Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

Ο ΜΑΚΡΥΣ 19ος ΑΙΩΝΑΣ . ΜΕΡΟΣ 2ο

Με τον τρόπο αυτό στην περιοχή του Πόντου επικράτησε το παράδοξο.
 Την εποχή που στέρευαν τα πλουτοφόρα κοιτάσματα των πολύτιμων μετάλλων, που παρήκμαζαν οι παλαιές δεξιότητες και απασχολήσεις και που ακυρώνονταν τα προνόμια, στη βάση των οποίων ο Ποντιακός Ελληνισμός είχε οικοδομήσει την ισχύ του, τότε ξεκίνησε στην ουσία η ξέφρενη ανάπτυξη των Χριστιανικών κοινοτήτων της περιοχής. 
Οι νέες πολιτείες δεν είχαν πλέον τη θέση τους στα βουνά, η θάλασσα, οι παραλίες ήταν πλέον το γεωγραφικό πλαίσιο των νέων αναζητήσεων. Η Σινώπη, η Οινόη, η Κερασούντα, τα Σούρμενα και φυσικά η πάντοτε σπουδαία Τραπεζούντα πήραν τη σκυτάλη από την ορεινή Αργυρούπολη, που σιγά σιγά έχανε ταυτόχρονα τον πληθυσμό και την Ελληνική της εικόνα.

Οι ευκαιρίες προκάλεσαν δημογραφικές εξελίξεις. Ας μην ξεχνούμε ότι βρισκόμαστε στην εποχή των μεγάλων εποικισμών και των πρωτοφανών μετακινήσεων πληθυσμών. Από την ύπαιθρο στις πόλεις, από την Ευρώπη στις ΗΠΑ, από την Ελλάδα σε κάθε σημείο του ορίζοντα - ιδιαίτερα του ανατολικού. Οι ναυτιλιακές δραστηριότητες, οι ναυπηγήσεις και η αρματωσιά των πλοίων προσείλκυσαν στις ακτές του Πόντου ειδικευμένους ναυτικούς και ναυπηγούς από τα νησιά του Αιγαίου. Τα μέγαρα των αρχόντων του ασημιού τα διαδέχθηκαν τα ακόμα πιο λαμπρά των πλούσιων εμπόρων, των εφοπλιστών, των τραπεζιτών που χρηματοδοτούσαν τις νέες πρωτοβουλίες.
Με άξονα τις παραλιακές πόλεις, ο πληθυσμός του Πόντου αυξήθηκε κατακόρυφα και η περιοχή έγινε μια από τις πλέον πυκνοκατοικημένες της Μικρασιατικής χερσονήσου. Στον τομέα αυτό η σύγκριση μπορούσε να γίνει μόνο με τις βορειοδυτικές ζώνες της ίδιας περιοχής. 

Εάν θεωρήσουμε τον Πόντο σε μια ευρύτερη της διοικητικής έκτασή του, τότε υπολογίζουμε ότι περιλάμβανε ίσως δύο εκατομμύρια κατοίκους στην πρώτη δεκαετία του εικοστού αιώνα. Από αυτούς οι 450.000 ήσαν Ελληνορθόδοξοι ή Έλληνες (η μόνη διαφορά βρισκόταν πλέον στο βαθμό πολιτικής - εθνικής συνείδησης) -ποσοστό 22%- και οι 150.000 Αρμένιοι- ποσοστό 7% περίπου.
Οι μετακινήσεις πληθυσμού ήταν συνεχείς και γενικεύθηκαν μετά το νέο Ρωσοθωμανικό Πόλεμο του 1877 - 1878. Η Ρωσία πλέον «άγγιζε» την περιοχή του Πόντου και καθώς σε αυτήν υπήρχαν ήδη από το παρελθόν ισχυρές κοινότητες Ελληνορθόδοξων Ποντίων, οι σχέσεις, τα δίκτυα συναλλαγών γνώρισαν νέα άνθηση. Στο κάτω κάτω η ευρύτερη ζώνη του Καυκάσου ήταν ένα πεδίο ευκαιριών. Οι γύρω από το πετρέλαιο δραστηριότητες, την ίδια αυτή περίοδο, προσείλκυσαν μεγάλους αριθμούς νέων εποίκων. Ανάμεσα στους τελευταίους, οι Έλληνες του Πόντου αποτέλεσαν πρωταγωνιστική ομάδα.
Μερικοί Τούρκοι ιστορικοί συνέκριναν τα όσα συνέβησαν μετά τον πόλεμο του 1877 - 1878 και την ανάδειξη της Ρωσίας σε κυρίαρχη δύναμη στη Μαύρη Θάλασσα, με την επαύριο της Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή στα 1774 που έδωσε το Ρωσικό εμπόριο στα χέρια των Χριστιανών υπηκόων του σουλτάνου. Ίσως και να έχουν δίκιο. Όπως σε άλλες περιοχές οι Έλληνες μέτοικοι χρησιμοποίησαν την εξάπλωση του δυτικοευρωπαϊκού -και κυρίως Βρετανικού κεφαλαίου- για την προώθηση των δικών τους οικονομικών δραστηριοτήτων, έτσι και στις ακτές του Πόντου η Ρωσική παρουσία και διείσδυση ωφέλησε ποικιλότροπα τους Χριστιανικούς πληθυσμούς, Έλληνες και Αρμένιους, σε αυτή τη γωνιά της Αυτοκρατορίας.
Οι Ρώσοι εξάλλου επένδυαν οικονομικά και πολιτικά στον Καύκασο. Η σιδηροδρομική γραμμή από το Πότι στην Τιφλίδα άνοιξε το δρόμο για εμπόριο και δραστηριότητες με τον αχανή χώρο της κεντρικής Ασίας. Οι Χριστιανοί του Πόντου βρίσκονταν εκεί για να εκμεταλλευτούν τις ευκαιρίες. Η μεγάλη αδυναμία των Χριστιανικών πληθυσμών του Πόντου ήσαν οι σχέσεις τους με τους Μουσουλμάνους συντοπίτες τους. Η ρήξη άρχισε να γίνεται ιδιαίτερα ορατή από τον τελευταίο Ρωσοθωμανικό Πόλεμο και μετά. Για ένα μεγάλο μέρος του Μουσουλμανικού πληθυσμού, τα φτωχά αγροτικά στρώματα αλλά και για σημαντικό μέρος των Οθωμανικών ελίτ, οι μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ και η πορεία των πραγμάτων στο 19ο αιώνα ευνοούσαν οποιονδήποτε άλλον εκτός από τους Τούρκους της Αυτοκρατορίας.


Η περίπτωση του Πόντου μπορεί ίσως να μας εξηγήσει το πώς δημιουργήθηκε αυτό το αίσθημα το οποίο, μέσα από τη βαθιά πικρία, προοδευτικά έχτιζε τις προϋποθέσεις για έναν Τουρκικό εθνικισμό. Οι Μουσουλμάνοι, αγρότες στη συντριπτική τους πλειονότητα, διατήρησαν, ακόμα και σε αυτή τη φάση του Τανζιμάτ, ένα αμφιλεγόμενο «προνόμιο». Στρατεύονταν και πήγαιναν στον πόλεμο. Έτσι έγινε και στα 1877 - 1878. Οι Μουσουλμάνοι αγρότες της Ανατολίας πολέμησαν σκληρά στα Βαλκάνια, στις διαβάσεις του Καυκάσου, στα όρη και τις πεδιάδες της Ανατολίας. Πέθαναν εκεί κατά δεκάδες χιλιάδες. Ο Οθωμανικός στρατός αυτής της περιόδου -ως και τον Α' Π. Π.- ήταν διάσημος για τις απώλειες που είχε έξω και μακριά από τα πεδία των μαχών.
Η ανύπαρκτη επιμελητεία, η επίσης ανύπαρκτη υγειονομική υπηρεσία, η κακή διατροφή, οι άθλιες συνθήκες στρατοπεδείας προκαλούσαν εκατόμβες θυμάτων ερήμην του εχθρού σε πόλεμο, αλλά και σε ειρήνη. Η στράτευση θεωρείτο ένα είδος θανατικής καταδίκης και μόνο πολύ γεροί οργανισμοί ζούσαν αρκετά ώστε να επιστρέψουν στα χωριά και τις αγροτικές εργασίες τους. Όσοι όμως επέστρεφαν από την κόλαση του στρατού και του πολέμου ανακάλυπταν, προφανώς με κάποια δόση απογοήτευσης, ότι, ανεξάρτητα από τις δικές τους θυσίες και την όποια έκβαση του πολέμου, άλλοι είχαν επωφεληθεί από αυτόν.
Οι Χριστιανοί, Ελληνορθόδοξοι ή Αρμένιοι, αφενός δεν είχαν πάει να πολεμήσουν για την κοινή -στο πλαίσιο του Τανζιμάτ- πατρίδα, αλλά και εκμεταλλεύονταν τις νέες ευκαιρίες σε συνεργασία με τον εχθρό - τους Ρώσους στην εδώ περίπτωση. Εργάζονταν στις εταιρίες των τελευταίων, έκαναν εμπόριο μαζί τους, χρηματοδοτούσαν τις εξορμήσεις τους στις παραγωγικές πηγές της ενδοχώρας. Είχαν φυσικά χάσει τα παλαιά τους προνόμια, όπως τα εκχωρούσε άλλοτε η Πύλη, αλλά απολάμβαναν την προστασία των προξένων, που όπως είδαμε στις προηγούμενες σελίδες αποτελούσαν αληθινή παράλληλη εξουσία σε αυτήν την τελευταία φάση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Πολλές φορές τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις ήταν άνισα διαμοιρασμένες: Οι διομολογήσεις περιλάμβαναν συχνά και όσους εργάζονταν για λογαριασμό των ισχυρών Ευρωπαϊκών δυνάμεων και αυτοί ήσαν βασικά Χριστιανοί της Αυτοκρατορίας. Οι Ρωμιοί και οι Αρμένιοι ενίσχυαν τη θέση τους παρά τους μικρούς αριθμούς τους. Οι οικονομικές και πνευματικές ελίτ που δημιουργούσαν τα σχολεία τους ενισχύονταν ακόμα περισσότερο με την ίδρυση ξένων σχολείων, όπου διδάσκονταν ξένες γλώσσες και στην ουσία προετοιμάζονταν στελέχη για τις αυριανές καπιταλιστικές επιχειρήσεις του Οθωμανικού χώρου. Μεγαλοπρεπή εκπαιδευτικά ιδρύματα ξεπηδούσαν από το πουθενά στο πουθενά.
Το λαμπρό συγκρότημα του Κολεγίου «Ανατόλια» στη Μερζιφούντα του Πόντου (πρόγονος του σημερινού «Ανατόλια» της Θεσσαλονίκης) αποτελεί ίσως το πλέον εύγλωττο παράδειγμα για το τι σήμαινε εκπαίδευση για τους Χριστιανούς αστούς του Πόντου και το πόσα επένδυαν οι δυτικοί -ακόμα και οι Αμερικανοί- πάνω σε αυτούς. Η κατάσταση που διαμορφωνόταν στο περιθώριο των μεταρρυθμίσεων είχε αναστατώσει τους ντόποιους Μουσουλμανικούς πληθυσμούς και είχε ανησυχήσει την Οθωμανική κυβέρνηση. 

Οι προσπάθειες της τελευταίας να αντιμετωπίσει αυτά τα διαλυτικά φαινόμενα αποτυπώθηκαν στην πολιτική του Αβδούλ Χαμήτ του Β', που πολλοί είδαν ως αναστολή του Τανζιμάτ και αναζήτηση άλλων, λιγότερο επώδυνων για την Τουρκική κοινωνία, τρόπων ανάπτυξης.
Ερείπια Φροντιστηρίου Αργυρούπολης

Οι προσπάθειες ανάσχεσης των ισχυρότατων ρευμάτων που παρέσυραν τον Οθωμανικό κόσμο εκδηλώθηκε κυρίως στον καταμερισμό εξουσιών και ευθυνών στην ίδια την πρωτεύουσα και ελάχιστα επηρέασε τις επαρχίες όπου οι μεταρρυθμίσεις και η εισβολή του Ευρωπαϊκού κεφαλαίου είχαν δημιουργήσει τη δική τους δυναμική. Πολλά από τα μέτρα έφερναν εξάλλου το ακριβώς αντίθετο από το προσδοκώμενο αποτέλεσμα. Μετά την ταπείνωση της Αυτοκρατορίας στις Συνθήκες του Αγίου Στεφάνου και του Βερολίνου, ο σουλτάνος κατήργησε το Σύνταγμα και ανέστειλε όλα τα μεταρρυθμιστικά μέτρα του Τανζιμάτ. Οι αποφασιστικές αυτές κινήσεις απλά έδειξαν το ποιος πραγματικά κυβερνούσε πλέον αυτή τη χώρα.

Η Επιτροπή του Χρέους και ο διεθνής Οικονομικός Έλεγχος υπαγόρευαν την οικονομική πολιτική, οι Ευρωπαϊκές στρατιωτικές αποστολές συνέχισαν να εκπαιδεύουν στρατιώτες και αξιωματικούς και να τους εφοδιάζουν με ό,τι όπλα περίσσευαν στην Ευρώπη, οι πρόξενοι συνέχισαν να προστατεύουν τους Οθωμανούς υπηκόους που εργάζονταν για τα συμφέροντα των Ευρωπαϊκών κρατών και ιεραποστολές ή λαϊκές εκπαιδευτικές εταιρίες συνέχισαν να μορφώνουν μια Χριστιανική κυρίως ελίτ για να προωθήσουν τις επιχειρήσεις των χωρών τους στη χώρα. Όλα αυτά ήταν αρκούντως εκρηκτικά. Η χρυσή -για τους Έλληνες- εποχή της Ιωνίας και του Πόντου είχε θεμελιωθεί πάνω σε μια αληθινή πυριτιδαποθήκη.
Οι προειδοποιήσεις, τα πρόδρομα σημάδια της μεγάλης έκρηξης, δεν άργησαν να εκδηλωθούν. Μετά το 1878 και τη Συνθήκη του Βερολίνου μεγάλοι αριθμοί Μουσουλμάνων προσφύγων έφθασαν στην Αυτοκρατορία προερχόμενοι από τις περιοχές που χάθηκαν, τον Καύκασο, το Καρς, τη Βοσνία, τη Βουλγαρία κ.λπ. Σημαντικό ποσοστό από αυτούς εγκαταστάθηκε στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, στην Ανατολία και τον Πόντο. Όπως και οι στρατιώτες του ηττημένου Οθωμανικού στρατού, οι πρόσφυγες έβλεπαν με αυξανόμενη καχυποψία και εχθρότητα τους Χριστιανούς συμπατριώτες τους που επωφελούνταν από τη συμφορά των άλλων. Ο Αβδούλ Χαμήτ και η ανακτορική ελίτ της Κων/πολης θέλησαν να μετατρέψουν αυτή τη δυσαρέσκεια των Μουσουλμάνων σε ενοποιητικό στοιχείο της Αυτοκρατορίας.
Προώθησαν την ιδεολογία του Πανισλαμισμού, που απαντούσε στη Χριστιανική πρόκληση -στην αποικιοκρατική εισβολή δηλαδή- και εξασφάλιζε έστω και προσωρινά τη συστράτευση των μη Τούρκων Μουσουλμάνων της χώρας - των Κούρδων, των Αράβων, των Ιρακινών. Στα 1894 - 1896 τα πρώτα θύματα αυτής της πολιτικής ήσαν οι Αρμένιοι. Οι σχέσεις τους με τη Ρωσία τους τοποθετούσαν στην κορυφή των κινδύνων. Υπήρχαν όμως και περισσότερα:Το εθνικό κίνημα των Αρμενίων είχε εκδηλωθεί πρώιμα, πολύ πριν εκδηλωθούν ανάλογα κινήματα από τις άλλες εθνότητες.
Ο Ελληνισμός, λόγου χάρη, δεν είχε επιδείξει τάσεις απόσχισης, ίσως επειδή το μικρό και χωρίς δυνατότητες ελληνικό κράτος ελάχιστα ενέπνεε ως στήριγμα και αρωγός, ίσως επειδή η ιδέα της Ελληνορθοδοξίας ως βασικής συνιστώσας μιας αναγεννημένης Αυτοκρατορίας συγκινούσε και την Ελληνική ελίτ του πλούτου -τους τραπεζίτες και μεγαλέμπορους της Κωνσταντινούπολης- και το Πατριαρχείο. Αντίθετα, οι Αρμένιοι εκδήλωσαν τις μαχητικές τους διαθέσεις υιοθετώντας ριζοσπαστικές ιδεολογίες και πολιτικές - ενίοτε στα όρια του αναρχισμού.
Αυτό τους οδήγησε σε άμεση και μετωπική σύγκρουση τόσο με την Οθωμανική εξουσία όσο και με τα πλήθη των δυσαρεστημένων Μουσουλμάνων που έβλεπαν σε αυτούς όλη την κακοδαιμονία της χώρας τους και του εαυτού τους. Οι διετία των διωγμών και των ακροτήτων κόστισε τη ζωή σε 100.000 Αρμένιους και αποτέλεσε το προοίμιο της πολύ μεγαλύτερης τραγωδίας του 1915. 


πηγή:http://greekworldhistory.blogspot.gr/