Πέμπτη, 14 Απριλίου 2016

Εποποιίες στα βουνά, τους κάμπους και τα χωριά του Πόντου. Μέρος 3ο

6. Αποκλεισμός της πόλεως Πάφρας από τους Έλληνες αντάρτες.
Το Μάρτιο του 1920 οι Έλληνες αντάρτες απέκοψαν τον αμαξιτό δρόμο Πάφρας - Σαμψούντας. Στη συνέχεια απέκοψαν το δρόμο μεταξύ Χάβζας και Κιοπρόν, αλλά και τη διάβαση του ποταμού Εγγίς Ιρμάκ στο σημείο Ασάρ.
Μεγάλες τουρκικές δυνάμεις που κινητοποιήθηκαν απέτυχαν να διασπάσουν τις γραμμές των ανταρτών και να επιτύχουν διόδους για την Πάφρα. Σε μεγάλη φονική μάχη ο τουρκικός στρατός υποχώρησε και νικητές αναδείχτηκαν οι Έλληνες. Τότε η τουρκική διοίκηση ήρθε σε επικοινωνία και συνεννόηση με τον Επίσκοπο Πάφρας Ευθύμιο Αγριτέλη και ύστερα από διαπραγματεύσεις των καπεταναίων και του Επισκόπου με τον Καϊμακάμη της πόλεως, έκλεισαν συμφωνία για την άρση του αποκλεισμού. Πράγματι τόσο οι Τούρκοι όσο και οι Έλληνες τήρησαν τους όρους της συμφωνίας .
 Εδώ οφείλεται η ομολογία με ευθύτητα, ότι μια συνεργασία των δυνάμεων των ανταρτών με τον ελληνικό στρατό στο κοινό μέτωπο του Σαγγάριου θα είχε απρόβλεπτα ευεργετικά αποτελέσματα, για την ελληνική πλευρά. Όμως οι Έλληνες κάτοικοι εκτός της ελληνικής επικρατείας, δεν ενδιέφεραν τους ηγετικούς κύκλους μιας μερίδας του ελληνισμού της κυβέρνησης των Αθηνών. Υπολογισμοί ειδικών του στρατού, που στηρίζονται σε υπεύθυνες πηγές, όπως των οπλαρχηγών των ανταρτικών σωμάτων, του Μητροπολίτη Χρύσανθου, του Μητροπολίτη Γερμανού Καραβαγγέλη, του Επισκόπου Ευθύμιου Αγριτέλλη, του Μητροπολίτη Γερβάσιου Σουμελίδη, του Πρωτοσυγγέλου Αϊβαζίδη, αλλά και πληροφορίες υπευθύνων ποντιακών παραγόντων και σωματείων της εποχής εκείνης και πέρα από αυτά δηλώσεις ξένων στρατηγών, όπως του Γάλλου στρατηγού Σαρτικιέ, καθώς και άλλων, κι ακόμα ειδήσεις από τα κείμενα του στρατηγού Βασίλ αγά (Βασ. Ανθόπουλου) και άλλων στρατηγών των ανταρτών του Πόντου και τέλος δικοί μας υπολογισμοί, που στηρίζονται στην εμπειρία μας στους ανταρτοπολέμους του Β' παγκοσμίου πολέμου, ο ελληνισμός του Πόντου μπορούσε να παρατάξει ένα αξιόμαχο μάχιμο σώμα μέσα σε ένα εξάμηνο στα χρόνια 1915-1923 της τάξεως των 80.000-100.000 ανδρών. Αν προσθέσουμε στη δύναμη αυτή και την οργανωμένη ήδη μεραρχία των Ελλήνων του Καυκάσου με ηγέτη τον ελληνικής καταγωγής στρατηγό Ανανία ή “Ανανιός”, που μπορούσε να αυξηθεί και σε δυο μεραρχίες, τότε το ένοπλο δυναμικό του ελληνισμού του Πόντου θα υπερέβαινε τους 100.000 άνδρες και η δύναμή του θα ήταν τουλάχιστον ισάξια με εκείνη του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος. Δεν είναι αντιληπτό και νοητό πως ο Κεμάλ κατόρθωσε να δημιουργήσει αξιόμαχο στρατό μέσα σε δυο ή τρία χρόνια από τις άτακτες συμμορίες του διαλυμένου οθωμανικού στρατού και δεν θα ήταν δυνατό οι Έλληνες να δημιουργήσουν ένα στρατό από αυτόχθονες Έλληνες του Πόντου, που θα πολεμούσαν για τις εστίες τους.
Το ερώτημα αυτό παραμένει αναπάντητο. Η ευθύνη για την μη πραγματοποίηση της σκέψης αυτής θα βαραίνει στους αιώνες την πολιτική, αλλά και τη στρατιωτική ηγεσία της Ελλάδος, αλλά και την επανάσταση των μπολσεβίκων.

7. Μάχες των Ελλήνων ανταρτών με τις τουρκικές δυνάμεις μετά τη μικρασιατική καταστροφή.

α. 11 Σεπτεμβρίου 1922. Μάχη του Οκμουρτσίκ ή Ινουρτσίκ της Πάφρας.
Η μάχη αυτή, όπως και άλλες που έγιναν μετά την ήττα του ελληνικού στρατού τον Αύγουστο του 1922, δείχνουν πως οι Έλληνες αντάρτες του Πόντου μένουν απτόητοι από τη μικρασιατική καταστροφή και συνεχίζουν με φανατισμό τον αγώνα τους.
Σε μια φονική σύγκρουση 8 περίπου ωρών στο βουνό Γιουντάγ, πέφτουν 80 Τούρκοι στρατιώτες νεκροί, με 10 αντάρτες νεκρούς αντίστοιχα.

β. 24 Δεκεμβρίου του 1922. Μάχη στο βουνό Γιουντάγ. Μάχη του Γουδ Κολέτ στο βουνό Γιουντάγ της Πάφρας. Μετά την καταστροφή και πυρπόληση οκτώ τουρκικών χωριών από τα ελληνικά ανταρτικό σώματα, η μεραρχία της Σαμψούντας με 10.000 άνδρες με μια ύλη ιππικού και 10 κανόνια, προχωρεί στα καταφύγια των ανταρτών στο βουνό.
Πάνω από 1200 αντάρτες την παραμονή των Χριστουγέννων τους περιμένουν και εμπλέκονται μαζί τους σε σκληρή και φαρμακερή μάχη. Με χιόνι που έφτανε τα 2-3 μέτρα οι Τούρκοι υφίστανται σοβαρές απώλειες και χρησιμοποιούν το πυροβολικό τους χωρίς επιτυχία. Με εντολή των αρχικαπεταναίων Κισά Μπατζάκ (Κυριάκου Παπαδόπουλου) Πιτ Βασίλ, Νικολού Αναστάς και Αντύπα, κατεβαίνουν οι αντάρτες σε πιο χαμηλές θέσεις και πέφτουν με ορμή πάνω στο τούρκικο ασκέρι, που δε φαντάζονταν ότι με το χιόνι και το κρύο θα ήταν δυνατόν να τους επιτεθούν οι αντάρτες. 
Δέκα μέρες κράτησε η επιχείρηση αυτή, οπότε την παραμονή των Θεοφανείων του 1923, εφορμούν οι αντάρτες και διασπούν τον κλοιό των Τούρκων και διαφεύγουν σε άλλες περιοχές, με 120 νεκρούς αντάρτες και άγνωστο αριθμό Τούρκων. Ο Τούρκος στρατηγός που έμεινε έκπληκτος από το εγχείρημα των Ελλήνων ανταρτών, ρωτούσε και ξαναρωτούσε τους αξιωματικούς του, αν μεταξύ των Ελλήνων ανταρτών υπήρχαν και ελλαδικοί αξιωματικοί. Δε μπορούσε να φανταστεί και να καταλάβει ο Τούρκος στρατηγός, ότι οι Έλληνες αντάρτες δε γνώριζαν ούτε ελληνικά, δεν είχαν Ελλαδίτες αξιωματικούς ως συμβούλους και δεν πήραν από την Ελλάδα ούτε ένα πιστόλι. Δεν ήταν απόφοιτοι στρατιωτικών σχολών και ούτε μετεκπαιδεύτηκαν σε πολεμικές ακαδημίες του εξωτερικού. Αργότερα μετά την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης, ο Τούρκος στρατηγός ειδοποίησε να τον επισκεφθούν στη Σαμψούντα, οι υπεύθυνοι οπλαρχηγοί αυτής της επιχείρησης, προφανώς για να τους θαυμάσει!!! 
Έλληνες  πρόσφυγες στη Συρία

γ. Μάχη του Τσιφλίκ Τεπεσί

Τον Ιούνιο του 1915 στο χωριό Τσιφλίκ Τεπεσί και στην τοποθεσία ακριβώς που ονομάζεται Τζεβί Νιπτί στο βουνό Κοτζαντάγ, περικυκλώνουν τον Αντών πασά περισσότεροι από 600 Τούρκοι στρατιώτες με επικεφαλής και πάλι τον γνωστό τότε Φερίκ Μπέγ, επιτελικό συνταγματάρχη του τουρκικού στρατού, γιατί είχαν μάθει πως ο Αντών πασάς είχε προμηθευτεί από τους Ρώσους όπλα, τα οποία πράγματι είχαν προμηθευτεί από την Ρωσία, πουλώντας καπνά σε ξένη εταιρεία, ενώ τα χρήματα μεταφέρθηκαν στην Οδησσό και από εκεί στη ρωσική κυβέρνηση και με τη μεσολάβηση Ελλήνων Ποντίων που ήσαν εγκαταστημένοι στην Οδησσό, στάλθηκαν τα όπλα αυτά με καΐκια στην παραλία της Πάφρας κοντά στο Κουμτζουγάζ από όπου και παραλήφθηκαν από τον Αντών πασά. Στη μάχη αυτή στο Τσιφλίκ Τεπεσί αν και η μάχη κράτησε περισσότερο από 8 ώρες, δε σκοτώθηκε κανείς γιατί δεν μπορούσαν οι Τούρκοι στρατιώτες να πλησιάσουν περισσότερο τους αντάρτες του Αντών αγά, λόγω της μεγάλης ομίχλης. Με τον τρόπο αυτό, και μετά από 8ωρη μάχη έφυγε ο Αντών πασάς σε άλλα βουνά εκμεταλλευόμενος σωστά τις καιρικές και εδαφολογικές συνθήκες, δηλ. λόγω της ομίχλης.



δ. Μάχη του Γιουρούκοκτσε. Τέλος του 1916.
Μπαίνει στο χωριό Γιουρούκοκτσε ο Αντών πασάς με την αμαζόνα γυναίκα του Πελαγία και με 200 παλικάρια, μα όμως οι Τούρκοι με αρχηγό τον Γιουσούφ μπέη τον ακολουθούν κατά πόδας και τον κυκλώνουν.
Ακολουθεί σφοδρή σύγκρουση με πολλούς νεκρούς και τραυματίες και από τις δύο πλευρές. Η γυναίκα του στρατηγού πολεμά κι αυτή σαν αμαζόνα και ενσαρκώνει τις παλιές αμαζόνες της μυθολογίας, που πατρίδα τους είχαν περίπου τα ίδια αυτά μέρη. Οι Τούρκοι, που έχασαν το μεγαλύτερο μέρος της δύναμής τους, αποχώρησαν ενώ το ίδιο έκαναν και οι αντάρτες με τον Αντών πασά. Βέβαια, οι μάχες ακλουθούσαν η μια την άλλη κι αυτό οδήγησε την τουρκική ηγεσία να ζητήσει συμβιβασμό και να δώσει αμνηστία και αποκατάσταση στους μαχητές των βουνών.

Αντάρτες της Πάφρας
ε. Μάιος του 1916, ο Αντών πασάς και η μάχη του Πεκλίκ.
Το Μάιο του 1916 ο Αντών πασάς ή Αντών Καραμπέγ δίνει κοντά στο χωριό Πεκλίκ της Πάφρας άλλη μια σκληρή μάχη με τους Τούρκους. Οι τούρκικες αρχές βάζουν πείσμα να εξοντώσουν τον Αντών πασά και αποφασίζουν να τον κτυπήσουν μέσα στην ίδια τη φωλιά του, στα λημέρια του και για το σκοπό αυτό στέλνουν ισχυρό απόσπασμα από 800 στρατιώτες και τον περικυκλώνουν. Ο Αντών πασάς τους περιμένει στο χωριό Πεκλίκ και η μάχη αρχίζει. Οι Τούρκοι ζητούν ενισχύσεις από τη διοίκηση της Πάφρας και της Σαμψούντας και σφίγγουν όλο και πιο πολύ τον κλοιό γύρω από το χωριό και των Αντών πασά. Η κατάσταση για το στρατηγό δεν είναι και τόσο εύκολη, γιατί οι Τούρκοι τον κτυπούν από όλες τις μεριές και βλέπει πως είναι περικυκλωμένος. Η μάχη κρατά για μέρες πολλές ώσπου οι Τούρκοι μη μπορώντας να αντέξουν στην ορμή των παλικαριών του Αντών πασά, φεύγουν ντροπιασμένοι δίνοντας έτσι μια ακόμη νίκη στον Αντών αγά.

στ. Προτάσεις της τουρκικής διοίκησης για παράδοση του Αντών Πασά και η αρνητική απάντησή του.
Όπως και αλλού λέχθηκε, με αυτές τις σκέψεις και τις προτάσεις της τουρκικής ηγεσίας βρέθηκε μια επιτροπή προκρίτων στα λημέρια του Αντών πασά, με επικεφαλής τον Επίσκοπο Πάφρας Ευθύμιο Αγριτέλη. Καλεί λοιπόν ο Αντών πασάς τους οπλαρχηγούς του από τους οποίους οι περισσότεροι δεν ήξεραν ούτε γράμματα, αλλά ούτε και την ελληνική γλώσσα. Οι σεβάσμιοι Έλληνες πρόκριτοι πατριώτες και ο Δεσπότης τους του προτείνουν συμβιβασμό, αμνηστία και παράδοση. Υπόσχονται την αποκατάστασή του και την παροχή υλικής βοήθειας, δηλ. τσιφλίκια και άλλα αγαθά. Όπως και αλλού λέχθηκε, και θα επαναληφθεί ακόμα μια φορά μετά τις δελεαστικές προτάσεις, ο Δεσπότης ρωτά τον αρχηγό: Λοιπόν; Ο Αρχηγός συλλογάται. Καλές είναι οι προτάσεις, σκέφτεται, μα όμως αυτοί που τις κάνουν είναι Τούρκοι. Ξέρει καλά τη φιλοσοφία τους, ξέρει καλά και το “λόγο της τιμής” τους και ζυγίζει τις προτάσεις τους. Όχι, ένα βροντερό ΟΧΙ. Είναι η απάντηση του μεγάλου αρχηγού.
Και τότε η τουρκική διοίκηση τον επικηρύσσει στο μυθικό ποσό των 50.000 ή κατ’ άλλους 5.000 χρυσών λιρών και τοιχοκολλά την επικήρυξη.
ζ. Το τέλος του στρατάρχη των ποντιακών βουνών Αντών πασά
Τον Αύγουστο του 1917 από προδοσία και μάλιστα όπως λέει το τραγούδι από συγγενείς του, σκοτώνεται ο μεγάλος αρχηγός και τα λημέρια και τα αρχηγεία των καπεταναίων, και των Ανταρτών στα ψηλά βουνά του Πόντου, αντηχούν από άκρου εις άκρον με μοιρολόγια για το χαμό του μεγάλου παληκαριού. Αυτός ήταν με δύο λέξεις ο Αντών πασάς, που όμως γρήγορα στη θέση του μπήκε και άλλος μέχρι την καταστροφή.

8. Το άδοξο τέλος του ηρωικού ζεύγους Αντών πασά - Πελαγίας
α. Η σύλληψη της γυναίκας του Αντών πασά από τους Τούρκους και η απελευθέρωσή της από τον ίδιο τον Αντών πασά.
Το Μάρτιο του 1916 πιάνεται σε αιφνιδιαστική επιδρομή των Τούρκων η σύζυγος του μεγάλου αρχηγού Αντών πασά. Και βέβαια η αμαζόνα σύντροφος του Αντών πασά δεν είχε την τύχη των άλλων αιχμαλώτων. Ούτε βασανίστηκε ούτε βιάστηκε, αλλά την παρέδωσαν στο διοικητή συνταγματάρχη Φερίκ Μπεγ. Αυτός τη στέλνει στήν Πάφρα και από εκεί στη Σαμψούντα, όπου από το εκεί στρατοδικείο καταδικάζεται σε θάνατο και στέλνεται στις φυλακές της Αμάσειας για να ακολουθήσει η διαδικασία της αγχόνης. Όταν ο Αντών πασάς πληροφορήθηκε την επικείμενη τύχη της γυναίκας του, δε χάνει καιρό. Αφού συγκεντρώνει 400 έμπειρους και γενναίους αντάρτες, αλλά και 50 από τους πιο καλούς πολέμαρχους καπεταναίους του, καβάλα στα άλογα ξεκινούν με μεγάλη προσοχή και προφύλαξη μέσα από τα βουνά και τα φαράγγια για την Αμάσεια. Χρησιμοποιούν άλογα, γιατί ο δρόμος είναι πολύ μακρύς και οι μέρες κρίσιμες για τη ζωή της Πελαγίας.
Μετά από πορεία 3 ημερών φθάνουν σε ένα τουρκοχώρι λίγο έξω από την Αμάσεια στο Κελτίκ με 800 κατοίκους και το περικυκλώνουν. Καλούν το Χότζα του χωριού και τον στέλνουν στην Αμάσεια στον Βαλή (Νομάρχη) με ένα γράμμα του Αντών πασά, με το οποίο συνιστά στον Τούρκο νομάχη να απελευθερώσει αμέσως τη γυναίκα του και να τη στείλει με μεγάλη ασφάλεια στο βουνό Νεπιέν της Πάφρας στα λημέρια του. Αν δεν κάνει αυτό που του γράφει, δε θα μείνει τίποτα όρθιο από το περικυκλωμένο τουρκοχώρι. Μάλιστα ο Αντών πασάς ζητά την άμεση ενέργειά του και χωρίς να προσπαθήσει ο νομάρχης να ειδοποιήσει τον τούρκικο στρατό ή τα αποσπάσματα χωροφυλακής που έδρευαν στην Αμάσεια. Του συνιστούσε ακόμη του νομάρχη να ενεργήσει με απόλυτη εχεμύθεια και με δική του πρωτοβουλία αν ήθελε το καλό του τουρκικού χωριού.
Ο νομάρχης γνωρίζοντας πράγματι καλά την αποφασιστικότητα του Αντών πασά για τα όσα του έγραφε και για να αποφύγει αιματοκύλισμα στην περιοχή του, παίρνει κρυφά από τις φυλακές με ανθρώπους του την Πελαγία και αφού την επιβιβάζει σε μια άμαξα (Λαντό) και με συνοδεία εμπίστων χωροφυλάκων και αξιωματικών του, τη στέλνει στο Νεπιέν Νταγ στα λημέρια του Αντών πασά, λέγοντας μάλιστα στην καπετάνισσα Πελαγία να μεταφέρει και τα χαιρετίσματά του στο μεγάλο Αντών Καραμπέγ. Για πρώτη φορά τότε χρησιμοποιείται για τον Αντών Πασά και ο τίτλος του Αντών Καραμπέγ, ενώ ο τίτλος Αντών Τσαούς ήταν γνωστός από το 1914, επειδή ήταν Τσαούσης (λοχίας) στον τουρκικό στρατό.
Η όλη παραπάνω ιστορία και πολλά άλλα γεγονότα για τη ζωή και την πορεία του Αντών πασά παραδόθηκαν από τη γυναίκα του Αντών πασά την Πελαγία, η οποία μετά το θάνατό του παντρεύτηκε τον Νικόλα Ορφανίδη από το ίδιο μ’ αυτήν χωριό το Κωνστανουσαγί της Πάφρας και εγκαταστάθηκε μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών, στο χωριό Πούκια (Παρανέστιο) της Δράμας, όπου και πέθανε σε μεγάλη ηλικία.

Αντών Πασάς
β. Η δολοφονία του μεγάλου αρχηγού Αντών πασά με δράστες συγγενείς και φίλους τον, με αντάλλαγμα το τίμημα της επικήρυξής τον από τις τουρκικές αρχές.
Οι φιλόδοξοι προδότες, οι εφιάλτες, οι Ιούδες και οι πηλιογούσηδες δε λείπουν από κανένα λαό και από καμιά κοινωνική ομάδα.
Έτσι μια μέρα του Αυγούστου του 1918, προτάθηκε στον Αντών πασά να πάει στο χωριό Εγριμπέλ, κοντά στον ποταμό Εγγίζ (Λύκαστρο), που σήμερα είναι μια κωμόπολη 8.000 κατοίκων, για να του δώσουν ένα πολύ καλό άλογο, με το οποίο έπρεπε να κινείται ο μεγάλος γενικός αρχηγός των ανταρτών του δυτικού Πόντου.
 Την πρόταση έκαναν στον Αντών πασά οι Αναστάσιος Αβραμίδης και ο Ελευθέριος Κουλπαρίδης ή αλλιώς Κουλπάρ Λεφτέρ, που ήταν και κουμπάρος του Αντών πασά. Και οι δύο ήσαν καπεταναίοι του Αντών αγά, οι οποίοι αφού πήραν μαζί και τον Αναστάσιο Χατζηπαρασκευά, όλοι τους από το χωριό Γαρά-κουνεγί πήγαν και καιροφυλακτούσαν σε μια διάβαση μεταξύ του χωριού Εγριμπέλ όπου ήταν το ραντεβού τους. 
Αυτές όμως οι προτάσεις προς τον Αντών πασά, δεν καλοάρεσαν σε έναν από τους επιστήθιους φίλους του Αντών πασά τον Καλπάχ Γιώργη (Γιώργο Καλπακίδη), ο οποίος συνεβούλευσε τον Αντών πασά να μην πάει στον Εγριμπέλ ή και εάν πάει να συνοδεύεται από αρκετούς άντρες. Όμως ο Αντών πασάς, φύση παράτολμος, αλλά και επειδή μεταξύ αυτών που τον καλούσαν βρισκόταν και ο κουμπάρος του Λεφτέρης, δε μπορούσε ποτέ να φαντασθεί πως ο κουμπάρος του θα σκεφτόταν κάτι σε βάρος του μια και οι προσκαλούντες ήσαν και καπεταναίοι του. Έτσι, λοιπόν, και αφού δεν κατάφερε να τον πείσει ο Καλπάχ Γιώργης, ξεκίνησε για το Εγριμπέλ παίρνοντας μαζί του τη γυναίκα του Πελαγία, τον υπασπιστή του Ηλία Παπαδόπουλο και τον Αταλού Κυριάκο μέσα από το χωριό Κωσετίκ. Όμως αλίμονο, όταν έφτασαν στην τοποθεσία “Χατζηγιουσουφούν Τασί (την πέτρα του Χατζηγιουσούφ) οι Αναστάσιος Αβραμίδης, ο κουμπάρος του Κουλπάρ Λεφτέρ και ο Αναστάσιος Χατζηπαρασκευάς, βγήκαν ξαφνικά μπροστά τους και αφόπλισαν αμέσως με την απειλή των όπλων, τον Ηλία Παπαδόπουλο και τον Αταλού Κυριάκο και αφού ακινητοποίησαν και τη γυναίκα του Αντών πασα Πελαγία, εκτέλεσαν στη συνέχεια τον Αντών πασά. Η σύζυγός του Πελαγία, αφού είδε ότι εκτέλεσαν τον Αντών πασά και αφού αυτός ήταν και ο σκοπός τους, παρακάλεσε τον κουμπάρο της να μην πειράξει τους άλλους δύο, αφού όπως του είπε “το σκοπό σας τον επετύχατε”. 
Και πράγματι, οι δολοφόνοι δεν πείραξαν τους άλλους δυο αφού η αποστολή τους είχε πια εκτελεσθεί. Οι δολοφόνοι μετά την πράξη τους, πήραν το κεφάλι του Αντών πασά και το πήγαν αρχικά στην Πάφρα όπου και το παρέδωσαν στον εκεί στρατιωτικό διοικητή, ο οποίος αφού τοποθέτησε το κεφάλι σε έναν πάσσαλο, με νταούλια και ζουρνάδες και με ένα αμέτρητο πλήθος Τούρκων της Πάφρας το περιέφεραν στους δρόμους της Πάφρας κάνοντας εκδηλώσεις (ντονανμά) εκδηλώνοντας έτσι τη χαρά τους για τη δολοφονία του μεγάλου αντιπάλου τους. Το γλέντι των Τούρκων κράτησε 3 μέρες από όσα θυμούνται οι Έλληνες της Πάφρας και στη συνέχεια αφού τοποθετήθηκε το κεφάλι του στρατηγού σε ένα σακί, μεταφέρθηκε στη Σαμψούντα για να παραδοθεί στον Τούρκο στρατιωτικό διοικητή Κιορ Τζεμίλ. Ο Τούρκος στρατηγός αφού είδε το κεφάλι του Αντών πασά και αφού κοίταξε περιφρονητικά τους 3 Έλληνες δολοφόνους, τους είπε χαρακτηριστικά: “Άντε χαθείτε από μπρος μου καταραμένα σκυλιά, πως τολμήσατε άθεοι να κάνετε ένα τέτοιο έγκλημα στον αρχηγό σας, αλλά και σε ένα τέτοιο γενναίο παλικάρι; Πώς τον σκοτώσατε ρε εγκληματίες;”.
Βέβαια οι δολοφόνοι δεν πήραν ποτέ τα χρήματα της επικήρυξης, επειδή τους είπαν ότι δεν ισχύει η συμφωνία, γιατί έχουμε τώρα ανακωχή και ότι η επικήρυξη αναφερόταν στην περίοδο των εχθροπραξιών. Ο δε νομάρχης Σαμψούντας τους είπε ότι ο υπεύθυνος για την πληρωμή, είχε φύγει για τη Γερμανία και θα τους πλήρωνε όταν θα επέστρεφε. Έτσι οι προδότες αυτοί και βάρβαροι εγκληματίες δεν πήραν τίποτε και εξαφανίστηκαν από τότε από το πρόσωπο της γης .


Αχιλλέας Στ. Ανθεμίδης
Διδάκτορας Νομικής του Πανεπιστημίου Gottingen