Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

Διάσπαση και έξοδος από τους κυκλωτικούς κλοιούς των τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων.

Κοτζά Αναστάς
Η διαρροή και η διολίσθηση των ανταρτικών σωμάτων από τους κλοιούς των τουρκικών στρατευμάτων, αλλά και η δυναμική διάσπαση του κλοιού, ήταν μια στρατηγική που εφαρμόζονταν από τους Έλληνες αντάρτες επιτυχημένα, με σύ­στημα και μέθοδο. Χιλιάδες γυναικόπαιδα και μαχητές διέφευγαν την επαγρύ­πνηση των τουρκικών μονάδων και κατέφευγαν κάθε φορά σε νέα καταφύγια πιο οχυρά και πιο ασφαλή.
Πόντιος Κολοκοτρώνης χαρακτηρίζεται και ο 25χρονος Κοτζά Αναστάς (Αναστάσιος Παπαδόπουλος), ο οποίος κατόρθωσε ύστερα από σκληρές μάχες 95 ημερών το φθινόπωρο του 1921 να εξοντώσει 700 Τούρκους στρατιώτες, απο- κρούοντας τις λυσσασμένες επιθέσεις του Τούρκου στρατηγού Λιβά πασά, που ήταν επικεφαλής μιας μεραρχίας τακτικού στρατού, σε μέτωπο εκτάσεως 28 χι­λιομέτρων επάνω στο βουνό Τορ Τsam , με απώλειες 18 μόνο αντάρτες νεκρούς. 
Προς τα τέλη του 1921 και αρχές του 1922 (22-2-22) το χωριό Δαζλή θα γίνει επί­κεντρο τρομερών συγκρούσεων μεταξύ των ανταρτών και του τακτικού τουρκικού στρατού, υπό την αρχηγία του στρατηγού Τζεμάλ Τζεβήτ, ο οποίος, με 16.000 άν­δρες, ορκίστηκε να εξαφανίσει τους αντάρτες.
 Έπειτα από αλλεπάλληλες συ­γκρούσεις, που κράτησαν ως τις αρχές του 1922, οι Τούρκοι υποχώρησαν προς την Ερπαά, αφού στο πεδίο της μάχης έπεσε νεκρός και ο ίδιος ο στρατηγός Τζε­μάλ Τσεβήτ, με αποτέλεσμα να σταλεί από τον Μουσταφά Κεμάλ και πάλι ο ίδιος ο Λιβά πασάς εναντίον των ανταρτών.
 Όμως παρά τις συντονισμένες προσπά­θειες του Λιβά πασά να περικυκλώσει τους αντάρτες, δεν τα κατάφερε, διότι οι αντάρτες, με συνδυασμένες ενέδρες, υπό την αρχηγία του Κοτζά Αναστάς και του Ισιύλ αγά, όχι μόνο ξέφευγαν, αλλά και αποδεκάτιζαν τις δυνάμεις του.
α. Η γιγαντομαχία τον Δαζλή έμεινε ιστορική στη μνήμη των πολεμιστών του Πόντου. 
Στη μάχη αυτή, πέρα από τη διάλυση της τουρκικής μεραρχίας και του φόνου του στρατηγού Τζεμάλ Τζεβήτ, άφθονο πολεμικό υλικό πέρασε στα χέρια των Ελλήνων. Μια λεπτομερέστερη αναφορά στα γεγονότα αυτά, μας δείχνει ότι:
 Μετά τη μάχη του Τορ Τsam κατά την υποχώρηση του Λιβά πασά, ύστερα α­πό σημαντικές απώλειες σε ανθρώπινο και πολεμικό υλικό κατευθύνθηκε προς την Άγκυρα, όπου οι κεμαλικές δυνάμεις βρίσκονταν σε δύσκολη θέση, λόγω του γεγονότος της προέλασης του ελληνικού στρατού. Με την άφιξη στην Άγκυρα του Λιβά πασά, ο Κεμάλ στέλνει άλλο στρατηγό με νέες μονάδες και μάλιστα, όπως λέγεται, τον μοχθηρό στρατηγό Τζεμάλ Τζεβήτ.

β. Ο Τζεμάλ Τζεβήτ όταν έφτασε στην Έρπαα, οι προύχοντες τον επιφύλαξαν μεγάλη υποδοχή. 
Με νταούλια και με ζουρνάδες τον υποδέχτηκαν με μεγαλοπρέ­πεια. Μετά από πέντε ημέρες, αφού πρώτα είχε ξεκουραστεί καλά ο στρατός του, ξεκίνησε για την Ταζλού, διότι η Ταζλού είχε μικρή στρατιωτική δύναμη. Όμως η περιοχή αυτή ήταν φυσικό οχυρό.
 Όταν έφτασε στην Ταζλού ήδη του είχαν τσα­κίσει τα μούτρα οι Έλληνες αντάρτες, διότι, όπως αναφέρθηκε, η Ταζλού ήταν ενα πολύ καλό φυσικό οχυρό. Οι Τούρκοι πολεμούσαν συνεχεια και είχαν μεγά­λες απώλειες από τις καλά οργανωμένες ανταρτικές ομάδες.
Η Ταζλού βρίσκεται στα κατσάβραχα του βουνού Πούγαλου, το τρίτο ψηλό­τερο βουνό της Τουρκίας. Πρώτο είναι το Αραράτ, δεύτερο το Καρέκλας, τρίτο το Πούγαλου και τέταρτο το Τουμανλού, εκεί όπου πήγαιναν τα καλοκαίρια οι Κούρδοι φεουδάρχες και κεχαγιάδες με τα μεγάλα τους κοπάδια.
 Η Ταζλού, λοι­πόν, όπως είπαμε, ήταν όλο κατσάβραχα και για να μπει κανείς έπρεπε να περάσει μέσα από μονοπάτια και φαράγγια. Οι Τούρκοι, λοιπόν, για να σπάσουν το φυλάκιο της Παναγίας χρειάστηκαν 18 ημέρες και είχαν σημαντικές απώλειες. Έτσι, λοιπόν, περίμεναν οι αντάρτες τον κύριο όγκο των δυνάμεων του Τζεμάλ Τζεβήτ. Και η μέρα και η ώρα αυτή δεν άργησαν να έρθουν.
Ένα πρωί κατά τα ξημερώματα και ενώ ο κάθε καπετάνιος βρίσκονταν στη θέση του και με ανυπομονησία περίμεναν το σύνθημα, οι καπεταναίοι Καράφιλος και Κοτσακιόζ της Κουβτσηχούρου βρίσκονταν στο πιο επικίνδυνο σημείο. Μόλις ξημέρωσε είδαν πλέον τις θέσεις των τουρκικών πυροβόλων και αμέσως κατέλα­βαν τις θέσεις τους και περίμεναν. Μόλις ο Καράφιλος έριξε τη συνθηματική φω­τοβολίδα, τότε άρχισε ο χαλασμός και μόνο ένας Θεός έβλεπε τι γινότανε. Απ' όλες τις μεριές έπεφταν ομοβροντίες και φωνές να λένε: “Τούρκοι έφτασαν 10.000 αντάρτες του Κοτζαναστάς! Παραδοθείτε!” Αξιωματικοί και στρατός, φεύγουν από τα δυο μονοπάτια.
Όταν λοιπόν, πλησίασαν περισσότερο τους επιτέθηκαν και κατά μέτωπο ο ο­πλαρχηγός Μιχαλαγάς με τα παλικάρια του και τότε άρχισαν να πέφτουν οι Τούρκοι αξιωματικοί από τα άλογά τους, άλλοι σκοτωμένοι και άλλοι τραυματίες, ώστε τα μονοπάτια να πλημμυρίζουν από τούρκικα κουφάρια. 'Αλλοι πάλι ρίχνο­νταν από τους βράχους για να σωθούν και σκοτώνονταν, ενώ άλλοι οπισθοχώρη­σαν και πήγαν στο πυρπολημένο χωριό. Μερικοί ανέβηκαν στο καμπαναριό, έδε­σαν σε ένα μακρύ ξύλο ένα λευκό σεντόνι που πήραν από τις σπηλιές, το οποίο κουνούσαν συνέχεια, καθώς χτυπούσαν την καμπάνα της Εκκλησίας, φωνάζοντας: “Μη ρίχνετε Ρωμιοί, παραδινόμαστε”
Και τότε το ελληνικό τμήμα του Καράφιλος βρίσκεται τελείως αιφνιδιαστικά απέναντι από τις σκηνές στρατοπεδίας του στρατηγού και πριν ακόμη αρχίσει η μάχη μπροστά από τη μεγάλη σκηνή φαίνεται η μορφή του Τούρκου στρατηγού Τζεμάλ Τζεβήτ να ξεπροβάλλει στη­ριγμένος σε μια οξυά, με τις κόκκινες κορδέλες και τα σειρήτια του στο πηλίκιο και τους γιακάδες του. 
Θεόδωρος Μικρόπουλος γιος του Τσακίρ Αγά
 και Γεώργιος Πασχαλίδης, αντάρτες απο την Έρπαα.
Ο Καράφιλος που τον αναγνωρίζει τον σημαδεύει αστρα­πιαία και με μια σφαίρα τον αφήνει νεκρό στη ρίζα της οξυάς και αρχίζει να φω­νάζει: “Τούρκοι έφτασε ο Κοτζαναστάς με 10.000 παλικάρια! Παραδοθείτε! Τέσσερα τάγματα στρατό δικό σας τους στείλαμε στα σπίτια τους. Αν θα συνεχίσετε να πολεμάτε θα σκοτωθείτε!” 
Και τότε η μονάδα που πλαισίωνε τις σκηνές του στρατηγού σήκωσαν τα χέρια και έλεγαν κλαίγοντας: “Μη μας σκοτώνετε, εμείς είμαστε Κούρδοι”, ενώ άλλοι πάλι έλεγαν: “Είμαστε Αλεβίδες, με το ζόρι μας έφεραν εδώ”. Επεκράτησε αρχικά η σκέψη να χαριστεί η ζωή στους αιχμα­λώτους μας, όμως όταν είδαν πτώματα Ελλήνων ανδρών και γυναικών στους γύ­ρω χώρους, οι καπεταναίοι έδωσαν διαταγή να δουλέψουν τα δίκοπα μαχαίρια, αντί να εκτελούνται με σφαίρες. Από εκείνη την ώρα όσοι συλλαμβάνονταν εκτελούνταν με την ίδια μέθοδο. 
Τότε ένας καπετάνιος ονόματι Κοτσακγιόζ μόλις πήγε στο αντίσκηνο του μεράρχου, αμέσως πήρε τα ρούχα του και αφού ντύθηκε με τη στολή του Τούρκου στρατηγού και αφου ειδοποιήθηκαν οι Έλληνες αντάρ­τες για το γεγονός αυτό, προχώρησε προς το μέρος των Τούρκων, οπότε αυτοί μόλις είδαν το νομιζόμενο μέραρχό τους, αναθάρρησαν και άρχισαν ένας-ένας να βγαίνουν από τα χαρακώματα και έτσι έγιναν στόχος των ανταρτών. Και τότε άρχισαν οι αντάρτες να προχωρούν με γοργό ρυθμό, ακολουθώντας την τακτική των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων. Έτσι ξεκαθαρίστηκαν τα υπολείμματα της τουρκικής μεραρχίας, όσων κατέφυγαν να σωθούν στις διάφορες σπηλιές της περιοχής. Τελευταία εστία που είχε μείνει στα χέρια των Τούρκων ήταν η σπηλιά του οπλαρχηγού Καπετάν Καράκοτα, που πολιορκούνταν από τους Τούρκους και η οποία ελευθερώθηκε με την ολοσχερή εξόντωση των πολιορκητών Τούρκων από τους Έλληνες αντάρτες.
Στη σκληρή αυτή αναμέτρηση, όπου συναντούνταν Τούρκοι στρατιώτες, δεν αιχμαλωτίζονταν, παρά μόνο εκτελούνταν αμέσως με τα δίκοπα. Κατά το μεση­μέρι ολόκληρη η περιοχή είχε ελευθερωθεί και τα υπολλείματα της μεραρχίας περίμεναν να παραδοθούν. Όμως, όλοι σχεδόν οι καπεταναίοι πήραν την από­φαση να εκτελεσθούν οι αιχμάλωτοι επί τόπου και μόνο οι καπεταναίοι Καράφι­λος, Παύλος Τσαουσίδης και Μιχαήλ αγάς δε δέχτηκαν την εκτέλεση των Τούρ­κων στρατιωτών, διότι μέσα στις πόλεις υπήρχαν πολλά γυναικόπαιδα ελληνικών οικογενειών και φυσικά υπήρχε ο κίνδυνος των αντιποίνων εκ μέρους των Τούρ­κων. Έτσι, για τη σωτηρία των γυναικοπαιδων δεν εκτελέστηκαν όσοι Τούρκοι στρατιώτες παραδόθηκαν. Στη συνέχεια της νύχτας, τους άνοιξαν μονοπάτι και όσοι είχαν απομείνει τους άφησαν να φύγουν για την Έρπαα, όπου όλα τα ξενο­δοχεία, τα πανδοχεία, καθώς και τα αρμενικά σπίτια είχαν γεμίσει με τραυματίες Τούρκους, ενώ η πόλη ολόκληρη σε ένδειξη πένθους σημαιοστολίστηκε με μαύ­ρες σημαίες.
Βέβαια, οι Τούρκοι πριν μάθουν τη μεγάλη καταστροφή του στρατού τους, εί­χαν βγει έξω από την πόλη για να προϋπαντήσουν τους αξιωματικούς και τους στρατιώτες τους με ανοιχτές τις σημαίες. Όταν, όμως, πληροφορήθηκαν την πραγματικότητα, τύλιξαν πάλι τις σημαίες τους και γύρισαν στα σπίτια τους και σημαιοστόλισαν την πόλη τους στα μαύρα.
Επί μια εβδομάδα οι χωρικοί κουβαλούσαν με τα κάρα τους πτώματα και τραυματίες. Από την άλλη πλευρά, οι αντάρτες περισυνέλλεξαν τα λάφυρα του στρατού με 2 πυροβόλα, 5 πολυβόλα και άφθονα πολεμοφόδια και τρόφιμα, κα­θώς και 70 μουλάρια αιχμάλωτα, ενώ τα πολυβόλα και τα πυροβόλα τα κατέστρεψαν ή και τα έκρυψαν στα δάση. Βέβαια, οι Τούρκοι ως αντίποινα σκότωσαν 300 άτομα από τον άμαχο ελληνικό πληθυσμό. Όμως, και οι Έλληνες δεν τους χαρίστηκαν, διότι δυο τουρκικές μεραρχίες στρατού διαλύθηκαν με αμέτρητους νεκρούς και τραυματίες της γιγαντομαχίας του Ταζλού. Έτσι, μετά από δυο μέρες και αφού μοιράστηκαν τα λάφυρα, έφυγαν οι αντάρτες για το Τορ Τsam, όπου τους περίμενε με αγωνία ο αρχικαπετάνιος και ο λαός. Όταν πλησίασαν στο Τορ Τsam με τραγούδια, πυροβολισμούς και χορούς, έφτασαν στη “μεγαλοπρεπή" καλύβα του Κοτζαναστάς. 
Από τον αρχηγό Κοτζαναστάς δόθηκαν συγχαρητήρια για την επιτυχία αυτή και προσφέρθηκαν δώρα που αποτελούνταν από μια αρμά­θα καθαρισμένα φουντούκια, σφάχτηκε και μια αγελάδα μεγάλου βάρους και οι αντάρτες έφαγαν, γλέντησαν και χάλασαν τον κόσμο από τους πυροβολισμούς στον αέρα, ενώ αμέσως μετά διαλύθηκαν ο καθένας στις καλύβες τους.
Επακόλουθο της μάχης του Ταζλού ήταν να μην ξανατολμήσουν οι Τούρκοι να αποπειραθούν παρόμοιο εγχείρημα, ενώ ο περήφανος Γαζί Μουσταφά Κεμάλ ασφαλώς στεναχωρήθηκε για τη διάλυση της μεραρχίας του και το φόνο του στρατηγού του Τζεμάλ Τζαβήτ.
Τσέτες
γ. Ισχύ του άγραφου νόμου και της ανακωχής, για την ταφή των νεκρών από τις αντιμαχόμενες πλευρές.

Μετά τη συλλογή και ταφή των νεκρών ανταρτών και ύστερα από τέσσερεις μέρες μετά τη μάχη της Δαζλή (Ταζλού), έστειλε ο Τούρκος στρατηγός φορεία και άμαξες για την περισυλλογή και ταφή των δικών του νεκρών, αφού ύστερα από διαπραγματεύσεις πήρε την άδεια του Γκοτζά Αναστάς.
 Και ασφαλώς κατά τις συναντήσεις των διαπραγματεύσεων γίνονταν συζητήσεις μεταξύ των αντιμαχομένων για τη γιγαντομαχία της Ταζλού, σχετικά με τα πολεμικά γεγονότα της νίκης της μιας πλευράς και της ήττας της άλλης.

Αχιλλέας Στ. Ανθεμίδης