Τρίτη 23 Ιουνίου 2015

ΟΥΤΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ

Η Σάνο και ο Αβραάμ
την μέρα του γάμου τους (24 Μάρτη 1925)
Να ’μαι εκεί, στο Χαλέπι της Συρίας, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι μου, μόνο δεκαπέντε χρονών. Σε λίγο καιρό θα παντρευόμουν ένα άνδρα που δε γνώριζα και που είχε τρεις φορές τη δική μου ηλικία. Ή μάλλον, νομίζω ότι ήμουν δεκαπέντε χρόνων, αλλά είναι πολύ πιθανό να ήμουν και μικρότερη. Δεν είχα καθόλου στήθος ούτε και περίοδο. Μάλιστα, ούτε καν ήξερα τι είναι η περίοδος ή ότι υπήρχε τέτοιο πράγμα. Δεν είχα φίλες που θα μπορούσαν να μου τα έχουν πει αυτά και είχα χάσει και τη μητέρα μου τόσο νωρίς. Έτσι, οι γνώσεις μου για το τι σήμαινε να είσαι γυναίκα προέρχονταν μόνο από εκείνους που ζούσα μαζί τους. Και αυτοί δε μου είχαν πει τίποτα.
Τα ονόματα τους ήταν Αγκόπ και Ζόχρα Μεϊμπαλιάν.Ήταν ένα ζευγάρι Αρμένιων από το Ντιγιαρμπακίρ της Τουρκίας. Εκεί τους γνώρισα. Ζούσαν με τη μητέρα της Ζόχρα. Ή μάλλον η μητέρα της Ζόχρα ζούσε μαζί τους. Νανά την έλεγαν. Εγώ δεν την φώναζα με κανένα όνομα.
Η Ζόχρα ήταν μια υπομονετική γυναίκα που έκανε σιωπηλά τις δουλειές της. 0 Αγκόπ ήταν μαραγκός.  Έφτιαχνε μουσικά όργανα και ξύλινα οικιακά σκεύη. Έφτιαχνε και τσόκαρα, ξύλινα πέδιλα όμοια με τα γιαπωνέζικα, που σου προσθέτουν άλλους δέκα πόντους σε ύψος όταν τα φοράς. Ήταν καλοσυνάτος άνθρωπος. Δεν πολυμιλούσε.
Η Νανά, όμως, ήταν το κάτι άλλο. Ήταν αρκετά γριά και καμπουριασμένη. Έμοιαζε με σπασμένο κλωναράκι. Όρθια δεν μπορούσε να σταθεί καθόλου. Στηριζόταν με το χέρι στο γόνατό της για να ισορροπεί και για να μην πέφτει καθώς περπατούσε. Αλλά ήσυχη δεν καθόταν ποτέ. Είχε την ενεργητικότητα νέας γυναίκας, αλλά τη διπλάσια αυταρχικότητα. Όλο με κάτι καταπιάνονταν, είτε πλένοντας τα ρούχα άλλων για να βγάζει λίγα παραπάνω χρήματα, είτε κεντώντας τα τελειώματα σε μαντίλια που μετά πουλούσε. Είχε θέληση και πείσμα ταύρου και μάτι αετού.
Ήμουν μόνο δέκα χρόνων όταν έχασα τη μητέρα μου. Με άφησε σε μια γυναίκα σε ένα μικρό λασποχώρι στα νότια της Τουρκίας. Αλλά αυτή η γυναίκα που με πήρε ήθελε μάλλον μια δούλα. Φυσικά, αυτό δεν το είχε πει στη μητέρα μου όταν ζήτησε να με κρατήσει. Όταν η γυναίκα ζήτησε να μείνω, στην αρχή η Μητέρα είπε ότι δεν μπορούσε να με αφήσει γιατί δεν ήμουν δική της. Φαντάζομαι ότι το είπε αυτό γιατί δεν ήθελε να στενοχωρήσει τη γυναίκα. Η Μητέρα είπε ότι δε θα το άντεχε αν με άφηνε. Έκλαψε ασταμάτητα. Αλλά μετά, όταν είδε πόσο λίγο φαγητό είχαμε καταφέρει να βρούμε για την οικογένειά μας, άλλαξε γνώμη. Είμαι σίγουρη ότι το έκανε για να ζήσω. Τόσοι πολλοί από τους ανθρώπους μας είχαν ήδη πεθάνει και τα μέλη της δικής μου οικογένειας πέθαιναν και αυτοί ένας ένας.
Μετά από μερικά χρόνια κακομεταχείρισης από τη γυναίκα εκείνη, τελικά κατάφερα να το σκάσω. Έφτασα μέχρι το Ντιγιαρμπακίρ και εκεί έμεινα με κάποια άλλη γυναίκα για λίγες μέρες που, όμως, δε με ήθελε. Τότε μου είπε η Ζόχρα αν ήθελα να πάω να ζήσω με την οικογένειά της. Εκείνη και ο Αγκόπ είχαν δύο μικρά παιδιά. Εκεί κολλούσα εγώ. Μου είπε ότι θα μπορούσα να τα περιποιούμαι. Για την ακρίβεια, εκείνη την εποχή η Ζόχρα είχε μόνο ένα παιδί, αλλά περίμενε το δεύτερο. Δεν ξέρω τι θα είχα απογίνει, αν δε με είχαν πάρει αυτοί οι άνθρωποι. Η άλλη γυναίκα που με είχε κρατήσει, πιθανά και να με είχε διώξει κάποια μέρα, αδιαφορώντας αν θα πέθαινα της πείνας στους πέντε δρόμους. Έτσι, όταν μου έκανε την πρόταση η Ζόχρα, φυσικά και δέχτηκα. Πού αλλού θα πήγαινα στην ηλικία των δώδεκα ετών σε μια μεγάλη πόλη χωρίς κανένα δικό μου άνθρωπο;
Έζησα με τη Ζόχρα και την οικογένειά της στο Ντιγιαρμπακίρ για μερικά χρόνια. Μετά, ακούσαμε ότι έρχονταν οι Τούρκοι στρατιώτες για να διώξουν και τους υπόλοιπους χριστιανούς από την Τουρκία, ακόμα και εκείνους που ζούσαν στο νότο. Ο Αγκόπ και η οικογένειά του αποφάσισαν να φύγουν. Είχαν ένα ωραίο σπίτι στο Ντιγιαρμπακίρ, αλλά άφησαν ό,τι είχαν και δεν είχαν εκεί. Νομίζω ότι έφυγαν και όλοι οι άλλοι Αρμένιοι. Δηλαδή όσοι Αρμένιοι είχαν απομείνει και δεν τους είχαν σκοτώσει οι Τούρκοι.
Με πήραν μαζί τους και κατευθυνθήκαμε προς το Χαλέπι της Συρίας, όπου επιτέλους θα ήμασταν ασφαλείς. Νοίκιασαν ένα μικρό διαμέρισμα στην πόλη. Ήταν μόνο ένα δωμάτιο στον πάνω όροφο ενός διώροφου κτιρίου με εσωτερική αυλή. Όλοι, και οι έξι, κοιμόμασταν, τρώγαμε και ξεκουραζόμασταν σε αυτό το ένα δωμάτιο.
Κάποιος θα μπορούσε να σκεφτεί ότι ο Αγκόπ με πούλησε για νύφη, αφού ζήτησε από τον άντρα που επρόκειτο να με παντρευτεί είκοσι χρυσά νομίσματα -περίπου εκατό δολάρια, σημαντικό ποσό το 1925. Όταν ο Αγκόπ μου ανακοίνωσε ότι θα παντρευτώ, προσπαθούσα να φέρω στο μυαλό μου εκείνο το γέρο άνδρα που Θα παντρευόμουν, μα δεν μπορούσα. Είχα την ανάγκη ενός πατέρα, όχι ενός συζύγου. Πιο πολύ από όλα είχα την ανάγκη της μητέρας μου.
Το μόνο που ήθελα ήταν να γυρίσω σπίτι μου. Αλλά γυρισμός δεν υπήρχε, ούτε και θα υπήρχε ποτέ. Τους είχα χάσει όλους. Όλους και όλα, ό,τι είχα αγαπήσει. Το μόνο που μου έμενε ήταν οι αναμνήσεις μου και τα δύο σημάδια στο πόδι μου. Μέχρι να γίνω δέκα χρόνων, δε μου είχε μείνει τίποτα. Ούτε το όνομά μου.

                                                         ######################

Σάνο σε ηλικία 20 χρόνων
Οι αναμνήσεις που έχω από το τελευταίο καλοκαίρι που ζήσαμε στη γη μας, ίσως και να είναι οι πιο όμορφες από όλες. Ήταν εκείνο το καλοκαίρι που ο παππούς μου μου χάρισε ένα μοσχαράκι, όλο δικό μου. Αυτό θα ήταν και το τελευταίο καλοκαίρι των παιδικών μου χρόνων.
Τότε το όνομά μου δεν ήταν Σάνο. Το όνομά μου ήταν Θυμία και ήμουν εννιά χρόνων εκείνο το καλοκαίρι, νομίζω. Εμείς δε γιορτάζαμε τα γενέθλια σε εκείνα τα απομακρυσμένα ορεινά χωριά της βόρειας και κεντρικής Τουρκίας. Οι Τούρκοι μας έλεγαν Ρουμ. Είχα πάντα την εντύπωση ότι αυτή η λέξη σήμαινε Έλληνας, αλλά σήμαινε Ρωμαίος. Ήμασταν Πόντιοι Έλληνες και η ιστορία μας άρχιζε από την εποχή της ρωμαϊκής κυριαρχίας ή ακόμα πιο πριν, από τον 8ο αιώνα προ Χριστού.
Τα χωριά μας ήταν ψηλά στα βουνά, νότια της Φάτσας και του Ορντού, στη Μαύρη Θάλασσα. Σήμερα, η διαδρομή διαρκεί μόνο λίγες ώρες με το αυτοκίνητο, αλλά τότε, το 1919, τα ταξίδια ήταν πιο δύσκολα. Γαϊδούρια και γκαμίς, ένα είδος νεροβούβαλων, σέρνονταν στα σκονισμένα μονοπάτια και ανέβαιναν αγκομαχώντας τα βουνά, κάτω από το βάρος των προμηθειών που κουβαλούσαν στην πλάτη ή στο κάρο που έσερναν. Ο πατέρας μου και ο παππούς μου συζητούσαν συχνά για εκείνες τις μακρινές πόλεις που επισκέπτονταν κάθε τόσο, επιστρέφοντας στο σπίτι με προμήθειες.
Μια φορά, ο Παππούς επέστρεψε φέρνοντας μαζί του ένα νέο λάφυρο. Ήταν μια γυναίκα, μια διαμαρτυρόμενη χριστιανή. Έφερε μαζί της και τα λούσα της και εγκαταστάθηκε στο σπίτι μας. Έφερε και λινά και πετσέτες, αληθινές πολυτέλειες για το μικρό μας χωριό. Η αληθινή γιαγιά μου είχε πεθάνει στη γέννα μερικά χρόνια πριν. Την είχαν ξαπλώσει στο καλοκαιρινό δωμάτιο του σπιτιού μας, τυλιγμένη με ένα άσπρο πανί. Το γκρίζο της πρόσωπο πρόβαλλε κάτω από το άσπρο στεφάνι που το περιέβαλλε και είχε μια τόσο γαλήνια έκφραση, τέτοια που μόνο ο θάνατος δίνει. Για πολλά χρόνια μετά και αφού ήμουν πολύ μικρή για να αντιληφθώ τις λεπτομέρειες, είχα την εντύπωση ότι την είχαν θάψει κάπου μέσα στο σπίτι. Έτσι, όταν κατέφθασε η καινούργια μου γιαγιά, συχνά αναρωτιόμουν αν κάποια μέρα, εκεί που θα καθάριζε ή θα τακτοποιούσε κάποια πράγματα, θα ανακάλυπτε ξαφνικά την αντίζηλό της, παγωμένη και ακίνητη, με μικρά χαλίκια στα μάτια για να μένουν κλειστά.
0 Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος είχε λήξει μόλις ένα χρόνο πριν. Ήταν ένας άγριος πόλεμος που είχε κρατήσει τέσσερα χρόνια και τα θύματά του ξεπερνούσαν τα δεκατρία εκατομμύρια ψυχές. Τούρκοι στρατιώτες εμφανίζονταν περιοδικά στα χωριά και άρπαζαν τους άνδρες μας από τα χωράφια και τους δρόμους. Τους έστελναν σε στρατόπεδα εργασίας για να κατασκευάζουν δρόμους και να ανοίγουν χαντάκια. Οι περισσότεροι δεν επέστρεφαν ποτέ.
Εκείνο το καλοκαίρι, όμως, ο αέρας μύριζε φουντούκια στα κάρβουνα και ψωμί, και οι αχλαδιές στην πλαγιά του βουνού πιο κάτω από τα καλύβια μας, έγερναν  από το βάρος των φρούτων τους. Οι λόφοι και οι κοιλάδες απλώνονταν καταπράσινα, γεμάτα καλαμπόκια και αχλαδιές. Το περιβόλι μας ήταν εξαίσιο - αυτό το περιβόλι μας έσωσε. Και τα χρυσά μας κτήματα, σπαρμένα με κριθάρι και σιτάρι, έμοιαζαν να κυματίζουν πέρα-δώθε στο φως του ήλιου.
Πού και πού, κάποιο λασπωμένο μονοπάτι, που το ποδοπατούσαν οι αγελάδες στη διαδρομή από το σπίτι στη βοσκή και ξανά πίσω, εμφανιζόταν παίζοντας κρυφτούλι με τον ουρανό. Μεγάλα φουσκωμένα σύννεφα συχνά έκαναν την εμφάνισή τους πέρα από τα βουνά και έμοιαζαν με μεγαλοπρεπή κάστρα από κάποιο παραμύθι.
Υπήρχαν τρία ελληνικά χωριά σε εκείνα τα βουνά. Τρία αδελφικά χωριά, θα μπορούσες να πεις. Δε θυμάμαι το όνομα του δικού μου χωριού ή του άλλου μικρού χωριού, αλλά το μεγαλύτερο, εκείνο που είχε τη μεγάλη εκκλησία, λέγονταν Αϊοντόν. Ήταν στην άλλη πλαγιά. Κατέβαινες την κοιλάδα από το δικό μου χωριό και ξανανέβαινες στην άλλη μεριά. Υπήρχαν τριάντα σπίτια στο δικό μου χωριό και είκοσι οχτώ στο άλλο μικρό χωριό, αλλά στο Αϊοντόν τα σπίτια ήταν παραπάνω από διακόσια πενήντα.
Είχαμε πανέμορφα δάση στο βορρά, αλλά μόνο οι Έλληνες έχτιζαν τα σπίτια τους από κορμούς δέντρων. Στο δικό μας το σπίτι, το δωμάτιο του παππού και της γιαγιάς ήταν και κουζίνα, τραπεζαρία και αυτό που θα λέγαμε σήμερα καθιστικό. Εκεί ήταν και το τζάκι. Μετά, είχαμε το καλοκαιρινό δωμάτιο, εκεί που κοιμόταν ο θείος ο Κωνσταντίνος και η οικογένειά του. Είχαμε επίσης ένα κελάρι, όπου φυλάγαμε τις προμήθειες της χρονιάς, και το δικό μας το δωμάτιο, το μόνο άλλο δωμάτιο που είχε τζάκι. Η τουαλέτα ήταν σαν μια προέκταση του σπιτιού, ένα δωματιάκι χτισμένο στην άκρη του εξωτερικού τοίχου που κρεμόταν πάνω από το έδαφος. Στην τουαλέτα πήγαινες και στεκόσουν πάνω από μια τρύπα στο πάτωμα, τουρκικό στιλ, και οι ακαθαρσίες έπεφταν στην κοπριά των αγελάδων από κάτω. Τα ζώα ζούσαν κάτω από το σπίτι. Η ζεστασιά από τα κορμιά τους ανέβαινε και ζέσταινε τα δωμάτια από πάνω.
Μια από τις μεγαλύτερες πηγές ευχαρίστησης για μένα ήταν το μικρό μου μοσχαράκι, η Μάτα. Την καβάλησα μια φορά. Δεν ήταν κάτι που συνήθιζα να κάνω, αλλά μια μέρα η μεγάλη μου αδελφή, η Χριστοδούλα, ανέβηκε στην πλάτη της για να πάει σπίτι. Αναπηδούσε πάνω κάτω, μπας και καταφέρει τη Μάτα να ξεκινήσει.
«Έλα, πάμε», είπε. Αλλά η Μάτα τραβούσε πίσω το κεφάλι της και στύλωνε τις οπλές της στο χορτάρι. Τράβηξα το τριχωτό λαιμό της για να την κάνω να τρέξει δίπλα μου, αλλά όσο περισσότερο τραβούσα τόσο πείσμωνε και εκείνη.
«Σπρώξε την από πίσω», είπε ο αδελφός μου ο Γιάννης.
Στηρίχθηκε στα καπούλια της και με τα δύο του χέρια και έσπρωξε με όση δύναμη είχε. Αλλά η Μάτα δεν κουνιόταν.
«Εσύ σπρώξε και εγώ θα τραβήξω», είπα. Τράβηξα το μοσχαράκι με όλη μου τη δύναμη, ενώ ο Γιάννης έσπρωχνε από τα καπούλια με την πλάτη του, πιέζοντας με τα πόδια του χωμένα στο χορτάρι. Αλλά η Μάτα και πάλι δεν κουνιόταν.
«Ανέβα μαζί μου, Θυμία», είπε η Χριστοδούλα. «Ίσως τότε να κουνηθεί».
Σήκωσα μια πέτρα και την έφερα κοντά στη Μάτα. Μετά ανέβηκα στην πέτρα και πήδηξα πάνω στα καπούλια της, πέφτοντας με την κοιλιά και προσπαθώντας να κρατηθώ από την αδελφή μου. Αρχισα και εγώ να αναπηδάω πάνω κάτω.
«Πάμε», είπα κλοτσώντας και πηδώντας συγχρονισμένα με τη Χριστοδούλα. «Πάμε, κατεργαρούλα».
Αλλά η Μάτα μόνο «μουουου...» έκανε.
«Πάω να φέρω ένα κλαδί. Αυτό θα την κάνει να κουνηθεί», είπε η Χριστοδούλα.
Ξεκαβαλίκεψε το μοσχαράκι περνώντας το πόδι της πάνω από το κεφάλι του και γλιστρώντας από την πλάτη του. Μόλις που είχε προλάβει να κατέβει και η Μάτα αποφάσισε να τρέξει. Έκπληκτη και καταχαρούμενη, πιάστηκα από τη γούνα της, καθώς τα πόδια μου χτυπούσαν πέρα δώθε.
«Περιμένετε!» φώναξε η Χριστοδούλα που είχε μείνει πίσω και έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. «Περιμένετε και μένα», κλαψούρισε.
Αλλά η Μάτα έτρεχε και εγώ γελούσα σ’ όλο το δρόμο κάτω στην πλαγιά και πάνω πάλι μέχρι το σπίτι μας. Την είχα αγκαλιάσει από το λαιμό για να μην πέσω και της έδινα πεταχτά φιλιά κάθε φορά που το κεφάλι μου ακουμπούσε στη γούνα της.


Thea Halo
Απόσπασμα από το βιβλίο της "Ούτε το όνομα μου"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah