Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

Τελευταία ιστορικά γεγονότα της μονής Σουμελά

Κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε μερικές πληροφορίες σχετικές με τα τελευταία ιστορικά γεγονότα της μονής Σουμελά. 

Ο Σανταίος  Άνθιμος Μαζμανίδης χρημάτισε ηγούμενος της Μονής Σουμελά  από το 1914—1918. Μετά το 1918 χρημάτισε για λίγο καιρό άλλος  ηγούμενος  από την περιφέρεια Τραπεζούντας και  ύστερα  απ'  αυτόν ήρθε ο Πολύκαρπος Αδάκτυλος. Εδώ γεννάται η απορία πως βρέθηκε στη Μονή  Σουμελά ο εκ Τραπεζούντας ηγούμενος.
 Να τι  έγινε.
Μετά το 1918, επί δύο περίπου χρόνια, γίνονταν έριδες μεταξύ Τραπεζούντιων και Ροδοπολιτών περί  του «σε ποιους ανήκει  η Μονή Σουμελά». Τον αγώνα αυτόν ανέλαβε  ο δραστήριος Σουμελιώτης ιερομόναχος Δοσίθεος Στεφανίδης,  ο και τελευταίος ηγούμενος της Μονής Σουμελά και με την συνδρομή του τουρκομαθούς δικηγόρου  Ισαάκ Πελαγίδη Σανταίου κατόρθωσε να αποσπάσει μία διαταγή  της Τούρκικης κυβέρνησης ότι η Μονή ανήκει δικαιωματικά στην Μητρόπολη Ροδόπολης γιατί βρίσκεται μέσα στα διοικητικά της όρια. Τότε έφυγε ο εκ Τραπεζούντας ηγούμενος του οποίου μας διαφεύγει τ' όνομα  και ήρθε αντικαταστάτης του ο Σανταίος Πολύκαρπος  Αδάκτυλος.
Ο Πολύκαρπος χρημάτισε ηγούμενος της Μονής Σουμελά από  το 1918 μεχρι το 1921. Ύστερα απ’ αυτόν χρημάτισε ηγούμενος ο  Σανταίος Δοσίθεος Στεφανίδης από το 1921 μέχρι το Μάρτιο του 1922, οπότε και δολοφονήθηκε. Ο Δοσίθεος αν και ήταν   ηγούμενος του Μοναστηριού δεν παρέμενε συνεχώς  στο Μοναστήρι, ανέβαινε κάθε φορά  πρωί-πρωί στο μοναστήρι, τακτοποιούσε τις υποθέσεις του Μοναστηριού, έδινε  οδηγίες στους  εναπομείναντες στο μοναστήρι τρεις καλόγερους και κατά το βράδυ επέστρεφε στο Μετόχι του Αγ. Κωνσταντίνου που βρισκόταν στο χωριό Σκαλίτα και εκεί διέμενε συνεχώς μαζί με τους συγγενείς του  μέχρι  τη  μέρα που δολοφονήθηκε.
Η δολοφονία του  ηγουμένου Δοσίθεου έγινε ως εξής. Δύο αδελφοί, ο Αριστείδης και ο Χρήστος, κάτοικοι του χωριού Γουργενή, οπλισμένοι και οι δύο κλέβανε κάθε φορά  ζώα των Ελλήνων της  περιφέρειας Παναγίας Σουμελά. Ο οπλισμός προπαντός  του  Αριστείδη ήταν τέλειος κι αυτό έβαλε σε πειρασμό τον Παναγιώτη Στεφανίδη Σανταίο, ο οποίος δολοφόνησε τον  Αριστείδη τον χειμώνα του 1922 και πήρε τον οπλισμό του. 
Διαδόθηκε τότε η φήμη ότι ηθικός  αυτουργός της δολοφονίας του Αριστείδη στάθηκε ο ηγούμενος Δοσίθεος. Πιστεύτηκε η  φήμη αυτή γιατί ο Π. Στεφανίδης ήταν συγγενής του Δοσίθεου  και τότε ο Χρήστος αδελφός του  Αριστείδη δολοφόνησε τον Δοσίθεο. 
Τότε διαδόθηκε και άλλη φήμη, κάπως αμφίβολη, ότι ηθικός αυτουργός της δολοφονίας του Δοσίθεου στάθηκε τάχα ο Μητροπολίτης Κύριλλος. Την  εποχή που  ήταν  ηγούμενος της Μονής Σουμελά  ο Δοσίθεος δεν επέτρεψε στον Κύριλλο να βάλει χέρι στα έσοδα του μοναστηριού και των Μετοχίων του και επειδή ήταν γνωστός ο Κύριλλος σαν κερδοσκόπος (φαγάς), μερικοί πίστεψαν  ότι ζητούσε να εκδικηθεί τον Δοσίθεο γιατί έφερε προσκόμματα στις λαθροχειρίες του. 
Ο Σανταίος Συμεών Στεφανίδης όμως  αν και βεβαιώνει ότι ο Χρήστος σκότωσε τον Δοσίθεο για να τον  εκδικηθεί  σαν ηθικό αυτουργό της δολοφονίας του αδελφού του Αριστείδη, μολαταύτα επιμένει ναι και καλά ότι ο μητροπολίτης Κύριλλος έβαλε τον Χρήστο αυτόν τον αδελφό του καβάση* του να δολοφονήσει τον Δοσίθεο. Μας γράφει αυτός τα παρακάτω: «Όταν οι τούρκικες  αρχές μας  ανέκριναν για τον φόνο του Δοσίθεου μας είπαν καθαρά ότι τον Δοσίθεο τον δολοφόνησε  ο μητροπολίτης Κύριλλος μέσω του Χρήστου του αδελφού του καβάση του. Αυτόν τον Χρήστο  εγώ ο ίδιος τον αναγνώρισα καλά τη μέρα  εκείνη της  εκτέλεσης και όταν μετέπειτα μας κάλεσαν για τακτική  ανάκριση στην Τραπεζούντα, οι πρόκριτοι της Τραπεζούντας μας παρακάλεσαν να μην πούμε στον ανακριτή ότι γνωρίσαμε μέσα στο εκτελεστικό ας πούμε απόσπασμα τον Χρήστο τον  αδελφό του καβάση του Μητροπολίτη».
Το επεισόδιο αυτό εκμεταλλεύτηκε  ο αντίπαλος  του μητροπολίτη Παπά Κωνστάντιος, ο οποίος κατήγγειλε λίγο μετά την δολοφονία του Δοσίθεου τον Μητροπολίτη σαν ηθικό αυτουργό της δολοφονίας αυτής  και τότε συνελήφθη ο Μητροπολίτης και οδηγήθηκε στις φυλακές Τραπεζούντας. Ο Μητροπολίτης έπνεε  μένεα εναντίον του παπα Κωνστάντιου  και ζητούσε αφορμή να τον εκδικηθεί. 
Τον Σεπτέμβρη του 1922 ανέβηκα στην Σάντα για δεύτερη φορά με διαταγή του Μητροπολίτη και της τούρκικης κυβέρνησης για να συνεννοηθώ με τους  αντάρτες μας για κάποιον συμβιβασμό τους με την κυβέρνηση  και τότε είδα στα χέρια του Ευκλείδη ένα γράμμα του παπα Κωνστάντιου προς τους αντάρτες της Σαντάς  σχετικά με την δολοφονία του Ισεΐν εφέντη  αγά της  Ματσούκας. 
Μόλις ανακοίνωσα το γεγονός τούτο στον Μητροπολίτη, με υποχρέωσε αυτός στο τρίτο ταξίδι μου για τη Σαντά να  ζητήσω το γράμμα από τον Ευκλείδη και να του το φέρω για να το μεταχειριστεί για τη δικαστική δίωξη του παπα Κωνστάντιου. Ο Ευκλείδης ζήτησε τότε 50 πανκανότες για να παραδώσει το γράμμα  και  επειδή ο Μητροπολίτης δεν έτρωγε τέτοια χάπια παρέμεινε το γράμμα στα χέρια του Ευκλείδη  και  έτσι σώθηκε ο παπα Κωνστάντιος. 
Μετά την δολοφονία του Δοσίθεου παρέμειναν στο μοναστήρι τρεις καλόγεροι μέχρι τέλους του 1922, οπότε δυνάμει της συνθήκης περί  ανταλλαγής των πληθυσμών κατέβηκαν κι αυτοί στην  Ελλάδα, αφού πρώτα φρόντισαν να παραχώσουν σε μια κρυψώνα στην περιοχή της Αγίας Βαρβάρας μερικά κειμήλια της Μονής ( τον Τίμιο Σταυρό,την  εικόνα  της Παναγίας κ.ά). Τα κειμήλια αυτά τα μετέφερε στην  Ελλάδα ο γνωστός καλόγερος Αμβρόσιος  κατά το 1931.
Το Μοναστήρι Σουμελά δεν τόλμησαν να το πειράξουν οι Τούρκοι ληστοσυμμορίτες μέχρι της καθόδου στην Ελλάδα των τριών καλόγερων  από φόβο  των ανταρτών   της Σαντάς, οι οποίοι κάθε μέρα  έδιναν το παρών στην  περιφέρεια του μοναστηριού. Μετά την  ανταλλαγή όμως των πληθυσμών το μίσος των Τούρκων  εναντίον του μεγάλου μας τούτου πνευματικού και θρησκευτικού κέντρου εκδηλώθηκε βίαιο, άγριο, σατανικό  και στο τέλος προκάλεσε την πυρπόληση του. Τα σημερινά όμως  ερείπια του Μοναστηριού θα παραμείνουν εσαεί αψευδείς μάρτυρες της βαρβαρότητας των Τούρκων άφ' ενός  και άφ' ετέρου της  ακμής και του μεγαλείου του εθνικού και χριστιανικού τούτου μνημείου του Ελληνισμού του Πόντου.


Μιλτιάδης  Κ. Νυμφόπουλος
Εκπαιδευτικός
Ιστοριογράφος της Σαντάς












*Ο Καβάσης ήταν ο επίσημος τίτλος που έφερε ο επιτετραμμένος θυρωρός ή κλητήρας της Υψηλής Πύλης καθώς και των υπουργείων και των υπόλοιπων δημοσίων καταστημάτων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Κατ΄ επέκταση καβάσηδες είχαν καθιερωθεί και σε όλες τις πρεσβείες στη Κωνσταντινούπολη. Οι καβάσηδες έφεραν ειδικές στολές, μάλιστα η ενδυμασία αυτή διατηρήθηκε μέχρι την προκεμαλική περίοδο. Ο όρος προέρχεται από την αραβική λέξη «κάββας» που σήμαινε τον τοξότη, τον φύλακα και τον σωματοφύλακα.
Μετά την κατάργηση των διομολογήσεων από την κυβέρνηση των Νεοτούρκων το 1914 απαγορεύτηκε και στις διάφορες πρεσβείες στη Κωνσταντινούπολη να χρησιμοποιούν προσωπικό με τον τίτλο του καβάση. Σήμερα, η στολή των καβάσηδων παρατηρείται να έχει περάσει στους λεγόμενους πορτιέρηδες μεγάλων ξενοδοχείων της Μέσης Ανατολής. Την ονομασία των καβάσηδων έφεραν και οι ανάλογοι υπάλληλοι, στα ελληνικά προξενεία της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας.