Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Προσαρμογή στην Ανατολία Μέρος 4ο

Για ορισμένους μουσουλμάνους από τη βόρεια Ελλάδα υπήρξε και μία άλλη διαφορά μεταξύ της χώρας της παιδικής τους ηλικίας και της θετής τους πατρίδας, της Τουρκίας. Όσο ζούσαν στην παλιά τους πατρίδα, ήταν μπεκτασήδες, μέλη μιας μυστικιστικής μορφής του Ισλάμ που δίδασκε την υπερβατική εμπειρία και πίστευε στην αγιοσύνη σοφών ατόμων τα οποία έφεραν τιμητικούς τίτλους όπως σεΐκ (δάσκαλος) ή πιο ανεπιτήδευτα ντεντέ (πρεσβύτερος). 
Θεωρούσαν ότι, όπως και οι άγιοι της Χριστιανοσύνης, η επιρροή τους συνεχιζόταν και μετά θάνατον και ότι ήταν ιερά όχι μόνο τα σώματα αλλά και τα «δευτερεύοντα λείψανά» τους όπως ρούχα και προσωπικά είδη. 
Ενώ οι μπεκτασήδες έβλεπαν την θρησκεία τους ως απόλυτα συμβατή με τα διδάγματα του Μωάμεθ, οι πιο ορθόδοξοι μουσουλμάνοι τους αντιμετώπιζαν με δυσπιστία. Στο επίπεδο της λαϊκής θρησκευτικής πρακτικής υπήρχαν πολλά κοινά ανάμεσα στις τελετουργίες, τις δοξασίες και τους ιερούς χώρους των μπεκτασήδων και των ορθόδοξων χριστιανών.
 Αυτή η συγγένεια στην «λαϊκή θρησκεία» των χριστιανών και μουσουλμάνων στον οθωμανικό κόσμο έχει ερευνηθεί από τον βρετανό ακαδημαϊκό Φ. Ο. Χάσλακ σε ένα εθνογραφικό έργο το οποίο εκδόθηκε το 1929, μετά το θάνατο του, αλλά είναι βασισμένο σε μελέτες που έκανε ο ίδιος πολλά χρόνια νωρίτερα και σήμερα θεωρείται κλασσικό. Όπως σημειώνει ο Χάσλακ, το τάγμα των μπεκτασήδων ήταν ιδιαίτερα ισχυρό στην Αλβανία, όπου ίσως και να είχε την πλειοψηφία μεταξύ των Μουσουλμάνων, και στα εδάφη γύρω από τα ελληνοαλβανικά σύνορα όπου ζούσαν οι περισσότεροι από τους μουσουλμάνους που αργότερα μεταφέρθηκαν στην Τουρκία. 
Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι ορισμένοι από τους ηλικιωμένους Τούρκους πολίτες που έδωσαν συνέντευξη στον Οζόι θυμούνται καθαρά την πίστη των οικογενειών τους στο δόγμα των μπεκτασήδων στα ορεινά της βόρειας Ελλάδας.
Ένας από αυτούς, ο Χουσεΐν Γκουνάι, θυμήθηκε ότι κάποτε περπάτησε για τρεις ώρες πάνω από τα βουνά με τους γονείς του από το χωριό τους την Πλαζομίστα (σήμερα Σταυροδρόμι) για να επισκεφτεί έναν απομακρυσμένο τεκέ όπου ζούσε κάποιος πασίγνωστος σοφός.
 Περιέγραψε το τέμενος σαν ένα μέρος όπου «σφάζονταν ζώα» και απλοί άνθρωποι του εμπιστεύονταν τα προβλήματά τους με την ελπίδα να τους συμβουλέψει. Όταν με την ανταλλαγή των πληθυσμών το χωριό του μεταφέρθηκε σύσσωμο στην Ανατολία, πήραν μαζί τους τα σκεύη του τεκέ. 
Ο σοφός είχε πια πεθάνει αλλά εκείνοι ακόμα έδιναν ιερές ιδιότητες στο καλπάκι, το χαλί της προσευχής και άλλα προσωπικά του είδη. Αλλά στην Τουρκία φαίνεται ότι στάθηκε αδύνατο να διατηρηθεί η αίρεση και τα είδη σκορπίστηκαν.
Οι αναμνήσεις, που κατέγραψε ο Ισκένδερ Οζόι στις αρχές του 21ου αιώνα ταιριάζουν απόλυτα με την έρευνα του Χάζλακ περισσότερο από ογδόντα χρόνια νωρίτερα.
 Ο Βρετανός ακαδημαϊκός βρήκε ότι μεταξύ των ελληνόφωνων μουσουλμανικών κοινοτήτων της περιοχής Ανασελίτσα στη βόρεια Ελλάδα που πιστεύεται ότι εξισλαμίστηκαν αρκετά πρόσφατα (δηλαδή τα τελευταία 150 χρόνια) το τάγμα των μπεκτασήδων είχε πολύ μεγάλο αριθμό οπαδών. Ο Χάσλακ λέει ότι η περιοχή είχε δύο τεμένη μπεκτασήδων, αμφότερα αφιερωμένα στον μουσουλμάνο άγιο Εμινέ Μπαμπά ο οποίος φαίνεται ότι κάποτε ήταν ιστορική μορφή που εκτελέστηκε τον 16ο αιώνα γιατί ακολουθούσε τα διδάγματα ενός σούφι μυστικιστή και μάρτυρα τα λόγια του οποίου στο θέμα της ένωσης με το Θεό θεωρήθηκαν αιρετικά. 
Οι μπεκτασήδες της βόρειας Ελλάδας πίστευαν ότι την παραμονή της εκτέλεσής του η μορφή του Εμινέ εμφανίστηκε στην αδελφή του και εξαφανίστηκε  μόνο όταν τον πίεσαν να φάει. Ο Χάσλακ παρατηρεί ότι η ιστορία αυτή είναι ανάλογη  με τις εμφανίσεις του Χριστού μετά την Ανάσταση, όπως αναφέρονται στα Ευαγγέλια.
 Το τέμενος που περιγράφουν στον Οζόι σχεδόν σίγουρα βρίσκεται ψηλά στα βουνά της Πίνδου σε ένα μέρος που ονομάζεται Όδρα. Σε αυτόν τον τεκέ, σύμφωνα με τον Χάσλακ, ζούσαν ένας ηγούμενος και δυο-τρεις δερβίσηδες και ήταν κοντά σε ένα κρυφό σπήλαιο τo οποίο κατά τους μουσουλμάνους είχε φτιάξει ο Εμινέ, ενώ οι χριστιανοί συνέδεαν το  σπήλαιο με έναν από τους δικούς τους πρωτομάρτυρες, τον Άγιο Μηνά.
 Ένας άλλος γέροντας που έδωσε συνέντευξη στον Οζόι, ο Μουρτεζά Γιονέτ, θυμήθηκε ότι υπήρχε ένα τέμενος μπεκτασήδων στο κέντρο του χωριού του στη βόρεια Ελλάδα.

Θυμάμαι που φιλούσαμε το χέρι του ντεντέ -του γέροντα- που φύλαγε το τέμενος και του δίναμε λίγα λεφτά. Ήταν ένας τεκές όπου δεν έψαλλαν αλλά συζητούσαν σοβαρά.
[...] Ο γέρος συνήθιζε να λέει «κάνε υπομονή, γιε μου».Ύστερα πέθανε και στην ανταλλαγή των πληθυσμών πήραμε τα κόκαλά του στην Τουρκία αλλά δεν ξέρουμε τί απέγιναν. Για λίγο διάστημα ακολουθούσαμε τις λειτουργίες [των μπεκτασήδων] στην Τουρκία, αλλά σιγά-σιγά ξεχάστηκαν.


Αυτή η ιστορία ταιριάζει με τα ευρήματα του Χάσλακ, ο οποίος αναφέρει έναν τεκέ μέσα σε ένα σπίτι του χωριού όπου ζούσε ένας ηγούμενος που διατεινόταν ότι ήταν απευθείας απόγονος του μουσουλμάνου άγιου Εμινέ.

 Οι υπερήλικες συνομιλητές του Οζόι προφανώς αισθάνονταν ότι δεν είχαν τίποτα να χάσουν περιγράφοντας θρησκευτικές πρακτικές που συνδέονταν στενά με τα παιδικά τους χρόνια και εγκαταλείφθηκαν απρόθυμα από τις οικογένειές τους όταν μετανάστευσαν στην Τουρκία. Αυτό δεν έγινε επειδή το τάγμα των μπεκτασήδων ήταν ανύπαρκτο στην νέα τους πατρίδα.
 Το ιερότερο μνημείο του τάγματος, το μαυσωλείο του ιδρυτή του Χατζή Μπεκτάς βρισκόταν στην καρδιά της Ανατολίας. Αλλά στα πρώτα χρόνια της τουρκικής δημοκρατίας το καθεστώς διαφωνούσε ριζικά με τις μυστικιστικές και απόκρυφες μορφές του Ισλάμ και αποδοκίμαζε τις πνευματικές αδελφότητες που ανταγωνίζονταν τις επίσημες θρησκείες. Σε μία σημαντικότατη ομιλία του στην πόλη Κασταμονή την άνοιξη του 1925, ο Μουσταφά Κεμάλ καυτηρίασε τις πρακτικές των μυστικών αδελφοτήτων όπως οι μπεκτασήδες -«που λατρεύουν πεθαμένους ανθρώπους»- με μεγάλη σφοδρότητα. Στη νέα Τουρκία τέτοιες πρωτόγονες παραδόσεις δεν είχαν θέση - όπως δεν είχε και το φέσι που ενώ κάποτε ήταν αντιπροσωπευτικό της οθωμανικής ταυτότητας τώρα είχε αντικατασταθεί από το καπέλο ευρωπαϊκού τύπου.
Την δεκαετία του 1920, καθώς οι ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι προσπαθούσαν να συνηθίσουν τη ζωή τους στην εξευρωπαϊσμένη Τουρκία, αντιμετώπισαν μία κατάσταση όπου η παραμικρή απόκλιση από τους κανόνες -γλωσσικούς, πνευματικούς ή ενδυματολογικούς- θα μπορούσε να τους δημιουργήσει προβλήματα. Φαίνεται ότι υπό την πίεση του σουνιτικού Ισλάμ δεν ήταν δυνατό να εξακολουθήσουν τις αγαπημένες τους τελετές. Επιπλέον οι ντόπιοι -παρατηρώντας ότι οι νεοφερμένοι δεν σύχναζαν τακτικά στο κανονικό τοπικό τζαμί- τους χαρακτήριζαν υποτιμητικά ως «μουσουλμάνους του Αλή πασά», σαν ο Αλή πασάς, ο μέγας Αλβανός οπλαρχηγός των αρχών του 19ου αιώνα, να ήταν υπεύθυνος για την θρησκευτική τους αδράνεια.
Ίσως να υπήρχε κάποιος κόκκος αλήθειας σε αυτό γιατί, παρόλο που ο Αλή πασάς ήταν περισσότερο πολέμαρχος παρά μυστικιστής, είναι γεγονός ότι οι Μπεκτασήδες άνθησαν στον καιρό του.
Είτε λοιπόν ήταν γλωσσικές, θρησκευτικές ή απλώς ψυχολογικές οι διαφορές που αισθάνονταν ότι είχαν οι μουσουλμάνοι της Ελλάδας δεν μπορούσαν να γίνουν κατανοητές χωρίς αναφορά στις επαναστατικές μεταρρυθμίσεις που γίνονταν σε όλη την Τουρκία. Οι ελληνόφωνοι ή μπεκτασήδες κατά κανένα τρόπο δεν ήταν οι μόνοι άνθρωποι στη χώρα που έπρεπε να αντιμετωπίζουν την συλλογική τους ταυτότητα με νέο πνεύμα. Ολόκληρη η Τουρκία επαναπροσδιοριζόταν, αναμορφωνόταν και έμπαινε σε τάξη καθώς οι κρατούντες είχαν κηρύξει μία «επανάσταση εκ των άνω» η οποία μπορεί να ήταν σχετικά ειρηνική αν συγκριθεί με τα υπόλοιπα σχέδια εκσυγχρονισμού του 20ού αιώνα αλλά δεν άφηνε περιθώρια για αντιθέσεις. Δεν ήταν μόνο οι μετανάστες από την Ελλάδα που έβρισκαν επίπονη την διαδικασία ένταξης.
 Οι χλευαστές τους - εκείνοι που τους αποκαλούσαν «συμπατριώτες» ή «μουσουλμάνους του Αλή πασά» αντιμετώπιζαν επίσης φοβερές δυσκολίες προσαρμογής καθώς η παλιά οθωμανική θεοκρατία διαλυόταν, το λατινικό αλφάβητο είχε εισβάλει στη ζωή τους, ακόμα και η  λέξη «Τούρκος» έπαιρνε καινούριο νόημα.
 Με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι μετανάστες από την Ελλάδα δεν είχαν ενεργό ρόλο στα  πολιτικά παιγνίδια της νέας Τουρκίας αλλά ήταν σημαντικά πιόνια καθώς το ζήτημα  της δίκαιης αντιμετώπισής τους απασχολούσε σοβαρά την κυβέρνηση. Στα χαρτιά θα  ήταν εύκολο να βρεθεί αρκετή γη και στέγη για τους 400.000 ανθρώπους που έφτασαν  το 1924 παρά τις ζημιές που είχε κάνει ο πόλεμος στα διαθέσιμα σπίτια. 
Τουλάχιστον 2 εκατομμύρια χριστιανοί -Έλληνες και Αρμένιοι- είχαν απελαθεί ή σκοτωθεί κατά  τη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας και καθώς ήταν κατά κανόνα πλουσιότεροι από τους υπόλοιπους κατοίκους της Ανατολίας πολλά από τα κτήματα, τα μαγαζιά και τα σπίτια τους ήταν άδεια και περίμεναν τους καινούριους ιδιοκτήτες τους.
Πρακτικά όμως η μετεγκατάσταση των μουσουλμάνων της Ελλάδας συχνά ήταν ένας κυκεώνας κακών χειρισμών. Ορισμένες φορές τα προβλήματα ήταν αποτέλεσμα του χάους που επικρατούσε στην Τουρκία ύστερα από τον δεκαετή πόλεμο. Άλλες φορές θα μπορούσαν να αποφευχθούν.
Εκ πρώτης όψεως δεν υπήρχε έλλειψη κρατικών υπηρεσιών ή μεγαλεπήβολων σχεδίων για την ρύθμιση της εισροής των μουσουλμάνων από την Ελλάδα. Θεωρητικά, σε κάθε οικογένεια έπρεπε να παραχωρηθεί ένα σπίτι και γη ανάλογη με εκείνη που είχε εγκαταλείψει στην Ελλάδα, αλλά στην αρχή το μόνο που μπορούσαν να κάνουν οι  αρχές ήταν να δώσουν στους ανθρώπους το 17,5% (από το 1924 το 20%) της γης που  άφησαν πίσω τους.
Κάποια στιγμή δόθηκε μία ασαφής υπόσχεση ότι θα ακολουθούσαν και άλλες παροχές μόλις η Ελλάδα και η Τουρκία τακτοποιούσαν τις διαφορές τους.  Εν τω μεταξύ ο πολιτικός Μουσταφά Νετσάτι, που είχε επιμείνει με επιτυχία να  χρησιμοποιηθούν μόνο τούρκικα πλοία για την μεταφορά, προσπαθούσε να μεταμορφώσει το υπουργείο Ανταλλαγής, Ανασυγκρότησης και Αποκατάστασης σε έναν  αποτελεσματικό γραφειοκρατικό μηχανισμό. 
Την εποχή της πλήρους λειτουργίας του  το υπουργείο διέθετε ένα δίκτυο τοπικών παραρτημάτων σε όλη την Ανατολία και  σημαντική δύναμη σε κάθε επίπεδο. Θεωρητικά αυτό το δίκτυο υποτίθεται ότι θα έβρισκε κατάλληλες περιοχές για την εγκατάσταση κάθε οικογένειας μεταναστών με τη  βοήθεια ενός αλάνθαστου συστήματος. Οι νεοφερμένοι χωριζόταν σε τρεις ομάδες  καλλιεργητές καπνού, καλλιεργητές φρούτων και λαχανικών και καλλιεργητές ελαιόδενδρων και αμπελιών. Αλλά αυτή η κατηγοριοποίηση αποδείχτηκε πολύ χονδρική καθώς μέσα σε κάθε ομάδα υπήρχαν από πλούσιοι γαιοκτήμονες μέχρι αγρότες και  επίμορτοι καλλιεργητές.Ένας «καλλιεργητής ελιάς» θα μπορούσε να είναι ο,τιδήποτε, από αγρότης μέχρι έμπορος σαπουνιού με βάση το λάδι. 
Το χειρότερο ήταν ότι δεν υπήρχε μέριμνα για τους πολυάριθμους μετανάστες των οποίων οι ικανότητες και ο τρόπος ζωής ταίριαζαν περισσότερο στην πόλη παρά στην ύπαιθρο.


Bruce Clark

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah