κατάλληλα. 
Ο Κλεισθένης Φιλάρετος, τότε Γενικός Επιθεωρητής του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας σε άρθρο του υποστηρίζει ότι πρέπει να χρησιμοποιηθεί το προσφυγικό στοιχείο για την ανάπτυξη της ελληνικής Βιομηχανίας, επειδή και πείρα έχει από βιοτεχνικές και βιομηχανικές επιχειρήσεις και εργατικό δυναμικό διαθέτει. «Είναι γνωστόν - γράφει - ότι εκ των 390 βιομηχανικών εργοστασίων και εργαστηρίων της Σμύρνης, τα 344 ήσαν εις χείρας Ελλήνων. Εκ τούτων, τα 120 ήσαν εργοστάσια, ειδικώς δε τα 10 ήσαν αλευρόμυλοι, τα 19 οινοποιεία, τα 15 εργοστάσια κατασκευής σταφιδοκιβωτίων και συκοκιβωτίων, τα 10 μηχανουρ­γεία και άλλα ποικίλης φύσεως εργοστάσια. Επί συνόλου δε 6.700 εργατών, οι 4.500 ήσαν  Έλληνες. Η αυτή περίπου αναλογία παρατηρείται και εις τας άλλας πόλεις του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας...». 
Ο Φιλάρετος συνεχίζοντας, εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι πρόσφυγες στη Βιομηχανία και έχει τη γνώμη ότι με τις γυναίκες μπορεί και πρέπει να αναπτυχθεί η ταπητουργία, η υφαντουργία, η μεταξουργία και με τους άνδρες η βυρσοδεψία, η τυροκομία κλπ
Εξάλλου, ο Π. Βουρλούμης οικονομολόγος, που διετέλεσε και υπουργός των Οικονομικών, σε άρθρο του, ανασκοπώντας τα επιτεύγματα της ελληνικής Βιομηχανίας αναφέρει εμφαντικά: «Μόνον μετά τους Βαλκανικούς πολέμους και με την αύξησιν του πληθυσμού, παρατηρείται σταθερά πρόοδος εις τον κλάδον αυτόν της εθνικής δραστηριότητος Η Απογραφή του 1917 ανέγραψε μόνον 492 βιομηχανίας, που εχρησιμοποίουν άνω των 25 εργατών, με κινητήριον δύναμιν 43.655 ίππων. Από του 1920 και μέχρι του 1927 εδημιουργήθησαν 690 νέαι βιομηχανίαι, διαθέτουσαι κινητήριον δύναμιν 17.788 ίππων.
 Εντός επτά ετών η Βιομηχανία μας προώδευσε περισσότερόν παρ' όσον προώδευοεν επί έναν αιώνα, από την εποχήν του αγώνος της Ανεξαρτησίας...».
Αν μπούμε στη στατιστική πλευρά της ελληνικής Βιομηχανίας, βρίσκουμε ότι η αξία της βιομηχανικής παραγωγής κατά το 1921 ανερχόταν σε 1,1 δισ. δρχ., ενώ το 1929, η αξία της ανήλθε σε 7,2 δισεκατομμύρια δρχ. δηλαδή, σχεδόν επταπλασιασθηκε. Η αύξηση αυτή της αξίας της βιομηχανικής παραγω­γής, κατά κλάδους ήταν η εξής, σε χιλιάδες δραχμές σταθεροποιημένες).
Πρόσφυγες που εργάζονται σε βιοτεχνία χαλιών, στα περίχωρα της Αθήνας

1921
1929
1 Μεταλλουργικές
13 599
58 070
2 Μηχανολογικές
36 700
273 875
3 Οικοδομικές
60 100
403.481
4 Κλωστοϋφαντικές
182.237
1.867 700
5. Ειδών διατροφής
245.283
1.482.929
6. Χημικές
161.125
1.053 090
7 Δέρματος
165.160
695.000
8 Χάρτου
6.000
211.000
9 Ιματισμού
7.040
61.850
10 Ξύλου
40.000
347.500
11. Καπνού
159.859
214 700
12 Ηλεκτρισμού
-
490 900
Σύνολο σε χιλιάδες δρχ.
1.077.103
7.158.095

Οι επιχειρήσεις, που απασχολούνταν με βιομηχανία εργασίες, κατά το 1920 (Απογραφή) ήσαν 33.800, απ τις οποίες, μόνο οι 7.860 χρησιμοποιούσαν κινητήρες, που η ισχύς τους έφθανε τους 110.670 ίππους, ενώ από το 1921 μέχρι και το 1928 (Απογραφή) ιδρύθηκαν 912 νέες επιχειρήσεις, με ισχύ 26.041 ίππους . Οι επιχειρήσεις που ιδρύθηκαν στο διάστημα αυτό, κατά χρονολογική τάξη και με την κινητήρια ισχύ τους είναι οι παρακάτω:                         

Χρονολογία
Αριθ. επιχειρήσεων                                    
Ισχύς σε ίππους
1921
56
1821
1922
46
371
1923
41
1217
1924
107
2518
1925
132
4624
1926
124
3145
1927
214
6105
1928
192
6240
ΣΥΝΟΛΟ
912
26041

Πολυάριθμες και με υψηλότερη ισχύ είναι οι βιομηχανικές μονάδες, που ιδρύθηκαν από το 1924, όταν πια επήλθε κάποια ισορροπία και στις συναλλαγές και γενικά, η αποκατάσταση των προσφύγων προχωρούσε κάπως ικανοποιητικά και η οικονομική κατάσταση, καθώς και τα Δημοσία Οικονομικά εμφάνιζαν κάποια ουσιώδη βελτίωση. 
Το προσωπικό, το εργαζόμενο στην ελληνική Βιομηχανία κατά την Απογραφη του 1920 έφθανε τα 154.633 άτομα, από τα οποία, 45.475 ήσαν ιδιοκτήτες-διευθυντές και 5.381 υπάλληλοι, ενώ κατά την Απογραφή του 1928, το εργαζόμενο προσωπικό στην ελληνική Βιομηχανία ανήλθε σε 429.831 άτομα, δηλαδή, σχεδόν τριπλασιάσθηκε, χωρίς διάκριση ιδιότητας. Κατά φύλο, οι εργαζόμενοι ήσαν:
1920                           άνδρες                82.588                           γυναίκες             21.089
1928                                 »                   330.119                                   »                     99.712
Γυναίκες πρόσφυγες εργάζονται σε νηματουργείο.

Απ' τους αριθμούς αυτούς εξάγεται το συμπέρασμα ότι ενώ ο αριθμός των ανδρών που εργάζονταν στην Ελληνική Βιομηχανία τετραπλασιάσθηκε, ο αριθμός των γυναικών πενταπλασιάστηκε σε σχέση με το 1920, γεγονός που σημαίνει ότι η γυναικεία εργασία πήρε από τότε ξεχωριστή θέση στην παραγωγι­κή μηχανή και κυρίως στην υφαντουργία, την ταπητουργία, την κλωστική, την καλτσοβιομηχανία. 
Αυτό ακριβώς, που υποδείκνυαν οι αρμόδιοι για την αξιοποίη­ση του εργατικού δυναμικού των προσφύγων και ιδίως των γυναικών, έγινε πραγματικότητα και επέτρεψε στην ελληνική Βιομηχανία να αναπτυχθεί περισ­σότερο με τη χρησιμοποίηση άφθονων και φθηνών εργατικών χεριών, από την πυκνή προσφυγική μάζα.

Γιώργος Λαμψίδης