Οι φωνές της κουκουβάγιας (χόχορος), του κόρακα, το ούρλιασμα του σκύλου, του αγριόχοιρου, το λάλημα της κότας σαν κόκορα, προμήνυαν κακό, προπάντων στον άρρωστο. Την κότα την έσφαζαν, τα δε άλλα ζώα τα έδιωχναν.
Ακόμα, αν έβλεπαν κανένα όνειρο προσπαθούσαν να το συνδυάσουν με την κατάσταση του άρρωστου. Όταν ο άρρωστος έψύλλιζεν τό γεργάν' άτ(ζητούσε ψύλλους στο πάπλωμα), καθώς και όταν ξαφνικά βελτιωνόταν η κατάσταση του, έλεγαν ότι θα πέθαινε.
Ο άρρωστος καλούσε τους σπιτικούς και έδινε τις τελευταίες συμβουλές. Εκείνοι του φιλούσαν το χέρι κι έπαιρναν την ευχή του. Αν είχε διαφορές με κάποιον ή αν ήταν μαλωμένος με άλλον, τους καλούσε για να συγχωρεθούν και εκείνοι προσέρχονταν, γιατί θεωρούσαν αντιχριστιανικό και απάνθρωπο να αρνηθεί κανείς τη συγχώρεση στον άνθρωπο που ψυχομαχούσε.
Έσχώρ' με κι ο Θεός σχωρέεισε, ήταν ή σχετική έκφραση.
Όταν οι σπιτικοί καταλάβαιναν ότι ο άρρωστος θα πέθαινε, καλούσαν τον παπά να τον κοινωνήσει . Αν δεν πρόφταιναν, τον καλούσαν κατά το ψυχομάχημα. Ο παπάς πήγαινε μόνος κι αμίλητος. Αν έλειπε ο παπάς, τον έδιναν να πιει από τον αγιασμό των Φώτων πού φύλαγαν στο εικονοστάσι. Έλεγαν ότι ο άρρωστος έβλεπε τον άγγελο του ή το χάρο ή άλλα άγρια φαντάσματα.
Ακόμα, αν έβλεπαν κανένα όνειρο προσπαθούσαν να το συνδυάσουν με την κατάσταση του άρρωστου. Όταν ο άρρωστος έψύλλιζεν τό γεργάν' άτ(ζητούσε ψύλλους στο πάπλωμα), καθώς και όταν ξαφνικά βελτιωνόταν η κατάσταση του, έλεγαν ότι θα πέθαινε.
Ο άρρωστος καλούσε τους σπιτικούς και έδινε τις τελευταίες συμβουλές. Εκείνοι του φιλούσαν το χέρι κι έπαιρναν την ευχή του. Αν είχε διαφορές με κάποιον ή αν ήταν μαλωμένος με άλλον, τους καλούσε για να συγχωρεθούν και εκείνοι προσέρχονταν, γιατί θεωρούσαν αντιχριστιανικό και απάνθρωπο να αρνηθεί κανείς τη συγχώρεση στον άνθρωπο που ψυχομαχούσε.
Έσχώρ' με κι ο Θεός σχωρέεισε, ήταν ή σχετική έκφραση.
Όταν οι σπιτικοί καταλάβαιναν ότι ο άρρωστος θα πέθαινε, καλούσαν τον παπά να τον κοινωνήσει . Αν δεν πρόφταιναν, τον καλούσαν κατά το ψυχομάχημα. Ο παπάς πήγαινε μόνος κι αμίλητος. Αν έλειπε ο παπάς, τον έδιναν να πιει από τον αγιασμό των Φώτων πού φύλαγαν στο εικονοστάσι. Έλεγαν ότι ο άρρωστος έβλεπε τον άγγελο του ή το χάρο ή άλλα άγρια φαντάσματα.
Όταν κάποιος είχε καλή ψυχή, έδινε την ψυχή του όπως το πουλί.
Αν το ψυχομάχημα διαρκούσε το απέδιδαν στα εξής:
1) Ότι είχε κατάρα από γονιό.
2) Ότι έβγαζε τα συνόρια (τις μακριές πέτρες που χωρίζουν τα κτήματα).
3) Ότι περίμενε ξενιτεμένο· Στην περίπτωση αυτή τοποθετούσαν πάνω στον άρρωστο τη φωτογραφία του ξενιτεμένου, η κανένα ρούχο του, για να μη πάει αροθυμιασμένος.
4) Ότι έχπαράεν (ξαφνιάστηκε) από τα κλάματα των σπιτικών του, οπότε θα πέθαινε την ίδια ώρα της άλλης ημέρας.
Για να γλυτώσει από τα βάσανα παρακαλούσαν την Παναγία, το Χριστό, τους αγίους: Παναΐα, έπαρ' τον κι ας γλυτών άς σά τόσα βάσανα.
Όταν όμως ο άρρωστος δεν έχανε τις αισθήσεις του, παρακαλούσε ο ίδιος. Έχάθεν το τιαφτιάρι μ' (το βιβλίο του χάρου όπου είναι γραμμένοι oι άνθρωποι). Επαρ' με κι ας γλυτώνω. Όταν πέθαινε κανείς έλεγαν: Επέθανεν, έτελείωσεν, έγλύτωσεν, έφέκε μας ύαν.
Μόλις ξεψυχούσε, έβγαζαν σπαραχτικές φωνές, πού διέδιδαν τη θλιβερή είδηση σ' όλο το χωριό. Αν ήταν παρών κανένας ξένος, ή πήγαινε ο ίδιος να χτυπήσει την καμπάνα θανατικά (πολύ αργά), ή
έστελνε κανένα μεγάλο παιδί, τότε όλοι οι γείτονες, και όσοι άλλοι βρίσκονταν γύρω από χωριό, παρατούσαν αμέσως την εργασία τους και έτρεχαν προς το χωριό ρωτώντας ποιος πέθανε. Το σπίτι πλημμύριζε από κόσμο.
Η πρώτη φροντίδα ήταν να του κλείσουν τα μάτια (να καλυμπώ'ν' άτον), και το στόμα, να τον τεντώσουν όσο ήταν ακόμα ζεστός, να σιάξουν τα πόδια του, να σταυρώσουν τα χέρια του, να τον γυρίσουν προς την ανατολή· αυτά τα έκαμναν οι γείτονες.
Έπειτα έπλυναν (έσίλευαν με βρεμένο πανί) το νεκρό, τον έντυναν καθαρά ή καινούρια ρούχα (αν είχε) και τον σαβάνωναν με πανί, χωρίς να μεταχειρισθούν ψαλίδι. Τους παπάδες έλουζαν και έντυναν oι παπάδες και τους έβαζαν και τους έθαβαν καθιστούς.
Αν ήταν νιόγαμπρος ή νιόνυφη τον έντυναν τα γαμπριάτικα ή τα νυφιάτικα ρούχα, «έφόριζαν κι έρμάτωναν τόν άποθεμένον».
Αν το πρόσωπο του ήταν άγριο, το σκέπαζαν με μαντήλι, αλλιώς το άφηναν ακάλυπτο. Τον τοποθετούσαν στη μέση του σπιτιού (σό μεσοχάμ') πάνω σε στρώμα, ωσότου να ετοιμασθεί η κασέλα (το φέρετρο).
Στα παλιά χρόνια η εκκλησία είχε ένα φορείο (κανόν) με το οποίο έφερναν το νεκρό ως το τάφο, και το επέστρεφαν. Αν είχε καινούρια παπούτσια, ή αν έβρισκαν στα μαγαζιά παντούφλες, του φορούσαν, αλλιώς του φορούσαν μόνον ορτάρια καινούρια.
Κοντά στο κεφάλι του νεκρού τοποθετούσαν καντήλα, μερικοί δε τοποθετούσαν στο στήθος του εικόνα. Οι εκδηλώσεις του πένθους γίνονταν πάνω το μέτρο. Οι γυναίκες ξέπλεκαν τα μαλλιά τους, τραβούσαν και ξερίζωναν, χτυπούσαν τα γόνατα, το στήθος, σπάραζαν τα μάγουλα, ξέσκιζαν τα ρούχα, κυλίονταν κατά γης και γίνονταν πιο οικτρές από το νεκρό. Ρίζα μ', πούλι μ' γιάβρι μ', στερέα μ', τιαμιάλι μ' προσφωνούσαν το νεκρό αν ήταν νέος ή νέα, σκύβοντας επάνω στο φέρετρο.
Δεν έλειπαν βέβαια και οι συμβουλές και οι παραγγελίες να τιμούν τούς νεκρούς όχι με πολλά δάκρυα, αλλά με την αγαθή μνήμη και τη συχνή εκτέλεση των μνημοσύνων και των άλλων εθίμων (π.χ. ελεημοσυνών).
Όσοι από τους χωριανούς προσέρχονταν, κάθονταν γύρω από το φέρετρο και κλαίγανε με χειρονομίες, απλώνοντας τα χέρια πάνω από το νεκρό. Δεν ήταν λίγες εκείνες πού μοιρολογούσαν αυτοσχεδιάζοντας, ανάλογα με την ηλικία, τις οικογενειακές υποχρεώσεις και την οικονομική κατάσταση του νεκρού. Οι γυναίκες συναγωνίζονταν ποια θα εμπνευστεί τα ωραιότερα και συγκινητικότερα μοιρολόγια, οι δε συγγενείς του νεκρού ευχαριστούσαν εκείνες που τον εξύμνησαν καλύτερα.
Όσες δε μοιρολογήτρες είχαν νεκρό θαμμένο πριν από λίγο καιρό, φρόντιζαν με τέχνη ν' αναφέρουν και το δικό τους πόνο. Η γυναίκα του νεκρού έπρεπε, οπωσδήποτε να ξέρει να μοιρολογά και να απαντά εύστοχα και στα μοιρολόγια τ ων άλλων, για να μη προκαλέσει τις ειρωνείες των παρόντων όλες όμως δεν είχαν το χάρισμα να μοιρολογούν, μερικές μάλιστα προκαλούσαν το χαμόγελο με τις μοιρολογίες τους π.χ. Μια της οποίας πέθανε ο πατέρας μοιρολογούσε:
Πατέρα έπεχέρτσες τή μάνα μ' άπ' άνθεν κι άπό κάθεν, εννοώντας τή Σαντά (άνθεν) και τή Γεμουρά (κάθεν) όπου παραχείμαζαν.
Στο μεταξύ ερχόταν και ο παπάς για να διαβάσει τρισάγιο. Έχυναν και το νερό της στάμνας γιατί ο Άγγελος στο νερό αυτό έπλυνε το αιματοβαμμένο σπαθί του, και έφερναν καινούριο νερό.
Τα κλάματα και τα μοιρολόγια εξακολουθούσαν ως αργά τη νύχτα. Τότε μερικοί γείτονες ετοίμαζαν από το σπίτι τους τραπέζι για να φάνε oι σπιτικοί και συγγενείς του νεκρού, και κάποτε το κατάφερναν, κάποτε όμως με κανένα τρόπο δε μπορούσαν να τους πείσουν να φάνε. Ειδοποιούνταν και oι συγγενείς του νεκρού που ήσαν σε άλλο χωριό.
Άλλοι γειτόνοι έψηναν τα κόλλυβα και ετοίμαζαν το τραπέζ, ήταν μονοκόμματο ξύλινο στρογγυλό τραπέζι με στήριγμα και με προεξέχοντα γύρο για τα κόλλυβα. Ήταν σκέτο σιτάρι καλοψημένο με ψίχα καρυδιών ή λεφτοκαρυών (καντζία) και ζάχαρη.
Στάθης Αθανασιάδης
(Γεροστάθης)


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου