Ίσως από μπέρδεμα της γλώσσας, η τουρκική λέξη που χρησιμοποιεί για την Κρήτη είναι βατάν, ένας κάπως τυπικός όρος που κανονικά σημαίνει πατρίδα ή χώρα έκδοσης ενός διαβατηρίου.
Οι περισσότεροι Τούρκοι πολίτες που γεννήθηκαν στην Ελλάδα θα θεωρούσαν βατάν την τουρκική δημοκρατία, με άλλα λόγια το κράτος με το οποίο η ζωή και η μοίρα τους είναι σήμερα δεμένη. Όταν όμως αναφέρονται στον τόπο καταγωγής τους, την Ελλάδα, πολλές φορές χρησιμοποιούν έναν πιο λαϊκό όρο όπως μεμλεκέτ, δηλαδή το σπίτι μου, το μέρος που μεγάλωσα. Αλλά για τη Φατμά φαίνεται ότι η Κρήτη αντιπροσωπεύει κάτι περισσότερο.
Συγχρόνως τονίζει ότι είναι υπερήφανη και νομιμόφρων πολίτης του τουρκικού κράτους και πιστεύει στο αλάθητο των αποφάσεων του ιδρυτή του, Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ.
Ο Ατατούρκ μας έφερε εδώ για να μας χωρίσει από τους'Ελληνες. Ήλθαμε με τα κρεβάτια μας και τα σκεπάσματα μας, αυτό είναι όλο.
Ο Ατατούρκ μας είπε ότι δεν χρειάζεται να πάρουμε πολλά πράγματα μαζί μας, εκείνος θα μας έδινε ιδιοκτησίες. Και πράγματι, όταν φτάσαμε εδώ, οι αρχές μας έδωσαν ένα σπίτι το οποίο επισκευάσαμε και ένα κομμάτι , καλλιεργήσιμης γης.
Ο Ατατούρκ είχε στείλει καράβι να μας πάρει από την Κρήτη και μόλις το μάθαμε αφήσαμε το χωριό μας, κατεβήκαμε κάτω στο λιμάνι και σαλπάραμε. Πριν από αυτό φοβόμασταν τους Έλληνες.
Δεν ξέρω τί ακριβώς έκαναν αλλά ξέρω ότι ήταν κάτι κακό.'Εκαιγαν σπίτια και έσφαζαν ανθρώπους όχι στην πόλη αλλά στην ύπαιθρο.'Ετσι γλιτώσαμε από την Ελλάδα και εδώ κοιμόμαστε ήσυχοι.
Ήταν δύσκολο ταξίδι γιατί το καράβι είχε ένα ατύχημα έξω από το Τσανακαλέ στα παράλια της Τουρκίας. Μας πήρε ένδεκα μέρες να φτάσουμε στην Νταρίτσα. Αλλά κοιμόμαστε καλύτερα εδώ παρά το γεγονός ότι οι ντόπιοι δεν μας δέχθηκαν με ευχαρίστηση. Μας φώναζαν άπιστους και δεν τους άρεσε καθόλου ότι μιλούσαμε ελληνικά και οι γέροντες δεν μπορούσαν να μάθουν τούρκικα. Υστερα μας συνήθισαν.
Στην αρχή εμείς οι Κρητικοί παντρευόμαστε μεταξύ μας αλλά με τον καιρό αρχίσαμε να παντρευόμαστε με τους ντόπιους Τούρκους. Και σιγά-σιγά καλυτέρεψαν οι σχέσεις μας.
Στα γεράματά της η Φατμά αισθάνεται πιο άνετα μιλώντας τούρκικα παρά τη μητρική της γλώσσα αλλά έχει έναν φίλο και γείτονα, Κρητικό επίσης, με τεράστιο μέτωπο και προτεταμένο σαγόνι που στενάζει με ανακούφιση κάθε φορά που του δίνεται η ευκαιρία να εκφραστεί στη γλώσσα που μιλούσε παιδί.
Ο Χουσεΐν Τσετίν μιλάει Κρητικά με μία υπέροχη και πρωτόγονη ευφράδεια που φέρνει στο νου κάθε γέροντα ο οποίος πίνει το ουζάκι του και παίζει το κομπολόι του σε κάθε επαρχιακό καφενείο σε κάθε γωνιά του ελληνόφωνου κόσμου. Αυτό που τον ενδιαφέρει περισσότερο δεν είναι τα παλιά, ούτε η σημερινή ζωή του στην Τουρκία αλλά να διηγείται ιστορίες από ένα ταξίδι που έκανε πριν από τέσσερα χρόνια στο χωριό που γεννήθηκε και να θυμάται τις συναντήσεις του με παιδικούς φίλους.
«Αν ποτέ βρεθείς στο χωριό μου μπορείς σε παρακαλώ να τους πεις ότι λυπάμαι που δεν τους ευχαρίστησα πιο θερμά; Μπορείς να τους πεις ότι στενοχωριέμαι που δεν ξαναγύρισα;» λέει στον ελληνόφωνο επισκέπτη ενώ συγχρόνως αναπολεί κάθε συνομιλία, κάθε φευγαλέα γνωριμία που έκανε στη διάρκεια του σύντομου ταξιδιού στην πατρίδα του. Οι κουβέντες στο καφενείο του χωριού αναπαράγονται ευλαβικά. «Μη μου πεις ότι είσαι... ο γιος του Σουλεϊμάν; Τα χωράφια σας δεν ήταν κάπου... εκεί;» Στη δύση του βίου, η σκέψη του Χουσεΐν επιστρέφει στο νησί που γεννήθηκε.
Αυτές είναι οι ιστορίες που ο Ισκένδερ Οζόι άρχισε να καταγράφει, στην αρχή στα περίχωρα της πόλης του, αργότερα πιο μακριά. Διηγήσεις ξεριζωμού, νοσταλγίας και, στις περισσότερες περιπτώσεις, επιτυχημένης ένταξης παρά το υψηλότατο προσωπικό κόστος. Λυπάται γιατί δεν ξεκίνησε να μαζεύει αυτές τις αναμνήσεις νωρίτερα.
Στις πόλεις και τα χωριά της ανατολικής Θράκης ο Οζόι έχει βρει συγκεντρωμένο έναν μεγάλο αριθμό Βαλαάδων (ανθρώπων που μεγάλωσαν σε ελληνόφωνες κοινότητες της βόρειας Ελλάδας). Φαίνονται λιγότερο προσκολλημένοι στην μητρική τους γλώσσα από τους Κρητικούς και δεν είναι λίγοι εκείνοι που την έχουν πια ξεχάσει.
Αυτό όμως που θυμούνται όλοι είναι ο κοινωνικός αποκλεισμός που υπέστησαν όταν έφτασαν στην Τουρκία λόγω της ασυνήθιστης ομιλίας τους. Όχι τόσο γιατί τα ελληνικά ήταν «εχθρική γλώσσα» αλλά περισσότερο επειδή οι απρόθυμοι γείτονές τους διαμαρτύρονταν εντονότατα για κάθε στοιχείο που τους διαφοροποιούσε στα μάτια των υπόλοιπων Τούρκων πολιτών.
Το υποτιμητικό παρατσούκλι των ντόπιων Θρακιωτών για τους νεοφερμένους ήταν πατριώτη ή συμπατριώτη, και αυτό γιατί στην ελληνική διάλεκτο των μουσουλμάνων της βόρειας Ελλάδας, ο συνηθισμένος χαιρετισμός ήταν «καλημέρα πατριώτη!».
Για πολλούς από τους γεροντότερους της ανταλλαγής που σήμερα ζουν στα χωριά γύρω από την Τσατάλτσα στην ευρωπαϊκή πλευρά της Ισταμπούλ, η νοσταλγία για τα παιδικά τους χρόνια στα ορεινά χωριά της βόρειας Ελλάδας, γνωστά για τον φρέσκο αναζωογονητικό τους αέρα, είναι έντονη, εκφράζεται με κάθε ευκαιρία και εμφανίζεται στούς επισκέπτες σαν αδιαμφισβήτητο γεγονός.
«Ήρθαμε από ένα μέρος όπου ο αέρας είναι τόσο καθαρός που μπορείς να κρεμάσεις ένα σφαγμένο αρνί από ένα δένδρο για μέρες ή και βδομάδες χωρίς να σαπίσει. Αλλά εδώ έχει τόση υγρασία που ούτε στο ψυγείο δεν μπορεί να διατηρηθεί το κρέας». Πίσω απ' αυτό τον υπερβολικό ισχυρισμό υπάρχει μία αλήθεια. Πολλοί από τους ανθρώπους που μετακινήθηκαν από τα βουνά της Ελλάδας και εγκαταστάθηκαν στις επίπεδες, φυτεμένες με ηλιοτρόπια εκτάσεις της Θράκης ανακάλυψαν ότι η αλλαγή κλίματος έβλαψε την υγεία τους. Μπορεί να μην αποδεκατίστηκαν από τις επιδημίες αλλά υπάρχουν αποδείξεις ότι το ποσοστό θανάτων μεταξύ των νεοφερμένων στην Τουρκία ήταν υψηλότερο από το κανονικό.
Bruce Clark
Συγχρόνως τονίζει ότι είναι υπερήφανη και νομιμόφρων πολίτης του τουρκικού κράτους και πιστεύει στο αλάθητο των αποφάσεων του ιδρυτή του, Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ.
Ο Ατατούρκ μας έφερε εδώ για να μας χωρίσει από τους'Ελληνες. Ήλθαμε με τα κρεβάτια μας και τα σκεπάσματα μας, αυτό είναι όλο.
Ο Ατατούρκ μας είπε ότι δεν χρειάζεται να πάρουμε πολλά πράγματα μαζί μας, εκείνος θα μας έδινε ιδιοκτησίες. Και πράγματι, όταν φτάσαμε εδώ, οι αρχές μας έδωσαν ένα σπίτι το οποίο επισκευάσαμε και ένα κομμάτι , καλλιεργήσιμης γης.
Ο Ατατούρκ είχε στείλει καράβι να μας πάρει από την Κρήτη και μόλις το μάθαμε αφήσαμε το χωριό μας, κατεβήκαμε κάτω στο λιμάνι και σαλπάραμε. Πριν από αυτό φοβόμασταν τους Έλληνες.
Δεν ξέρω τί ακριβώς έκαναν αλλά ξέρω ότι ήταν κάτι κακό.'Εκαιγαν σπίτια και έσφαζαν ανθρώπους όχι στην πόλη αλλά στην ύπαιθρο.'Ετσι γλιτώσαμε από την Ελλάδα και εδώ κοιμόμαστε ήσυχοι.
Ήταν δύσκολο ταξίδι γιατί το καράβι είχε ένα ατύχημα έξω από το Τσανακαλέ στα παράλια της Τουρκίας. Μας πήρε ένδεκα μέρες να φτάσουμε στην Νταρίτσα. Αλλά κοιμόμαστε καλύτερα εδώ παρά το γεγονός ότι οι ντόπιοι δεν μας δέχθηκαν με ευχαρίστηση. Μας φώναζαν άπιστους και δεν τους άρεσε καθόλου ότι μιλούσαμε ελληνικά και οι γέροντες δεν μπορούσαν να μάθουν τούρκικα. Υστερα μας συνήθισαν.
Στην αρχή εμείς οι Κρητικοί παντρευόμαστε μεταξύ μας αλλά με τον καιρό αρχίσαμε να παντρευόμαστε με τους ντόπιους Τούρκους. Και σιγά-σιγά καλυτέρεψαν οι σχέσεις μας.
Στα γεράματά της η Φατμά αισθάνεται πιο άνετα μιλώντας τούρκικα παρά τη μητρική της γλώσσα αλλά έχει έναν φίλο και γείτονα, Κρητικό επίσης, με τεράστιο μέτωπο και προτεταμένο σαγόνι που στενάζει με ανακούφιση κάθε φορά που του δίνεται η ευκαιρία να εκφραστεί στη γλώσσα που μιλούσε παιδί.
Ο Χουσεΐν Τσετίν μιλάει Κρητικά με μία υπέροχη και πρωτόγονη ευφράδεια που φέρνει στο νου κάθε γέροντα ο οποίος πίνει το ουζάκι του και παίζει το κομπολόι του σε κάθε επαρχιακό καφενείο σε κάθε γωνιά του ελληνόφωνου κόσμου. Αυτό που τον ενδιαφέρει περισσότερο δεν είναι τα παλιά, ούτε η σημερινή ζωή του στην Τουρκία αλλά να διηγείται ιστορίες από ένα ταξίδι που έκανε πριν από τέσσερα χρόνια στο χωριό που γεννήθηκε και να θυμάται τις συναντήσεις του με παιδικούς φίλους.
«Αν ποτέ βρεθείς στο χωριό μου μπορείς σε παρακαλώ να τους πεις ότι λυπάμαι που δεν τους ευχαρίστησα πιο θερμά; Μπορείς να τους πεις ότι στενοχωριέμαι που δεν ξαναγύρισα;» λέει στον ελληνόφωνο επισκέπτη ενώ συγχρόνως αναπολεί κάθε συνομιλία, κάθε φευγαλέα γνωριμία που έκανε στη διάρκεια του σύντομου ταξιδιού στην πατρίδα του. Οι κουβέντες στο καφενείο του χωριού αναπαράγονται ευλαβικά. «Μη μου πεις ότι είσαι... ο γιος του Σουλεϊμάν; Τα χωράφια σας δεν ήταν κάπου... εκεί;» Στη δύση του βίου, η σκέψη του Χουσεΐν επιστρέφει στο νησί που γεννήθηκε.
Αυτές είναι οι ιστορίες που ο Ισκένδερ Οζόι άρχισε να καταγράφει, στην αρχή στα περίχωρα της πόλης του, αργότερα πιο μακριά. Διηγήσεις ξεριζωμού, νοσταλγίας και, στις περισσότερες περιπτώσεις, επιτυχημένης ένταξης παρά το υψηλότατο προσωπικό κόστος. Λυπάται γιατί δεν ξεκίνησε να μαζεύει αυτές τις αναμνήσεις νωρίτερα.
Στις πόλεις και τα χωριά της ανατολικής Θράκης ο Οζόι έχει βρει συγκεντρωμένο έναν μεγάλο αριθμό Βαλαάδων (ανθρώπων που μεγάλωσαν σε ελληνόφωνες κοινότητες της βόρειας Ελλάδας). Φαίνονται λιγότερο προσκολλημένοι στην μητρική τους γλώσσα από τους Κρητικούς και δεν είναι λίγοι εκείνοι που την έχουν πια ξεχάσει.
Αυτό όμως που θυμούνται όλοι είναι ο κοινωνικός αποκλεισμός που υπέστησαν όταν έφτασαν στην Τουρκία λόγω της ασυνήθιστης ομιλίας τους. Όχι τόσο γιατί τα ελληνικά ήταν «εχθρική γλώσσα» αλλά περισσότερο επειδή οι απρόθυμοι γείτονές τους διαμαρτύρονταν εντονότατα για κάθε στοιχείο που τους διαφοροποιούσε στα μάτια των υπόλοιπων Τούρκων πολιτών.
Το υποτιμητικό παρατσούκλι των ντόπιων Θρακιωτών για τους νεοφερμένους ήταν πατριώτη ή συμπατριώτη, και αυτό γιατί στην ελληνική διάλεκτο των μουσουλμάνων της βόρειας Ελλάδας, ο συνηθισμένος χαιρετισμός ήταν «καλημέρα πατριώτη!».
Για πολλούς από τους γεροντότερους της ανταλλαγής που σήμερα ζουν στα χωριά γύρω από την Τσατάλτσα στην ευρωπαϊκή πλευρά της Ισταμπούλ, η νοσταλγία για τα παιδικά τους χρόνια στα ορεινά χωριά της βόρειας Ελλάδας, γνωστά για τον φρέσκο αναζωογονητικό τους αέρα, είναι έντονη, εκφράζεται με κάθε ευκαιρία και εμφανίζεται στούς επισκέπτες σαν αδιαμφισβήτητο γεγονός.
«Ήρθαμε από ένα μέρος όπου ο αέρας είναι τόσο καθαρός που μπορείς να κρεμάσεις ένα σφαγμένο αρνί από ένα δένδρο για μέρες ή και βδομάδες χωρίς να σαπίσει. Αλλά εδώ έχει τόση υγρασία που ούτε στο ψυγείο δεν μπορεί να διατηρηθεί το κρέας». Πίσω απ' αυτό τον υπερβολικό ισχυρισμό υπάρχει μία αλήθεια. Πολλοί από τους ανθρώπους που μετακινήθηκαν από τα βουνά της Ελλάδας και εγκαταστάθηκαν στις επίπεδες, φυτεμένες με ηλιοτρόπια εκτάσεις της Θράκης ανακάλυψαν ότι η αλλαγή κλίματος έβλαψε την υγεία τους. Μπορεί να μην αποδεκατίστηκαν από τις επιδημίες αλλά υπάρχουν αποδείξεις ότι το ποσοστό θανάτων μεταξύ των νεοφερμένων στην Τουρκία ήταν υψηλότερο από το κανονικό.
Bruce Clark
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου