Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Πρωτοχρονιάτικα: Το κόψιμο της βασιλόπιτας

Οι Έλληνες του Πόντου έκοβαν τη βασιλόπιτα το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, την ώρα που άλλαζε ο χρόνος. Πρώτα έβγαζαν της εικόνας το κομμάτ’.Ύστερα του παππού και της γιαγιάς, του πατέρα, της μάνας και των παιδιών, φωνάζοντας ένα ένα με σειρά ηλικίας τα ονόματά τους. Μαζί μ αυτά, έβγαζαν και για τον ξενιτεμένο, αν είχαν, καθώς και για τον ξένο, που τυχόν φίλευαν εκείνη τη βραδιά.
Εκείνον στον οποίο έπεφτε η παρά τον θεωρούσαν τυχερό και πίστευαν πως η χρονιά του θα πήγαινε καλά. Αν ήταν κοπέλα της ηλικίας για παντρειά, τότε έλεγαν πως «άνοιξε η τύχη της και θα παντρευτεί μέσα στο χρόνο». Καλό σημάδι για όλη την οικογένεια ήταν αν η παρά έπεφτε ’ς σην Παναΐα.
Μετά το κόψιμο της πίτας και πριν αρχίσουν να τρώνε, ο μεγαλύτερος της οικογένειας έπαιρνε ένα πιάτο μ’ εφτά ζευγάρια καρύδια κι ένα μονό και τα ’ρίχνε τρεις φορές προς τα πάνω λέγοντας: «Εξέβαμεν ας σην κακοχρονίαν κι εσέβαμεν ’ς σην καλοχρονίαν!»
Άλλοι πάλι έλεγαν: «Εδέβεν ο κακόν χρόνον κ’ έρθεν ο καλόν!»
Τη Τσακμάχ' το πεγάδ' σοι Πιστοφάντων
Όσα καρύδια έπεφταν μέσα στο ταψί της βασιλόπιτας τα έλεγαν τυχερά πιστεύοντας πως τα ’δωσε ο Αι Βασίλης. Τ’ άλλα, που έπεφταν έξω απ’ το ταψί και σκορπούσαν στο πάτωμα, δεν τα μάζευαν από κάτω, μα τ’ άφηναν εκεί όλη τη νύχτα και, μαζί μ’ αυτά, άφηναν και το τραπέζι, μαζί μ’ ένα κομμάτι βασιλόπιτας για να το φάει ο Άι Βασίλης.
Με τα τυχερά καρύδια, που έπεφταν μέσα στο ταψί, καλαντίαζαν την άλλη μέρα τα συγγενικά τους παιδιά και τα δεξιμάτια ’τουν.
Το πρωί, εκείνος που θα ξυπνούσε πρώτος, για να πάει να φέρει το καλαντόνερον ας σο πεγάδ’, θα μάζευε όλα τα καρύδια από κάτω και μ’ ένα κομμάτι βασιλόπιτας θα πήγαινε στη βρύση, χωρίς να μιλήσει στο δρόμο.
Ο πρώτος που θα πήγαινε στη βρύση θ’ άφηνε λίγα κουλούρια για «το στοιχειό της βρύσης» και θα ’παίρνε πίσω τα μισά, «για να γυρίσει πάλι στο σπίτι τους το τυχερό». Ο δεύτερος θα ’παίρνε τα κουλούρια ή τα γλυκά του πρώτου και θ’ άφηνε τα δικά του εκεί για να τα πάρει ο άλλος, που θα πήγαινε μετά απ’ αυτόν.
Σ’ άλλα χωριά του Πόντου, το καλαντόνερον το ’παιρναν τα μεσάνυχτα, την ώρα που θα χτυπούσε κάποιος την καμπάνα της εκκλησιάς, με τον ίδιο τρόπο και με την ίδια διαδικασία, χωρίς να μιλήσουν στο δρόμο.
Το καλαντόνερον της πρωτοχρονιάς έπρεπε να είναι αμίλητο, Γι’ αυτό κι έπιναν όλοι από λίγο, και το πρωί νίβονταν όλοι με αυτό.
Σ’ άλλα γύρω χωριά, αντί για κουλούρια και γλυκά, άφηναν λίγα σπυριά σιτάρι για το στοιχειό του πηγαδιού και το νερό το ’παίρνε ο σπιτονοικοκύρης και όχι η γυναίκα του σπιτιού. Γυρίζοντας από τη βρύση με το καλαντόνερον, ράντιζε τα δωμάτια του σπιτιού, το στάβλο με τα ζώα, τ’ αμπάρια με τα γεννήματα και τα βαρέλια με το κρασί. Το γκουγκούμιν με το καλαντόνερον δεν έπρεπε να τ’ ακουμπήσει κάτω εκείνος που θα το ’φερνε από τη βρύση, πριν φτάσει στο σπίτι και πιουν και νιφτούν όλοι απ’ αυτό, «για να μη χάσει τη δύναμή του και το τυχερό που είχε μέσα του».
Ύστερα από τη μεταφορά του καλαντόνερου ο νοικοκύρης του σπιτιού έπαιρνε ένα βόδι από το στάβλο και, αφού το ’δενε με μια τριχιά από τα κέρατα, το τραβούσε στο ισόγειο δωμάτιο του σπιτιού, εκεί όπου συνήθως έμενε όλη η οικογένεια το χειμώνα, και κοίταζαν με ποιο πόδι θα δρασκελούσε το κατώφλι της πόρτας. Αν το βόδι περνούσε με το δεξί, η χρονιά θα πήγαινε πολύ καλά στο σπίτι. Έτσι, σαν έμπαινε μέσα το βόδι, το χάιδευαν, το φιλούσαν και του ’διναν ένα κομμάτι πίτας να φάει. Την ίδια παρατήρηση έκαναν και την ώρα που θα ’βγαίνε το βόδι.
Τότε, το πρωτογέννητο παιδί του σπιτιού έκοβε ένα χλωρό κλωνάρι καρυδιάς και, καβαλικεύοντάς το σαν άλογο, έμπαινε μέσα στο σπίτι και φώναζε: «Εξέβαμεν ας σην κακοχρονίαν κι εσέβαμεν ’ς σην καλοχωρίαν
Ύστερα ζητούσε τροφή και νερό για τ’ άλογο, κι εκείνοι του ’διναν καρύδια, πίτα και χρήματα.
Την Πρωτοχρονιά ούτε δάνειζαν ούτε δανείζονταν, «για να μη δανείζονται όλο το χρόνο». Το πρωί έπρεπε να τους κάνει το ποδαρικό κάποιος άλλος από ξένο σπίτι. Γι’ αυτό και φώναζαν κάποιο αγόρι ή κοπελίτσα της γειτονιάς, που θα περνούσε με το δεξί πόδι το κατώφλι της πόρτας, γιατί το μωρόν ανημάρτετον έν’. Και τότε το κερνούσαν γλυκά, λεφτά και διάφορα δώρα.
Στα ορεινά χωριά της Τραπεζούντας τα παιδιά, κρατώντας καλαντοκούρια στα χέρια, γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούσαν:
Αρχή κάλαντα, αρχή του χρόνου.
Πάντα κάλαντα, πάντα του χρόνου.
Αρχή μήλον έν’, αρχή κυδών’ έν’,
Αρχή βράσανον το μυριγμένον.
Εμύριστεν ατ’ ο κόσμος όλεν,
 εμύριστεν α κι ο βασιλέας, 
για μυρίστ’ ατο και συ αφέντη μ’.
Άι αφέντη μ’ καλέ μ’ αφέντη μ’ 
εσύ ’ς σο ταρέσ’ κι εγώ ’ς σην πόρταν,
 φέρον το φετίρ’, θέλω να πάγω.

Οι νοικοκυρές τους έδιναν τσίρια, λεπτοκάρυα και παράδας. Στην Κερασούντα, όπως μου ’λεγε ο Σταύρος Κεσσόπουλος, που μένει στη Νέα Πεντέλη, όσα παιδιά ήταν τσιράκια (μαθητευόμενα) σε αφεντικά έφτιαχναν στεφάνια από δάφνες ή ελιές και στο κάθε φύλλο κολλούσαν από ένα φουντούκι. Στη μέση του στεφανιού κρεμούσαν ένα πορτοκάλι με μια ασπροκόκκινη κλωστή. Όλα αυτά, αφού τα χρύσωναν με βαράκι, τα ’δεναν με μια κορδέλα, δεμένη σε φιόγκο, και τα πήγαιναν στο αφεντικό, για τα «χρόνια πολλά».

Κώστας Καραπατάκης