Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

Ο Χρύσανθος στο Παρίσι

Αυτό το ερώτημα, όμως, δεν απασχολούσε τους «μεγάλους». Στην πραγματικότητα, μόλις στις 3 Φεβρουαρίου 1919 το Συνέδριο Ειρήνης ασχολήθηκε με τις θέσεις της Ελλάδας. Μόνον τότε ο Ελ. Βενιζέλος είχε την ευκαιρία να παρουσιάσει αναλυτικώς -με χάρτες, φωτογραφίες, καταλόγους, πίνακες και υπομνήματα- τις Ελληνικές προτάσεις. Προηγήθηκε βεβαίως μια έντονη δραστηριότητα της Ελληνικής αντιπροσωπείας, με άτυπες συναντήσεις, γεύματα και δείπνα στα πέριξ ξενοδοχεία, προκειμένου να πειστούν οι συνεργάτες των ηγετών των Μεγάλων δυνάμεων για τη βασιμότητα των Ελληνικών απόψεων. Αλλά η Ελληνική αντιπροσωπεία στηριζόταν στην προσωπική γοητεία του Ελευθερίου Βενιζέλου.
Εκείνος, πάλι, έδωσε έμφαση στη Βόρειο Ήπειρο και τη Θράκη. ωστόσο, η προσεκτική, τεκμηριωμένη και μετριοπαθής εισήγησή του προσέκρουσε σε αντίθετα Ιταλικά συμφέροντα. Οι Ιταλοί αντιπρόσωποι έκαναν το παν να αναβάλουν τις επόμενες εβδομάδες τη συζήτηση των Ελληνικών θεμάτων. 

Η παρουσία της Οθωμανικής αντιπροσωπείας προκάλεσε κακή εντύπωση στους ηγέτες της Entente. Αλλά οι εντυπώσεις ξεχνιούνταν γρήγορα. Το πιο σημαντικό ήταν ότι ο Βρετανός πρωθυπουργός Λόιντ Τζορτζ (Lloyd George, 1863 - 1945) ανυπομονούσε να αποτραβήξει από το Οθωμανικό έδαφος τους εκατοντάδες χιλιάδες Βρετανούς στρατιώτες, που είχαν δεσμευθεί εκεί.
Πίεζε λοιπόν τον Ουίλσον να αναλάβει η Αμερική την «εντολή» τήρησης της τάξης σε όσα περισσότερα τμήματα του άλλοτε κραταιού Οθωμανικού κράτους ήταν δυνατόν. Ουσιαστικά, μόνον η περίπτωση της Αρμενίας συζητήθηκε σε ό,τι αφορούσε το βορειοανατολικό τμήμα της παλαιάς Τουρκίας. Η Αρμενική αντιπροσωπεία είχε γίνει δεκτή στις 26 Φεβρουαρίου 1919 και ζήτησε μία μεγάλη εδαφική έκταση, εντελώς δυσανάλογη προς τις δυνατότητες του υπό σύσταση κράτους, καθώς και «εντολή» για την αποστολή Αμερικανικών δυνάμεων. Ο Ουίλσον φαινόταν να συμφωνεί για την αποστολή Αμερικανικού στρατού στην Αρμενία, αλλά οι σύμβουλοί του επισήμαναν πολλές πρακτικές δυσκολίες.
Η πρόταση του Βενιζέλου για συσχέτιση του Ποντιακού ζητήματος με το Αρμενικό στηριζόταν ακριβώς στο προσωπικό ενδιαφέρον του Ουίλσον για τους Αρμενίους, αλλά και στην ανάγκη των τελευταίων να αποκτήσουν πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα με ένα καλό λιμάνι, όπως η Τραπεζούντα. Ήταν μια ρεαλιστική θέση. Η Βρετανία, βέβαια, ενδιαφερόταν ζωηρά για τις πετρελαιοπηγές του Καυκάσου. Μερικές εβδομάδες αργότερα, στις 9 / 3 / 1919 Βρετανικός στρατός αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα, δημιουργώντας αίσθημα ασφαλείας στους κατοίκους. Λίγες μέρες αργότερα (18 / 3 / 1919) η επιτροπή των Ποντίων της Ελλάδας υπέβαλε και εκείνη υπόμνημα στο Συνέδριο της Ειρήνης, ζητώντας την αναγνώριση ανεξάρτητου Ποντιακού κράτους.


Το οποίο θα περιλάμβανε το βιλαέτι Τραπεζούντας, το σαντζάκι της Σινώπης (του βιλαετιού Κασταμονής), και τα σαντζάκια Αμάσειας, Τοκάτ και Καραχισάρ (του βιλαετιού Σεβάστειας (Σιβάς). Εκτός από τα συνήθη εθνολογικά επιχειρήματα, το υπόμνημα υποστήριζε ότι η οικονομία του Πόντου ήταν αυτάρκης, το εσωτερικό εμπόριο ακμαίο και η γεωργική παραγωγή πλούσια, παρά το γεγονός ότι η Οθωμανική οπισθοδρομικότητα δεν είχε επιτρέψει ακόμη την αξιοποίηση του φυσικού πλούτου. Μειονέκτημα σε αυτή την πρόταση, που δεν έχουμε καμία ένδειξη ότι εξετάστηκε από κάποιον αρμόδιο της Entente, ήταν ότι απαιτούσε μια μεγάλη παραθαλάσσια λωρίδα, αποκόπτοντας την ενδοχώρα από τη διέξοδο προς τη Μαύρη Θάλασσα. δεν υπήρχαν πολλά ίχνη πολιτικού ρεαλισμού σε αυτήν την πρόταση.
Τον Απρίλιο του 1919 -ενώ η Γαλλική εκστρατεία στην Κριμαία αποτύγχανε παταγωδώς- ο μητροπολίτης Χρύσανθος έφτασε στο Παρίσι ως μέλος αντιπροσωπείας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, επικεφαλής της οποίας ήταν ο προαναφερθείς τοποτηρητής του πατριαρχικού θρόνου. Οι αντιπροσωπείες των Ποντίων της διασποράς αναγνώρισαν τον Χρυσόστομο ως εκπρόσωπο των Ρωμιών του Πόντου. Η διαφορά, ωστόσο, μεταξύ των οργανώσεων της διασποράς και του Χρύσανθου ήταν ότι εκείνος μιλούσε και ως εκπρόσωπος ολόκληρου του Μικρασιατικού Πόντου («συνδιοίκηση του Πόντου υπό των Ελλήνων και Μουσουλμάνων της χώρας»), το ανατολικό τμήμα του οποίου είχε ήδη διοικήσει στην περίοδο της Ρωσικής κατοχής.
Ο Χρύσανθος κατέθεσε νέο υπόμνημα στις 2 / 5 / 1919, αφού προηγουμένως είχε επαφές με τον Βενιζέλο. Ο τελευταίος δήλωσε ότι εφόσον οι Πόντιοι δεν δέχονταν την πρότασή του για ένταξη στην Αρμενία, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να υποστηρίζει τις προσπάθειές τους. Κατά κάποιον τρόπο, ο Πόντος θα αποφάσιζε και η Ελλάδα θα συμπαραστεκόταν. Στο υπόμνημά του ο Χρύσανθος επικαλέσθηκε την ασκηθείσα υπό την ηγεσία του αυτοδιοίκηση των εν λόγω επαρχιών (1916 - 1918) και την ειρηνική συνύπαρξη Χριστιανών και Μουσουλμάνων. Έδωσε έμφαση στην προσδοκία ότι, αν επέστρεφαν οι Πόντιοι πρόσφυγες από τον Καύκασο και τη Νότια Ρωσία, ο Ελληνικός πληθυσμός θα ήταν ίσος με το Μουσουλμανικό, πόσο μάλλον που ο τελευταίος δεν ήταν εθνολογικώς ομοιογενής.
«Υπό τοιαύτας συνθήκας είναι ορθόν και δίκαιον όπως η χώρα του Πόντου αποτελέση αυτόνομον Ελληνικόν κράτος», κατέληγε. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το συγκεκριμένο αίτημα αφορούσε τη δημιουργία ενός «Ελληνικού κράτους» και όχι απλώς την ανεξαρτητοποίηση του Πόντου. Το τι ακριβώς σήμαινε ένα «Ελληνικό κράτος», ο πληθυσμός του οποίου ήταν κυρίως (ή έστω και κατά το ήμισυ) Μουσουλμανικός, δεν ήταν κάτι που απασχόλησε το Συνέδριο της Ειρήνης. Απασχόλησε όμως την Ελληνική κυβέρνηση, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Ο Χρύσανθος δεν έκλεισε εντελώς την πόρτα προς τον Βενιζέλο. Αντέτεινε ότι συνεργασία με την Αρμενία μπορούσε να υπάρξει, με την προϋπόθεση όμως ότι οι δύο χώρες θα ήταν ισότιμες και ανεξάρτητες.
Ζήτησε πάντως τη βοήθεια της Ελλάδας για να οργανώσει στρατιωτικές δυνάμεις, ώστε στον κατάλληλο χρόνο να ανακηρυχθεί η προσωρινή κυβέρνηση του Πόντου που θα διέθετε ένα μικρό στρατό. Ο Βενιζέλος ανέθεσε το ζήτημα στο συνταγματάρχη πυροβολικού Δημήτριο Καθενιώτη, στον οποίο είχε ιδιαίτερη εμπιστοσύνη. Ο Καθενιώτης, ο οποίος επρόκειτο να έχει στη συνέχεια λαμπρή εξέλιξη στις ένοπλες δυνάμεις, συμμετείχε το 1916 ως ταγματάρχης στο κίνημα του Βενιζέλου και έτσι απέκτησε δύο βαθμούς μέσα στα επόμενα δυόμισι χρόνια. Πήγε αμέσως μόλις έλαβε εντολή στην Κωνσταντινούπολη, όπου για πρώτη φορά πληροφορήθηκε τις «στρατιωτικές» απόψεις της εκεί Ποντιακής οργάνωσης, τις οποίες και απέρριψε υιοθετώντας από την πρώτη στιγμή διδακτικό ύφος.
Οι Πόντιοι της Πόλης θεωρούσαν ως αναγκαία την οργάνωση αντάρτικου στον Πόντο. Από την άλλη, έκριναν ότι -για το φόβο των αντεκδικήσεων- θα ήταν προτιμότερο η εκπαίδευση των ανταρτών να γίνει στο Βατούμ ή το Σοχούμ, από όπου όσοι είχαν εκπαιδευτεί θα αποβιβάζονταν στον Πόντο την κατάλληλη ώρα. Ο Καθενιώτης αντέτεινε ότι το σχέδιο αυτό δεν ήταν εφαρμόσιμο και προπαγάνδισε την άποψη του Βενιζέλου για προσάρτηση της Τραπεζούντας στο αρμενικό κράτος. Πάντως, συμφώνησε ότι θα έπρεπε να αναπτυχθεί στρατός στον Πόντο και να διαταχθεί με μορφή αντάρτικου, λόγω της γεωγραφικής ιδιορρυθμίας της περιοχής. Τότε πληροφορήθηκε ότι υπήρχε ήδη ένας αριθμός ανταρτών στη Σαμψούντα και την Μπάφρα.


Την ίδια μέρα που ο Καθενιώτης υπέβαλε την αναφορά του στον Βενιζέλο (14 / 5 / 1919) το «Συνέδριο των αντιπροσώπων του Πόντου», υπό τον Κ. Γ. Κωνσταντινίδη, κατέθεσε νέο υπόμνημα στο οποίο κατέγραψε το αποτέλεσμα των συζητήσεών του με την αρμενική αντιπροσωπεία που είχε έλθει στο Παρίσι. Ο Κωνσταντινίδης είχε προτείνει στους Αρμένιους να σχηματισθεί ομοσπονδία δύο ανεξάρτητων κρατών. Η Αρμενική αντιπροσωπεία αντιπρότεινε την προσάρτηση της επαρχίας Τραπεζούντας στην Αρμενία, υπό καθεστώς αυτονομίας. Δεν έχουμε καμία ένδειξη ότι οι «μεγάλοι», που έως τότε είχαν ασχοληθεί με την Αρμενία μόνον μερικές ώρες, έδειξαν ενδιαφέρον για το υπόμνημα.
Ακόμη και ο Βενιζέλος είχε άλλα να σκεφτεί. Την επόμενη μέρα (15 / 5 / 1919) -μετά από πρόταση του Λόιντ Τζορτζ και απόφαση των ηγετών της Entente- ο Ελληνικός στρατός, με την παρουσία του συμμαχικού στόλου, αποβιβάστηκε στη Σμύρνη για να τηρήσει την τάξη. Αν και από την πρώτη ημέρα έγιναν επεισόδια που δικαίωσαν όσους είχαν επιφυλάξεις για την ανάθεση της εντολής στην Ελλάδα, ο Βενιζέλος αισθανόταν απολύτως δικαιωμένος για την πολιτική του. Η στάση του απέναντι στο Ποντιακό γινόταν ολοένα και πιο απόμακρη. δεν μπορούσε να διακινδυνεύσει τα γενικότερα Ελληνικά συμφέροντα ούτε να δεχτεί να καθορίζουν τρίτοι τις προτεραιότητές του.
Ωστόσο, καθώς οι εκπρόσωποι των Ελλήνων του Οθωμανικού κράτους αποτελούσαν έναν παράγοντα που μπορούσε να αξιοποιηθεί, ο Βενιζέλος δεν έκλεισε την πόρτα στον Χρύσανθο. Άλλωστε το πρόβλημα της ασφάλειας των Χριστιανών του Πόντου παρέμενε άλυτο.


πηγή: http://greekworldhistory.blogspot.gr/