Σε όλα τα κρατικά επίσημα έγγραφα το χωριό αυτό είναι καταχωρημένο με αυτήν την ονομασία, ωστόσο ένα μέρος του ηλικιωμένου πληθυσμού των γειτονικών Ελληνικών χωριών της Τσάλκας τους ήξερε ως επαναστάτες από το Μικρασιατικό χωριό Κοτέλια και το ονόμαζαν όχι Ρέχα, αλλά Κοτέλια.
Η ονομασία αυτή είναι Ελληνικής προέλευσης και σημαίνει τοποθεσία, που μοιάζει με κουτάλι ή κουτάλα.
Πηγαίνοντας πεζή ή με τους αραμπάδες τους οι Έλληνες μετανάστες περνούσαν από την περιοχή του Αχαλτσήχ. Οι άρρωστοι και αδύναμοι γέροι προσωρινά έμεναν εκεί σε ένα κέντρο ανάπαυσης, που βρισκόταν στα ερείπια ενός παλιού Γεωργιανού χωριού, όπου αργότερα εγκαταστάθηκαν οι Έλληνες, που αναφέρουμε και αυξάνονταν όσο έρχονταν οι συγγενείς τους από την Ανατολία.
Τότε ονόμασαν αυτό το χωριό Κοτέλια. Ουσιαστικά οι προσερχόμενοι Έλληνες για προσωρινή διαμονή στην περιοχή του Αχαλτσήχ βρέθηκαν κοντά σε μερικούς Γεωργιανούς που έμεναν εκεί.
Είναι αληθές ότι για τους Έλληνες ήταν καλύτεροι οι Γεωργιανοί ως ορθόδοξοι παρά άλλοι. Η ύπαρξη πολλών χωραφιών εκεί με τον καιρό άρχισε να προσελκύει μερικούς Έλληνες από το χωριό Ρέχα. Έτσι κατά κάποιο τρόπο άνοιξε ένας διάδρομος ανάμεσα στα χωριά αυτά, όπου ζούσαν Έλληνες συγγενείς.
Αναφορικά με το τρίτο όνομα «Λόκα» να πούμε ότι αυτή η λέξη στα Οθωμανικά σημαίνει ακάθαρτος, τσαπατσούλης, ακατάστατος.
Έτσι ονόμαζαν τους κατοίκους της Κοτέλια οι γείτονές τους στην Μ. Ασία. Αυτός ο όρος συναντιέται μόνο μια φορά στα επίσημα έγγραφα του κεντρικού Ιστορικού Αρχείου της Αγίας Πετρούπολης. Σε ό,τι αφορά τους ίδιους; τους κατοίκους αυτοί χρησιμοποιούν αυτήν τη λέξη ως υβριστική.
Ως γνωστό, πολλοί Έλληνες μετανάστες περνώντας τα Ρωσικά σύνορα, ο καθένας με τον τρόπο του, εγκαθίσταντο με τις οικογένειές τους σε διάφορα χωριά της περιοχής Αχαλτσήχ. Εκεί κατευθυνόταν και μεγάλη μάζα Αρμενίων από την Ανατολία. Με τον καιρό οι Έλληνες, που αποτελούσαν μικρό τμήμα του πληθυσμού της περιοχής, άρχισαν να δέχονται την πίεση του Αρμενικού πληθυσμού και υποχρεώθηκαν να προστρέξουν στους συγγενείς τους στην περιοχή της Τσάλκας.
Έτσι στις 7 Απριλίου 1838 ο Έλληνας Συμεών Βαχτάγκωφ από το χωριό Βαρεβάν της περιοχής Αχαλτσήχ της επαρχίας Χερτβίνσκ, σε έγγραφη αίτησή του προς τον τοποτηρητή του Καυκάσου, ζητούσε την άδεια να μετοικήσει στους συγγενείς του στο χωριό Ρέχα της περιοχής της Τσάλκας.
Οι κάτοικοι του χωριού Ρέχα ομόφωνα συμφώνησαν. Στις 24 Ιουνίου του ίδιου χρόνου η οικογένεια αυτού του Έλληνα ήρθε στο χωριό Κοτέλια.
Από πρώτη άποψη στον αναγνώστη μπορεί να φανεί ότι το όνομα Βαχτάγκ είναι Γεωργιανής προέλευσης, ωστόσο όμως το όνομα είναι αραβικό. Σχεδόν όλοι οι Έλληνες των ανατολικών περιοχών, μα και όλης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ήθελαν να έχουν δύο ονόματα. Ένα μουσουλμανικό και ένα χριστιανικό κρυφό.
Όμως οι Έλληνες των ανατολικών περιοχών της Ανατολίας ήταν στην πλειοψηφία τους κρυφοχριστιανοί, αλλά είχαν Μουσουλμανικά ονόματα. Έτσι έσωζαν τους εαυτούς τους και τις οικογένειές τους από τη φυσική εξόντωση και από πολλούς διωγμούς.
Έως το 1840 πολλές Ελληνικές οικογένειες, που έμεναν στην επικράτεια της Τουρκίας, με διάφορους τρόπους κατόρθωναν να συνδεθούν με τα Ρωσικά και Ελληνικά Προξενεία για να αποκτήσουν επίσημα έγγραφα με δικαιώματα μετανάστευσης στη Ρωσική Αυτοκρατορία.
Στην αρχή μετανάστευε ο ολιγάριθμος πληθυσμός Ελλήνων της περιοχής Αρτβίν, επειδή ήταν κυκλωμένος από μουσουλμάνους και χωρίς πολιτική και νομική κάλυψη από χριστιανικά κράτη. Και ενώ ήθελαν να πάρουν άδεια μετανάστευσης προς τους συγγενείς τους στην Τσάλκα, ταυτόχρονα ήξεραν ότι στην περιοχή αυτή υπήρχαν πολύ λίγα χωράφια.
Γι' αυτό κατά τη μετανάστευσή τους προσπαθούσαν να τακτοποιηθούν στα χωριά της περιοχής Αχαλτσήχ, όπου αυτό το πρόβλημα δεν ήταν τόσο οξύ. Πολλοί συγγενείς προερχόμενοι από τη Ρέχα εγκαταστάθηκαν ακριβώς στο χωριό Κοτέλια, ωστόσο το 1840 στο χωριό Ρέχα ήρθαν και από την Οθωμανική Αυτοκρατορία πάνω από 10 οικογένειες Ελλήνων. Η απουσία συμπληρωματικών κρατικών χωραφιών δεν έδινε τη δυνατότητα στις επίσημες κρατικές αρχές να συμπεριλαμβάνουν τους νεοαφιχθέντες στις οικογενειακές καταστάσεις.
Γι' αυτό και πολλές οικογένειες, που μετανάστευσαν από τη Μ. Ασία, ζούσαν στη Ρέχα ως ανεπίσημοι μετανάστες.
Με εντολή της Ιεράς Συνόδου, από τις 8 Αυγούστου 1838, η περιοχή της Τσάλκας διαιρέθηκε σε ξεχωριστά εκκλησιάσματα. Το χωριό Ρέχα ως Ελληνικό χωριό μπήκε σ' αυτόν τον κατάλογο με τον αριθμό 8 με τη σημείωση ότι στα 18 σπίτια του ζούσαν 108 άνδρες και 110 γυναίκες.
Η εκκλησία παλιά ήταν αφιερωμένη στη μνήμη των Αγίων Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ, ήταν πέτρινη και μισοκατεστραμμένη.
Με την καθοδήγηση του ιερέα Ιωακείμ Δεμιρτσίεφ και με τη βοήθεια των πιστών η εκκλησία σύντομα επιδιορθώθηκε. Από τον καιρό αυτό ο I. Δεμηρτσίεφ επίσημα πλέον λειτουργούσε σε αυτήν την εκκλησία. Σημειώνουμε ότι το πρώτο επίσημο κρατικό έγγραφο για τους μετανάστες της Τσάλκας συντάχθηκε από Γερμανό ειδικό, που στάλθηκε από την Αγία Πετρούπολη, ύστερα από δύο χρόνια μετά τη μετανάστευσή τους εκεί.
Στο έγγραφο αυτό το χωριό Ρέχα σημειώνεται ως Ελληνικό. Από θρησκευτική άποψη το 1838, όταν διαχωρίζονταν τα χωριά της περιοχής κατά εκκλησιάσματα, συμμετείχαν κατά κύριο λόγο οι τοπικές γεωργιανές αρχές και Ρώσος αντιπρόσωπος.
Ας επιστρέψουμε στα έγγραφα των αρχείων και της ιστορίας αυτού του χωριού. Στο χωριό Ρέχα μαζί με τους άλλους Έλληνες εγκαταστάθηκε και η οικογένεια του Κωνσταντίνωφ με τα παιδιά του Ευστάθιο 8 ετών και Γεώργιο ενός έτους. Αυτή η οικογένεια εκπροσωπούσε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και συγκεκριμένα στην Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας μεγάλο αριθμό ιερωμένων. Με το πέρασμά τους στη Ρωσική Αυτοκρατορία πολλοί από αυτούς κάπως εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην περιοχή του Αχαλτσήχ και συγκεκριμένα στο χωριό Βαρεβάν.
Αργότερα όλοι αυτοί πήγαν στο χωριό Ρέχα. Ανάμεσα στους πρώτους μετανάστες στη Ρέχα ήταν και η οικογένεια του ιερέα, που τελείωσε την ιερατική σχολή της Τραπεζούντας, του Γεωργίου Κυριάκωφ. Όμως στις καταστάσεις του χωριού αυτό το επίθετο είναι καταχωρημένο με το επίθετο Αναστάσιεφ Ιωάννης υιός του Κεσίσιεφ (Κεσισγκλέρ). Ο Γεώργιος Κεσίσιεφ πέθανε το 1837, όταν επέστρεφε από την Ιερουσαλήμ.
Στην πραγματικότητα αυτός δεν πέθανε από φυσικό θάνατο, αλλά τον σκότωσαν οι Μουσουλμάνοι. Η σύζυγος του ήταν κόρη του Έλληνα Μιχαήλ Κωσταντίνωφ από το χωριό Βαρεβάν της περιοχής του Αχαλτσήχ. Ο πατέρας της Μιχάλης ήταν γνωστός ιερωμένος ακόμη από τη Μ. Ασία και λειτουργούσε στην εκκλησία του Ελλη-νικού χωριού Κερμούτ. Στο παραπάνω τουρκικό χωριό το 1816 γεννήθηκε ο εγγονός του Μιχαήλ Ιωάννης, δηλ. ο γιός του Γεωργίου Κυριακώφ.
Ο τελευταίος του γένους αυτού, ο Ματθαίος Κεσίσιωφ, το 1918 αναγκάστηκε να αλλάξει το επώνυμο του σε Χουτσισβίλι. Η ρίζα «κέης» που σήμαινε ιερωμένος αντικαταστάθηκε από τη γεωργιανή ρίζα «Χουτσέση», που σήμαινε το ίδιο. Τα επίσημα έγγραφα σήμερα διαφυλάσσονται στην εκκλησία της Ρέχα. Για τον ίδιο λόγο άλλαξαν και τα άλλα επώνυμα.
Όντας κρυφοχριστιανοί οι Έλληνες και μη αντέχοντας την ηθική, θρησκευτική και φυσική πίεση, το 1810, 112 οικογένειες αποτελούμενες από 560 ψυχές έφυγαν από το Οθωμανικό χωριό Κοτέλια της επαρχίας Αρτβίν και μετανάστευσαν στην περιοχή του Αχαλτσήχ, όπου ! εγκαταστάθηκαν σε μία έρημη κρατική γη και ονόμασαν το χωριό τους Κοτέλια. Τότε η περιοχή αυτή ανήκε στην Ανατολία, τα θεμέλια της οποίας άρχισαν να τρίζουν χάρης στην επιδίωξη της Ρωσικής Αυτοκρατορίας να καταλάβει αυτό το τμήμα της Γεωργίας και να το θέσει κάτω από τον έλεγχο της. Τότε διοικητής της περιοχής αυτής ήταν ο Χουσείν Αγάς Ματσιαμπέλη. Σε λίγο όμως ο διοικητής Ματσιαμπέλη πέθανε και τα εδάφη του με τα χωριά του το 1828 τα εξαγόρασε ο Ρώσος νομάρχης Ζαβηλέβσκι. Όμως στο χωριό Κοτέλια δεν εγκαταστάθηκαν όλες οι 112 οικογένειες που προαναφέραμε. Πολλές από αυτές για διάφορους λόγους, επαγγελματικούς κ.τ.λ. μπήκαν στα Γεωργιανά και Αρμενικά χωριά και εγκαταστάθηκαν εκεί. Αποτέλεσμα του επόμενου Ρωσοτουρκικού πολέμου 1828-1829 υπήρξε, άλλες ακόμη 19 οικογένειες Ελλήνων από το οθωμανικό χωριό Κοτέλια να μεταναστεύσουν στην επικράτεια της Γεωργίας και να εγκατασταθούν στο χωριό Ρέχα.
Είναι το ίδιο χωριό και λέγεται Κοτέλια. Από την περίοδο αυτή άρχισε η αμοιβαία μετακίνηση των συγγενών μεταξύ τους, δηλ. ανάμεσα στα δύο χωριά Κοτέλια των περιοχών του Αχαλτσήχ και Τσάλκας. Κατ' αυτόν τον τρόπο ο Ελληνικός πληθυσμός του χωρίου Ρέχα έχοντας πολυάριθμους συγγενείς στα διάφορα χωριά της περιοχής Αχαλτσήχ έγιναν συχνοί επισκέπτες μεταξύ τους.
Οι άσχημες κλιματολογικές συνθήκες της Τσάλκας τους ανάγκασαν να διατηρούν στενή επαφή μεταξύ τους, επειδή η περιοχή του Αχαλτσήχ φημιζόταν για το καλό ψωμί του. Οι στενές οικονομικές επαφές με τους ντόπιους Γεωργιανούς και Αρμενίους συνέβαλαν στη δημιουργία φιλικών σχέσεων ανάμεσά τους και οδήγησαν τους Έλληνες στην εντατική εκμάθηση της Γεωργιανής γλώσσας.
Στην αρχή οι Έλληνες της Κοτέλια είχαν δικό τους παπά, ο οποίος και λειτουργούσε στην ελληνική και στην τουρκική γλώσσα. Αργότερα η Γεωργιανή επισκοπή άρχισε να στέλνει εκεί ιερέα Γεωργιανό και φυσικό ήταν να γίνεται η λειτουργία στη γεωργιανή γλώσσα. Αυτό είχε μεγάλη επίδραση στη συνείδηση των Ελλήνων. Με τον καιρό για τις καινούργιες γενιές η Γεωργιανή γλώσσα κάπου μετατράπηκε σε μητρική.
Να σημειώσουμε ότι ο 19ος αιώνας ήταν δύσκολη περίοδος στη ζωή της Γεωργιανής αγροτιάς, Γι' αυτό και η περιοχή της Τσάλκας ως ορεινή και απομακρυσμένη περιοχή μετατράπηκε σε μία Ρωσική Μι-κρορωσία, δηλ. πολλοί αδικημένοι αγρότες από τα αφεντικά τους έβρισκαν καταφύγιο στα Ελληνικά χωριά της περιοχής της Τσάλκας. Αυτό το γεγονός και το ότι το χωριό Ρέχα συχνά ανήκε στο νομό Γκορίϊσκ συνέβαλε στη μετακίνηση προς τα εκεί πολλών οικογενειών Οσετίνων, Γεωργιανών και Εβραίων εμπόρων (οι τελευταίοι ονομάζονταν Ούρια). Όμως οι προσωρινά ερχόμενοι δεν έμειναν εκεί για πολύ καιρό, διότι δεν υπήρχαν χωράφια και διότι οι κλιματολογικές συνθήκες ήταν άσχημες. Έμειναν μόνο οι Έλληνες, οι οποίοι δεν είχαν που να πάνε και διότι διαφύλαγαν το συμπαγές της κοινής διαβίωσης των συμπατριωτών τους.
![]() |
| Βατούμ |
Στη δεκαετία του 70-80 του 11ου αιώνα επιδεινώνονται οι Ρωσο-τουρκικές σχέσεις λόγω της κρίσης του ανατολικού ζητήματος. Σαν βαρόμετρο αυτή η κρίση συνέτεινε στην αύξηση της μετανάστευσης των Ελλήνων από τη Μ. Ασία. Το 1872 στο χωριό Ρέχα εγκαταστάθηκαν δύο οικογένειες. Σε έγγραφη αίτησή τους οι Έλληνες Μωυσής Μαίτο-γλου του Αναστάσιεφ και ο Πάβελ Μιχαήλογλου Μουστάφιελ δήλωσαν την επιθυμία να μεταναστεύσουν στους συγγενείς τους στη Ρέχα. Αυτή η αίτηση ικανοποιήθηκε και από την πλευρά των κατοίκων και από το γραφείο του τοποτηρητή του Καυκάσου.
Όπως βλέπουμε η εικόνα για τους κατοίκους της Ρέχα ήταν απελπιστική. Παρόλα αυτά η τοπική διοίκηση εκπροσωπούμενη από τον πρίγκιπα Μπαράτωφ απασχολήθηκε με το πρόβλημα της εγκατάστασης Γεωργιανών οικογενειών στο χωριό αυτό. Το 1881 ο προαναφερθείς πρίγκιπας εδήλωσε στους κατοίκους του χωριού Ρέχα ότι επιθυμεί να εγκαταστήσει εκεί 15 οικογένειες από το Μπεντιάν (σημερινό Μπεντιάνη Ελληνικό χωριό στην Τσάλκα).
Τότε εκεί ζούσαν Γεωργιανοί. Όμως οι κάτοικοι της Ρέχα κατηγορηματικά αρνήθηκαν επικαλούμενοι την έλλειψη χωραφιών. Το 1883 ήρθε πάλι διαταγή από τον ίδιο τον Μπαράτωφ «να σταλούν στη Ρέχα 20 οικογένειες Γεωργιανών από το Κιλδείση» με τον όρο ότι οι Γεωργιανοί θα ιδρύσουν δίπλα καινούργιο χωριό, το «Στάρογιε Νασαχλαρί». Οι ενέργειες αυτής της ανώτερης διοίκησης που κατευθύνονταν κατά των κατοίκων της Ρέχα αναμφισβήτητα έδειχνε ότι σ' αυτούς δεν άρεσε η ύπαρξη του μοναδικού Ελληνικού χωριού στο νομό του Γκορίϊσκ.
Γι' αυτό όλες οι ενέργειες και η δραστηριότητα των ιθυνόντων κατευθύνονταν στο να αρνούνται την ύπαρξη του ελληνικού χωριού σ' αυτήν την περιοχή. Στην πραγματικότητα το πρόβλημα αυτό προβλήθηκε από τις τοπικές αρχές ακόμη από το 1875.
Σωκράτης Αγγελίδης
Διδάκτορας Ιστορίας-Ανατολικολόγος



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου