Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

ΕΛΠΙΔΕΣ ΚΑΙ ΟΡΑΜΑΤΑ


ΩΣΤΟΣΟ ΟΙ ΠΑΝΗΓΥΡΙΣΜΟΙ των Τούρκων δεν κρά­τησαν πολύ. Οι Σύμμαχοι, της Αντάντ σύντριψαν τις Κεντρικές Δυνάμεις και την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα πεδία των μαχών και ή νίκη στεφάνωσε τα όπλα τους.
Έτσι το Νοέμβρη τού 1918, υπογράφτηκε ή Συνθήκη Ανακωχής τού Μούδρου πού τερμάτιζε τον Πρώτο Παγκό­σμιο πόλεμο. Η Ανώτερη Διοίκηση των Συμμαχικών στρατευμάτων, πού είχε την έδρα της στην Πόλη, διόρισε στις κυριότερες πόλεις της Τουρκίας ειδικούς αρμοστές, πλαισιωμένους από στρατιωτικές μονάδες, για να επιβλέπουν την πιστή τήρηση και εφαρμογή των όρων της Ανα­κωχής πάνω στους Τούρκους και να προστατεύουν τούς χριστιανικούς πληθυσμούς της Μικρασίας.
 Σε λίγο, συμμα­χικά πολεμικά πλοία άρχισαν να κάνουν την εμφάνιση τους στα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας και, πιο ύστερα, μικρές αγγλικές δυνάμεις αποβιβάζονταν στο Βατούμ, την Τραπε­ζούντα και τη Σαμψούντα.
Κατά τα μέσα τού Δεκέμβρη, ο πρωθυπουργός της Ελ­λάδας Ελευθέριος Βενιζέλος υπέβαλε υπόμνημα στη Διά­σκεψη της Ειρήνης και πρότεινε να προσαρτιστεί στο σχε­διαζόμενο μεγάλο  Αρμενικό κράτος, ολόκληρο το βιλαέτι της Τραπεζούντας, που περιελάμβανε έναν πυκνό ελληνικό πληθυσμό πάνω από τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ψυχές.
 Οι Ρωμιοί όμως τού τόπου, δεν είδαν με πολύ καλό μάτι την προθυμία του Βενιζέλου να παραχωρήσει το πιο ακριβό κομμάτι του Πόντου στο υπό κατασκευήν Αρμενικό κρά­τος. Ωστόσο το θεώρησαν σα μια αρχή για την αναμενόμενη αλλαγή στη μοίρα τους.
Κατά τα τέλη του Δεκέμβρη του 1918 ο Δεσπότης Γερ­μανός Καραβαγγέλης που βρισκότανε στην Πόλη, έγραψε ένα γράμμα στον Κωνσταντινίδη, στη Μασσαλία, και του ζήτησε να παρακαλέσει τους διαλεχτούς Ποντίους του εξωτερικού να διαλαλήσουν σ' ολόκληρο τον κόσμο τα πρωτά­κουστα στην Ιστορία κακουργήματα των Τούρκων. Επίσης να διακηρύξουν ότι είναι αδύνατο πια στο μέλλον να διοικη­θούν οι Ρωμιοί τού Πόντου από τούς μωαμεθανούς. «Οι σύμμαχοι, συνέχιζε η επιστολή, έχουν επιτακτικό καθήκον να τιμωρήσουν το βάρβαρο τούτο λαό και να δώσουν ικα­νοποίηση στο εθνικό μας αίσθημα.
 Και αν ακόμα ή ένωσή μας με την μητέρα Ελλάδα δεν είναι δυνατή, έχουν υπο­χρέωση να δημιουργήσουν ένα νέο κράτος στον Πόντο με δημοκρατικό σύστημα. Μόλο που ο ελληνικός πληθυσμός αποδεκατίστηκε και πολλοί συγγενείς εκείνων πού κατα­στράφηκαν είναι εγκατεστημένοι στο Ρωσικό Καύκασο, θα προσπαθήσουμε να τούς ξαναφέρουμε εδώ, ακόμα και με τη βία, για να πυκνώσουμε τον πληθυσμό των ερημωμένων μερών της Πατρίδας!»
Ένα μήνα αργότερα, στις 17 τού Γενάρη τού 1919, και ο Δεσπότης Νικοπόλεως και Κολωνίας Γερβάσιος Σουμελίδης, έγραφε γράμμα στον πρόεδρο τού συλλόγου «Ελεύ­θερος Πόντος» της Θεσσαλονίκης και τόνιζε: Ίσως μόνον ο Πόντος, ανάμεσα σ' όλα τα μέρη τού μικρασιατικού Ελλη­νισμού, να προσέφερε τις περισσότερες θυσίες. 
Τα βουνά, τα δύσβατα και χιονοσκέπαστα βουνά τού εσωτερικού της Ανατολής, προς τη Σεβάστεια, την Τοκάτη και το Τσορούμ, υπήρξαν ο Γολγοθάς του εκτοπισμένου και αποδεκατισμένου Ελληνισμού. 
Είναι ανθρωπίνως αδύνατο να περιγραφεί με ακρίβεια η τρομερή και απαίσια σκηνοθεσία πού κατασκεύασε στον Πόντο ο τουρκικός φανατισμός και η ακόλαστη τακτική των σατανικών Νεότουρκων. 
Τέκνα τού Πόντου, πού ζείτε έξω από την πατρίδα, γίνετε πρόμα­χοι και υπερασπιστές των δικαίων μας! Ενωθείτε! Συνα­σπισθείτε ! Συντονίστε τις ενέργειες σας! Υψώστε όλοι μαζί, οπού χρειαστεί, τη φωνή σας και διαδηλώστε ότι πρω­τίστως και προπαντός επιβάλλεται η εξασφάλισις της τιμής και της ζωής των λειψάνων πού απέμειναν στον Πόντο, με την αποστολή στα διάφορα κέντρα του στρατιωτικής βοή­θειας.
 Χωρίς το σπουδαιότατο αυτό παράγοντα, είναι αδύνατο να σωθούν οι Πόντιοι. Η νεοτουρκική οργάνωση μόνο φαινομενικά ησυχάζει. Μυστικά υπάρχει και, με την ευκαιρία, θα δράσει με όλη της την αγριότητα! 
Πρέπει, λοι­πόν, να εξασφαλιστούμε από παρόμοιο κίνδυνο. Και αυτό θα το πετύχει μόνο μια αποστολή στρατιωτικής δύναμης.
Δύο μήνες αργότερα, την 25 Μαρτίου τού 1919, στο Βατούμ του Καυκάσου συγκεντρώθηκαν οι αντιπρόσωποι των ποντιακών οργανώσεων της νότιας Ρωσίας, καθώς και οι αντιπρόσωποι των έξι Μητροπόλεων τού Πόντου, και ανακήρυξαν την ανεξαρτησία της πατρίδας τους .
Κατόπιν έκαναν εκλογή τού Εθνικού Συμβουλίου, πού αποτέλεσε, ουσιαστικά, την προσωρινή κυβέρνηση τού Πόντου. Πρόε­δρος βγήκε ο Βασίλειος Ιωαννίδης, αντιπρόεδρος ο Θεοφύ­λακτος Θεοφύλακτου και πρόεδρος της Γενικής Συνέλευσης ο Νίκος Λεοντίδης. 
Αργότερα πρόεδρος της Γενικής Συνέ­λευσης έγινε ο Λεωνίδας Ιασωνίδης. Η συσπείρωση τού ποντιακού Ελληνισμού γύρω από ένα κεντρικό όργανο άρ­χισε να παίρνει σάρκα και οστά.
ΚΑΠΟΙΟ ΠΡΩΙΝΟ, στις αρχές του Απρίλη, ο Επί­σκοπος Ζήλων Ευθύμιος, βοηθός και αντικαταστάτης του Μητροπολίτη Γερμανού, έστειλε ένα δικό του άνθρωπο στο Τσιμενλί και ειδοποίησε τον καπετάν Παντελή να κατέβει στην πόλη και να παρουσιαστεί στη Μητρόπολη. Την ίδια κιόλας μέρα ο νεαρός καπετάνιος, καβαλίκεψε το αλογό του και κάλπασε για τη Σαμψούντα φορώντας ένα καινούργιο πολιτικό κουστούμι. Κανείς δεν τον αναγνώρισε καθώς έμ­παινε στην πόλη και τραβούσε ίσα για το Μητροπολιτικό μέγαρο. Φτάνοντας εκεί άφησε το άλογό του στον πορτιέρη, ανέβηκε τα σκαλιά, μπήκε στο γραφείο του Δεσπότη και παρουσιάστηκε στον Ζήλων Ευθύμιο.
—  Είμαι ο καπετάν Παντελής, τού δήλωσε χαιρετώντας στρατιωτικά και χαμογελώντας.
Ο Επίσκοπος τον κοίταξε δύσπιστα από την κορφή ως τα νύχια. Τα βλέφαρά του, που ήταν πάντα χαμηλωμένα και έκρυβαν τα μισά μάτια του, χαμήλωσαν ακόμα πιο πολύ, ενώ τα κυρτά προς τα κάτω χείλη του σφίχτηκαν σε ένδειξη απορίας για τη μεταμόρφωση τού ξακουστού καπετάνιου. Ο καπετάν Παντελής δεν είχε εκείνο το αρειμάνιο και άγριο ύφος του παλικαρά πού είχε δει μια άλλη φορά. Έμοιαζε με ένα σπουδαστή του Φροντιστηρίου της Τραπεζούντας, κομψά ντυμένο, όμορφο και συνεσταλμένο.

— Δεν μπορώ να σε αναγνωρίσω, τέκνον μου. Πού είναι τα γένια σου και το πολεμικό σου μένος;
— Είναι μαζί με τα όπλα μου, Δέσποτα! Αν χρειαστούν θα τα φορέσω και πάλι.
— Είθε να μη χρειαστούν, παιδί μου. Η θρησκεία μας είναι θρησκεία της αγάπης και της ελευθερίας. Αν όμως δεν επιβιώσει το γένος μας με την αγάπη και κινδυνέψει ο Σταυρός, θα γίνουμε όλοι υπέρμαχοι της Πίστεως.
—  Συμφωνώ, Δέσποτα. Μα ανυπομονώ να μάθω ποιά ήταν ή αίτια της προσκλήσεως πού έλαβα.
—Άκουσε, τέκνον μου. Σε κάλεσα για μια επείγουσα δουλειά. Πρόκειται να συναντηθείς με τον Άγγλο Αρμο­στή.
— Ευχαρίστως! είπε ο καπετάν Παντελής. Είμαι στη διάθεσή του.
Ο Ζήλων Ευθύμιος πήρε το τηλέφωνο, επικοινώνησε με το Αγγλικό Επιτελείο και ζήτησε τον Αρμοστή. Έπειτα από δύο τρία λεπτά έγινε η συνδιάλεξη των δύο αντρών στα ελληνικά. Κλείνοντας το ακουστικό ο βοηθός Επίσκοπος το Αμάσειας είπε :
—Ο μίστερ Σόλδερ σε περιμένει στο γραφείο του. Θα πας με το αμάξι της Μητρόπολης για να μη γίνεις αντιληπτός από τούς Τούρκους. Θα σε συνοδέψει ο καβάζης μου.
Ύστερα από δέκα λεπτά, το κλειστό αμάξι της Μητρό­πολης, κρατώντας πάνω στο καλντερίμι, οδηγούσε το Ρω­μιό καπετάνιο στο ελληνικό Γυμνάσιο. Το αμάξι σταμάτησε έξω από τη σιδερένια πόρτα της αυλής. Ο καβάζης και ο καπετάν Παντελής κατέβηκαν και προχώρησαν, Ο Άγ­γλος φρουρός της πύλης, ειδοποιημένος για την επίσκεψη των δύο αντρών, στάθηκε προσοχή, παρουσίασε όπλο και τούς άφησε να περάσουν. Οι δύο Ρωμιοί διέσχισαν τη με­γάλη αυλή και προχώρησαν. Στα σκαλιά τού σχολείου τούς περίμενε ο ίδιος ο Αρμοστής:
—  Καλώς ήλθατε, είπε ελληνικά. Πώς είσθε;
— Καλά, ευχαριστούμε, είπαν χαμογελώντας οι δύο άντρες.
Έσφιξαν το χέρι τού Άγγλου και κατόπιν πέρασαν στο γραφείο του. Κάθισαν σε δύο πολυθρόνες που τουύς έδειξε ο Αρμοστής και κοιτάχτηκαν μαζί του για δύο λεπτά σιωπη­λοί. Ένας μελαψός Ινδός στρατιώτης μπήκε εκείνη τη στι­γμή μέσα και πρόσφερε γλυκό στους επισκέπτες. 
Οι δύο Ρωμιοί ευχήθηκαν υγεία στον Άγγλο και ήπιαν τα νερά τους. Αμέσως κατόπιν άρχισε μια ευχάριστη συζήτηση με χιούμορ και λεπτότητα για διάφορα πράγματα της πόλης και του κόσμου. Ο Αρμοστής επαίνεσε τις ομορφιές τού τόπου, την ευγένεια και την καλοσύνη των κατοίκων και διηγήθηκε μερικά νόστιμα ανέκδοτα. Τα γαλάζια μάτια του και τα ξανθά μουστάκια του γελούσαν αδιάκοπα.
Ξαφνικά πήρε σοβαρό ύφος, ζάρωσε το μέτωπο του και είπε:
—  Παιδιά, όπως ξέρετε, ό πόλεμος έληξε. Ή Τουρκία και ή Γερμανία νικήθηκαν και αφοπλίστηκαν. Είμαστε κυ­ρίαρχοι. Υπάρχει ταχτικός αγγλικός στρατός στη Σαμ­ψούντα πού προστατεύει τούς Ρωμιούς από κάθε κίνδυνο και ενόχληση εκ μέρους των Τούρκων. 'Επομένως, φίλοι μου, εσείς οι αντάρτες δε χρειάζεται να είστε σε επιφυλακή με το όπλο στο χέρι. Πρέπει να κοιτάζετε τις δουλειές σας, όπως κάνουν όλοι οι άλλοι Έλληνες, πού οργώνουν, φυτεύουν καπνά και ασχολούνται με το νοικοκυριό τους. Χρόνια τώρα υποφέρατε τού Χριστού τα πάθη στα άγρια βουνά...
— Σε ποιόν να παραδώσουμε τα όπλα μίστερ Σόλδερ; ρώτησε διακόπτοντας ό καπετάν Παντελής.
—  Στο πλησιέστερο αστυνομικό καρακόλι.
—Όχι, μίστερ Σόλδερ . Δεν είναι δυνατό να γίνει τέ­τοιο πράγμα. Αυτά τα όπλα πού κρατάμε, δε μας τα έδωσε ή τουρκική αρχή. Τα πήραμε με το αίμα μας! Δεν τα παρα­δίνουμε.
—  Και όμως πρέπει.
— Δυστυχώς δε γίνεται, υπογράμμισε αποφασιστικά ο καπετάν Παντελής. Δεν τα παραδίνουμε ούτε και σε σας!
— Μα γιατί; γιατί; Ο πόλεμος τέλειωσε. Είμαστε εμείς εδώ...
—Αδύνατον! Αυτό πού μας ζητάτε είναι απαράδεκτο, μίστερ Σόλδερ, απαράδεκτο! Γιατί τα όπλα είναι ή ζωή μας. Αν τα παραδώσουμε, τη χάνουμε. Άλλωστε μόνον τότε θα τα παραδίναμε, αν μας εξασφάλιζε τη ζωή και την ησυχία το ίδιο το Λονδίνο.
Ό Αρμοστής απογοητεύτηκε, μα δεν έπαυσε να επιμέ­νει για πολλή ώρα ακόμα αραδιάζοντας ένα σωρό λόγους και δικαιολογίες.
— Τέλος, είπε ο καπετάν Παντελής και σηκώθηκε όρ­θιος. Σας απάντησα για λογαριασμό μου. Όσο για τούς άλλους καπετάνιους, μόλο πού πιστεύω ότι σκέφτονται σαν και μένα, σας υπόσχομαι να τούς διαβιβάσω την απαίτηση σας.
—  Πολύ καλά.
— Θα τη συζητήσουμε όλοι μαζί και μέσα σε δέκα μέρες θα σας στείλουμε έγγραφη απάντηση.
Ο.κ. έκανε με προσποιητή ευχαρίστηση ο Άγγλος.
Γυρνώντας στη Μητρόπολη ο καπετάν Παντελής ανάφερε στον Επίσκοπο Ζήλων το περιεχόμενο της συζήτησής του με τον μίστερ Σόλδερ και το ίδιο βράδυ έφυγε για το Τσιμενλί.
Έπειτα από δύο μέρες, έγινε συμβούλιο των καπετά­νιων της περιοχής Άγιούτεπε. Παραβρέθηκαν ο αρχηγός Στύλος Κοσμίδης, ο καπετάν Παπούλας, ο καπετάν Χασαρής, ο καπετάν Τσογκάλης, ο καπετάν  Ονούφρης, ο καπε­τάν Αμπατζής, ο καπετάν Καμανλής, ο Τσάμ - Νικολής και ο καπετάν Παντελής.
Μόλις αναφέρθηκε ή απαίτηση τού Άγγλου Αρμοστή για την παράδοση των όπλων, όλοι οι καπετάνιοι ξαφνιά­στηκαν και οργίστηκαν.
— Απαράδεκτο  Απαράδεκτο! φώναξαν όλοι με μια φωνή.
— Δεν γίνεται τέτοιο πράμα! είπε άγρια ο καπετάν Στύλος.
—  Πώς τόλμησε; έκανε  καπετάν Χασαρής.
—  Τρελάθηκε; ρώτησε αγανακτισμένος ο Τσογκάλης.
— Δεν δίνουμε σε κανένα τα όπλα μας, ώσπου να υπο­γράφει επίσημη Συνθήκη Ειρήνης, είπε αποφασιστικά ο καπετάν Παπούλας.
Ακολούθησε μια ολιγόλεπτη σιωπή. Οι καπετάνιοι συγκεντρώθηκαν στις σκέψεις τους.
— Κακό σημάδι αυτό, είπε διακόπτοντας τη σιγή ο καπε­τάν Στύλος. Δε μ' αρέσει καθόλου.
Κουβέντιασαν λίγη ώρα ακόμα, σχολίασαν τις προθέ­σεις του Άγγλου και τα αποτελέσματα πού θα είχε μια άρνησή τους, έβρισαν τούς ξένους προστάτες τους, θυμήθη­καν την απάθεια πού έδειξαν τον καιρό των δραματικών γε­γονότων τού πολέμου, τον καιρό πού πέθαιναν κατά εκατοντάδες οι Ρωμιοί στις εξορίες, τον καιρό των σφαγών και των εμπρησμών των χωριών από τούς Τούρκους και, τέλος, συντάξανε ένα έγγραφο με αρνητική απάντηση. 
Το κλείσανε σε ένα χοντρό φάκελο και το στείλανε στον Αρμοστή μέ­σον τού Επισκόπου Ζήλων Ευθύμιου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah