Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Προσαρμογή στην Ανατολία Μέρος 1ο

Ο Ισκέντερ Οζόι είναι δημοσιογράφος παλιάς σχολής, διακριτικός, με κομψό γενάκι και καλούς τρόπους.Έχει ζήσει ολόκληρη τη ζωή του στην Τούζλα, ένα όμορφο προάστιο στη Θάλασσα του Μαρμαρά, νοτιοανατολικά της Ισταμπούλ. Υπάρχουν περίπου μισή ντουζίνα οικογένειες στην πόλη οι οποίες μπορούν να κτίσουν την παρουσία τους στην περιοχή πριν από τον 19ο αιώνα και αισθάνεται περήφανος που ανήκει σε μια από αυτές. Σκαλίζοντας βαθύτερα το παρελθόν ανακαλύπτει οθωμανούς προγόνους του που έλαβαν μέρος σε μάχες γύρω από την Αγκυρα τον 15ο αιώνα.
Αυτή η έντονη αίσθηση της ιστορίας τον κάνει πολύτιμο χρονικογράφο των κοινωνικών και οικονομικών αλλαγών που συνέβησαν στην πόλη τον περασμένο αιώνα. Οι δημογραφικές ανακατατάξεις είναι χαρακτηριστικό φαινόμενο της Τούζλα. Από τα τέλη του 19ου αιώνα και ύστερα, μουσουλμάνοι πρόσφυγες από τις ξεφτισμένες άκρες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας των Βαλκανίων και του Καυκάσου άρχισαν να εμφανίζονται στις ακτές του Μαρμαρά και οι περισσότεροι ανακατεύτηκαν γρήγορα με τον ντόπιο πληθυσμό Τούρκων μουσουλμάνων.
Ως το 1922 το κυριότερο εθνοτικό στοιχείο της Τούζλα ήταν μία κοινότητα ελληνορθόδοξων ψαράδων, αγροτών και μικροεπαγγελματιών που έφυγαν όλοι μετά τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1922 οδηγώντας οικονομία της περιοχής στην παρακμή. Στο δεύτερο μισό του 1924 αυτοί οι χριστιανοί αντικαταστάθηκαν μερικώς από Έλληνες μουσουλμάνους «της ανταλλαγής».
 Δυο πλοία μετέφεραν αμέτρητα φορτία ανθρώπων από την Θεσσαλονίκη στην Τούζλα η οποία έγινε μία από τις κύριες πύλες εισόδου μεταναστών από την ελληνική Μακεδονία, εν μέρει επειδή κάποιο παλιό ναυτικό νοσοκομείο (τώρα μέρος του Τεχνικού Πανεπιστημίου της Ισταμπούλ) είχε μετατραπεί σε γιγαντιαίο λοιμοκαθαρτήριο.
 Οι νεοφερμένοι έπρεπε να περάσουν από ένα χαμάμ ή ατμόλουτρο και ο ρουχισμός τους να απολυμανθεί. Πολλοί γκρίνιαζαν ότι τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι αρρώστησαν όταν αναγκάστηκαν να ξαναφορέσουν ρούχα που ήταν ακόμα βρεμένα. 
Ορισμένοι από τους ανθρώπους που αποβιβάστηκαν στην Τούζλα μεταφέρθηκαν αργότερα στα βόρεια σε ένα εργοστάσιο γιαουρτιού στην πόλη Μιμαρσινάν προτού εγκατασταθούν μόνιμα σε περιοχές της ανατολικής Θράκης στην ευρωπαϊκή πλευρά της Ισταμπούλ. Αρκετές χιλιάδες όμως έμειναν στο σημείο αποβίβασης ή στα περίχωρα και αργότερα τους δόθηκαν σπίτια και γη που προηγουμένως ανήκαν στις οικογένειες των ελληνορθόδοξων της Τούζλα.
 Μόλις τα τελευταία χρόνια ο Οζόι άρχισε να σαγηνεύεται από την κοινωνική εξέλιξη της πόλης του. Τώρα είναι γύρω στα πενήντα και πέρασε τα πρώτα εικοσιπέντε χρόνια της σταδιοδρομίας του ως ευσυνείδητος δημοσιογράφος, διορθώνοντας άρθρα, σελιδοποιώντας εφημερίδες και, όπως ισχυρίζεται, διευκολύνοντας άλλους ανθρώπους να διηγηθούν ιστορίες οι οποίες τον άγγιζαν ελάχιστα. 
Τότε συνειδητοποίησε ότι ένα σημαντικό κεφάλαιο της ιστορίας της Τουρκίας και του Αιγαίου ξεδιπλωνόταν κάτω από τη μύτη του και μάλιστα στην ίδια γειτονιά που είχε ζήσει όλη του τη ζωή: η διαδικασία με την οποία κάτοικοι της Τούζλα που είχαν γεννηθεί στην Ελλάδα, σταδιακά και επώδυνα, μετατράπηκαν σε Τούρκους πολίτες.
Κιλκίς

Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που εγκαταστάθηκαν στην Τούζλα ήταν αγρότες από το Κιλκίς στα βόρεια της Θεσσαλονίκης. Δεν είχαν ιδέα από ψάρεμα ή καλλιέργεια ελαιόδενδρων που αποτελούσαν τις βασικές οικονομικές δραστηριότητες της καινούριας τους πατρίδας. 
Από ένστικτο ίσως δεν τους άρεσε να ζουν στα παράλια και όποτε μπορούσαν κατοικούσαν σε σπίτια απομακρυσμένα από την παραλία. Αλλά η μεγαλύτερη δοκιμασία ήταν η εχθρική αντιμετώπιση που είχαν αρχικά από τους ντόπιους Τούρκους. Γύρω στο 1930 υπήρξε ένας εκ των πραγμάτων διαχωρισμός των κοινοτήτων της πόλης. Οι νεοφερμένοι και οι παλαιότεροι κάτοικοι προσεύχονταν σε διαφορετικά τζαμιά, έπαιρναν νερό από διαφορετικές βρύσες και απέφευγαν τις κοινωνικές επαφές.
 Η πραγματικότητα απείχε πολύ από την ειδυλλιακή εικόνα των ρομαντικών Τούρκων εθνικιστών που φαντάζονταν ότι τους πολίτες της δημοκρατίας τους ένωναν δεσμοί πίστης στο ιδανικό της κοινής τουρκικής ταυτότητας. Οι περισσότεροι από τους μετανάστες της Τούζλα χρησιμοποιούσαν τα τούρκικα ως κύρια γλώσσα και ακολουθούσαν το επίσημο δόγμα του σουνιτικού Ισλάμ και έτσι δεν είχαν προφανείς γλωσσικές ή θρησκευτικές διαφορές από τον υπόλοιπο πληθυσμό.
 Αλλά με την έλλειψη μεγάλων αντιθέσεων, αρχίζουν να φαίνονται σημαντικές οι μικρές. Κάτι τέτοιο ίσως εννοούσε ο Ζίγκμουντ Φρόυντ όταν μιλούσε για «ναρκισσισμό των μικροδιαφορών». Οι παλαιότεροι κάτοικοι ρωτούσαν τους μετανάστες γιατί το πρωί αντί να πίνουν τσάι έτρωγαν σούπα.
Οι «ντόπιοι» επίσης συνήθιζαν να ξεχωρίζουν τους νεοφερμένους από διάφορες λεπτομέρειες στην εμφάνισή τους. Ορισμένοι από τους μετανάστες κατάγονταν από τους Γιουρούκ, μία εθνότητα που τους περασμένους αιώνες ήταν νομάδες σκορπισμένοι σε όλη την Ανατολία και τα Βαλκάνια, και αναμείγνυαν το Ισλάμ με μία εξεζητημένη παραδοσιακή τελετουργία.
Ο Μουσταφά Κεμάλ ισχυριζόταν ότι είχε αίμα Γιουρούκ. Οι Γιουρούκ χαρακτηρίζονται από έντονα ζυγωματικά, ροδοκόκκινη επιδερμίδα και οι άνδρες έχουν τσιγγελωτά, περιποιημένα μουστάκια. Επομένως όταν κυκλοφορούσαν στα δρομάκια της Τούζλα φαίνονταν από μακριά ότι δεν ήταν ντόπιοι.
Στο βάθος βέβαια όλα αυτά δεν ήταν παρά ένας καυγάς μεταξύ δύο ανασφαλών και εσωστρεφών ομάδων για μία περιορισμένη ποσότητα οικονομικών πόρων. Οι παλιότεροι κάτοικοι δεν ήθελαν τους νέους γείτονες μαζί τους στις θρησκευτικές λειτουργίες και επέμεναν ότι στο κεντρικό τζαμί δεν υπήρχε χώρος με αποτέλεσμα οι μετανάστες να φτιάξουν δικό τους τζαμί σε μία παλιά εκκλησία. 
Ο Οζόι θυμάται ότι σε αυτό το κτίσμα αργότερα γίνονταν γαμήλιες δεξιώσεις, ύστερα έγινε κινηματογράφος και μετά κατεδαφίστηκε. Από τις έξι εκκλησίες που είχε η Τούζλα προτού γίνει η ανταλλαγή των πληθυσμών, καμία δεν υπάρχει πλέον. Για την ακρίβεια μόνο τρία δημόσια κτίρια του  19ου αιώνα στέκουν ακόμα και είναι άθικτα: ένα χαμάμ, ένα οινοπωλείο και ένα τζαμί.
Σιγά-σιγά οι κοινωνικοί διαχωρισμοί άρχισαν να χαλαρώνουν λόγω εν μέρει ενός εκπαιδευτικού συστήματος και μιας πολιτικής ρητορείας που έδινε μεγάλη έμφαση στην ισότητα των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων όλων των πολιτών της τουρκικής δημοκρατίας. Μόνο στα μέσα του 1950 οι γάμοι μεταξύ μεταναστών με ελληνική καταγωγή  και «ντόπιων» άρχισαν να γενικεύονται. Μέχρι το 1970, όταν παντρεύτηκε και ο ίδιος  ο Οζόι, οι κοινωνικές διαφορές ίσχυαν ακόμα. Εκείνος ανήκε σε παλιό σόι της Τούζλα  ενώ η νύφη καταγόταν από ανθρώπους που είχαν φτάσει πρόσφατα και τέτοιοι γάμοι  εξακολουθούσαν να προκαλούν αναστάτωση στις οικογένειες και των δύο πλευρών.
 Αλλά και πολύ προτού παντρευτεί ο Οζόι είχε επίγνωση ότι ορισμένοι δεσμοί εντείνονταν από το γεγονός ότι υπερέβαιναν το χάσμα μεταξύ των δύο κοινοτήτων.
 Γνώριζα δυο άνδρες -ένας από αυτούς ήταν θείος μου, ο άλλος ξάδελφος της γυναίκας  μου- που είχαν και οι δύο γεννηθεί στην Τούζλα το 1932. Ως έφηβοι είχαν γίνει φίλοι και  θεωρούσαν τους εαυτούς τους αδελφούς παρά το γεγονός ότι ο ένας ήταν «ντόπιος» και  ο άλλος ανήκε σε οικογένεια προσφύγων από την Ελλάδα. Η φιλία κράτησε όλη τους  τη ζωή.
Ο θείος μου πέθανε πριν από είκοσι χρόνια αλλά ο ξάδελφος της γυναίκας μου  θυμάται ακόμα τον «αδελφό» του με δάκρυα στα μάτια, και εγώ θεωρούσα πάντα τον  φίλο του θείου μου σαν θετό μου θείο.


Bruce Clark

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah