Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

Ο ωρολογάς της Δαφνούντας

Η Χρυσάννα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κρώμνη. Όσα, όμως, χρόνια έζησε στην Κρώμνη άλλα τόσα, περίπου, έζησε και στην Τραπεζούντα, στην οποία υπήρχε μεγάλη και ισχυρή κοινότητα Κρωμναίων.
Περιοχή στην Κρώμνη
Το πως βρέθηκε η Χρυσάννα στην Τραπεζούντα θα το δούμε παρακάτω.
Ο Νίκος Μιχαηλίδης, Πολιτανέτες (από το χωριό Πολίτα) στην καταγωγή, ζούσε με την οικογένειά του στη Δαφνούντα, στο λιμάνι της Τραπεζούντας, κοντά στον Άε Φίλιππα. Τακτικά του άρεσε να διηγείται στην κόρη του Μαριγώ ιστορίες της οικογένειάς τους.
«Η μάνα σ’, η Λισάφ’, έτον παπαδοπαίδ’. Πολλά έμορφον κορτσόπον έτον, άμον εσέν’... Εξέρ’νεν τα γράμματα πα, καλά να έν’», έλεγε στη μικρή Μαριγώ.
Ο Νίκος και η Λισάφ’ Μιχαηλίδου, παντρεμένοι λίγο πριν το 1880, είχαν τέσσερα παιδιά, τον Μήτον (Δημήτριος), τον Λάμπον (Χαράλαμπος), τη Μαριγώ και τον Χρήστον. Ο Νίκος είχε δική του δουλειά, ρολογάδικο, στη μεγάλη πλατεία (Μεϊντάν) της Δαφνούντας.
Πουλούσε και διόρθωνε ρολόγια, και όταν μεγάλωσαν τα παιδιά του, δούλευαν όλοι μαζί. Ήταν καλοί μαστόροι, σωστοί άνθρωποι και η δουλειά πήγαινε καλά.
«Ωρολογάδες» τους φώναζαν και τους έμεινε το παρατσούκλι Ωρολογάς. Η οικογένεια, μάλιστα, του γιου του Λάμπου διατήρησε αυτό σαν επίθετο και μετά τον ερχομό τους στην Ελλάδα.
Ήρθε η σειρά του μεγάλου γιου, του Μήτου, να παντρευτεί. Είναι το έτος 1906 και ο Μήτον είναι πια παλικάρι, με καλή δουλειά και σπίτι έτοιμο πάνω από το ρολογάδικο. Τον Αύγουστο του 1906, «τη Παναΐας την ημέραν, ο Μήτον Μιχαηλίδης ασ' σην Δαφνούνταν και η Χρυσάννα Χρυσοπούλου ασ’ σην Μόχωραν τη Κρώμνης, επαντρεύταν ’ς σον Άη Γρήγορη τη Τραπεζούντας και εποίκανε τ’ εκεινέτερων οσπίτ’ και οικογένειαν.
Τα χρόνια κυλάνε ήσυχα και ωραία για την οικογένεια της Χρυσάννας και του Μήτου. Η ζωή στην Τραπεζούντα είναι διαφορετική, αλλά με πολύ ενδιαφέρον για τη Χρυσάννα, η δουλειά πάει καλά και η οικογένεια αρχίζει να μεγαλώνει. Πρώτα ήρθε η κόρη, η Όλγα, το 1908.
Το όνομα μπήκε κατά επιθυμία του παππού Νίκου, από μια αδελφή του που πέθανε μικρή. Στην Τραπεζούντα τότε θέριζε η ελονοσία, «ψυχότοπον» την έλεγαν ακόμη και οι κάτοικοί της, και αρκετά παιδιά χάνονταν από αυτήν την αρρώστια. Όσοι μπορούσαν, για το καλό της υγείας τους και για να πάρουν δυνάμεις για τον χειμώνα, το καλοκαίρι ανέβαιναν στα ψηλά στα βουνά, ’ς σα ραχία και ’ς σα παρχάρα της Ματσούκας και της Κρώμνης.
Στα τέλη του 1910, λίγους μήνες πριν γεννηθεί το δεύτερο εγγόνι του, ο παππούς Νίκος έφυγε από τη ζωή αυτή. Έμεινε για πάντα στον τόπο του, στα αγαπημένα χώματα της Δαφνούντας.
Ο μικρός Νίκος, που γεννήθηκε αρχές του 1911, έφερε χαρά σε όλους και το γέλιο ξανάρθε στο σπίτι.
Η Χρυσάννα
Με την προτροπή του άντρα της, η Χρυσάννα με τη μικρή Όλγα και τον μικρό Νίκο, αν και η κατάσταση στην Τραπεζούντα και στα χωριά της δεν ήταν πολύ καλή μετά το 1908, με τη δράση των Νεότουρκων, κάθε καλοκαίρι ανέβαινε στη Μόχωρα, στο πατρικό της.
Η χαρά των δικών της ήταν πάντα μεγάλη. Οι Χρυσοπουλάντ κάθε χρόνο περίμεναν με ανυπομονησία την κόρη και αδελφή τους με τα εγγόνια και ανίψια τους. Και η Χρυσάννα χαιρόταν που βρισκόταν στον τόπο της, στον τόπο που μεγάλωσε, που έσμιγε με τους δικούς της συγγενείς και ιδιαίτερα με τις παιδικές της φίλες, τη Δωροθέα, την Κατίγκω και τη Χαριτώ.
 Ιδιαίτερα όταν έσμιγαν με τη Δωροθέα, και το νερό στο καζάνι να έβραζε ... αναποδογύριζε για να τα πούνε ... Και λέγανε, λέγανε και δεν τελείωναν. Θυμούνταν και δάκρυζαν. Κυρίως δάκρυζαν για τα παλικάρια της Κρώμνης που έφυγαν αναγκαστικά και δεν ξαναγύρισαν. Δεν άκουγαν πια το τουκ τουκ από το κόψιμο των ξύλων πέρα ’ς σ’ ορμάν, στο δάσος, ούτε το τραγούδι τους που ακολουθούσε όταν ξεκουράζονταν ’ς σην εβόραν, στη σκιά, πίνοντας τάν...
 Θυμούνταν, δάκρυζαν και μουρμούριζαν τα τραγούδια τους, που είχαν προορισμό τις ίδιες, τα κορίτσια της Κρώμνης.
Εγώ έμ’ έναν Ρωμιόπουλον — ’ς σην δείσαν μαθεμένον 
’ς σ’ έναν έμορφον κορτσόπον είμαι σουμαδεμένον...
Για έλα έλα, πούλ-ι-μ’ — για έλα έλα, γιάβρ-ι-μ’,
Ατό το ματοτέρεμα σ’ — θα σύρ’ και παίρ’ τ’ αχούλι-ι-μ’
Της Χρυσάννας της έλειπε, όμως, κι ο άντρας της. Τον σκεφτόταν να παιδεύεται κάτω στην πόλη, αλλά την καθησύχαζε το γεγονός ότι είχε τη μάνα του να τον περιποιείται. «Όλα προφτάν’ ατα η πεθερά μ’», έλεγε από μέσα της. Μετά τον θάνατο του συζύγου της Νίκου και μιας και όλα τα παιδιά της, παντρεμένα πια, ζούσαν στα δικά τους σπίτια, η πεθερά της Χρυσάννας, η Λισάφ’, έμενε μαζί με τον μεγάλο της γιο, τον Μήτο, στο σπίτι πάνω από το ρολογάδικο. Και είναι αλήθεια πως ήταν μεγάλη η βοήθεια της στο σπίτι — αυτό ποτέ δεν το ξεχνούσε η Χρυσάννα.
Ναι, η καθημερινότητά της στην Τραπεζούντα είχε τις ευκολίες της, είχε αυτό που λέμε ποιότητα ζωής, όμως η Κρώμνη, με τα βουνά της, τα ποτάμια και τις ρεματιές με τις εννέα ενορίες και τους πολλούς συνοικισμούς της, ήταν κάτι άλλο.
Εγώ την Κρώμ’ εγάπανα, -τ’ εννέα μαχαλάδες,
Με τα κορτσόποα τα’ έμορφα- άρ’ άμον νερομάνες...
...λέει το τραγούδι και συνεχίζει υμνώντας το καλό κλίμα της Κρώμνης, τα κρύα γάργαρα νερά, τα γάλατα, τα υλιστά, τα χοσχοράνα, τα σαχταρίτσας, τα μαχαιρίτσας, τα μελισσιδίτας, τα βραχαλίτσας, τα στουπίτας, όλα αυτά τα βότανα για γιάτρεμα και ωραίες πίτες.
Ιδιαίτερα η Μόχωρα ήταν ξακουστή για τα πολλά και καλά νερά της. Στο ανατολικό άκρο ήταν τη Καβαζέτα το πεγάδ’, στο δυτικό το Πέτρινον κρενίν, ενώ κάτω από το ποτάμι υπήρχαν πηγές με νόστιμα κρύα νερά. Η πιο ξακουστή ήταν η πηγή με το όνομα Αχραδοπέγαδον, η οποία βρισκόταν δίπλα σε μια πελώρια αγριαχλαδιά, από όπου και το όνομα.
Όλοι ήθελαν το νερό της στο τραπέζι τους. Όταν έρχονταν οι αρχοντάδες στον Αληθινό, από εδώ έστελναν και κουβαλούσαν νερό για τους υψηλούς φιλοξενούμενους.
Για όλους αυτούς τους λόγους, που έκαναν καλό σε όλους, και πολύ περισσότερο στα παιδιά, άφηνε τον άντρα της η Χρυσάννα και ανέβαινε στο χωριό της. Όταν, πάλι, ερχόταν η ώρα να κατεβεί στο σπίτι της, στην Τραπεζούντα, γεμάτη με του Αβραάμ τα καλά, που ετοίμαζαν οι δικοί της στη Μόχωρα, πάλι με χαρά περίμενε τη συνάντηση με τον άντρα της.
Και η χαρά περίσσεψε με μια καινούργια ζωή, που μπήκε στο σπιτικό τους, τον μικρό Γιωργάκη, που γεννήθηκε στα τέλη του 1913.
 Το νέο έτος, όμως, το 1914, φέρνει μαζί του τον μεγάλο πόλεμο, τους Γερμανούς στον Πόντο και την αναστάτωση στην Τραπεζούντα. «Το 1915 ήταν ακόμη χειρότερο για όλους τους χριστιανούς», έλεγε η Χρυσάννα, «πολύ περισσότερο για εμάς, που χάσαμε το μωρό μας». Δεν ήταν, τελικά, τυχερός ο Γιωργάκης. Πριν να κλείσει τα δύο του χρόνια, έφυγε για τους ουρανούς, δίνοντας την πρώτη μεγάλη λύπη στους γονείς.
Ο χρόνος, όμως, κυλά, απαλύνοντας τις πληγές, κυλά μαζί του και η ζωή...
Συνεχίζει η Χρυσάννα:
«Από αυτή τη χρονιά και ύστερα, πολλά παλικάρια της Τραπεζούντας έφευγαν, άλλα για τη Γεωργία και Ρωσία, άλλα για την Ελλάδα και άλλα για Ευρώπη, ακόμη και την Αμερική.
Έτσι, μετά τον Σωτήρη μας, έφυγε και ο Πάτσον για το Βατούμ. Κατάφερε και έπιασε δουλειά σε ρώσικο καράβι. Όταν έπιαναν Τραπεζούντα, κατέβαινε, τον βλέπαμε κι εμείς. Την Ανάσταση του 1917 ήρθε και παντρεύτηκε με τη Σοφία, τ’ εμέτερον κορτσόπον.
Την πήρε μαζί του στο Βατούμ. Εκεί στήσανε το σπιτικό τους, απόκτησαν τρία παιδιά, τα οποία, όμως, μικρά τα έχασαν όλα εκεί στο Βατούμ, ούτε προλάβαμε να τα δούμε... Στην Καλαμαριά, μετά από πολλά χρόνια, εσυναντέθαμε πάλι.
Δόξα τω θεώ, ευλοέθαν και με άλλα παιδία».

Ελισάβετ Ακριτίδου-Κύπαρλη