Είναι δεδομένο για τους πρόσφυγες Πόντιους της πρώτης και της δεύτερης
γενιάς, καθώς και για όσους
θα ακολουθήσουν
στο μέλλον,
διακαής τους πόθος παραμένει να φωτιστούν όλες οι πλευρές του ποντιακού ζητήματος.
Θέλουν
να μάθουν κάθε λεπτομέρεια που αφορά, τόσο τη σύλληψη και εφαρμογή του
γενοκτονικού σχεδίου,
με το οποίο το νεοτουρκικό και στη συνέχεια το κεμαλικό κα-
θεστώς οδήγησε στο θάνατο ένα μεγάλο μέρος του ποντιακού Ελληνισμού. Επιθυμία
τους παραμένει ζωντανή να μάθουν τη λειτουργία
των ανταρτικών σωμάτων που έδρασαν στον
Πόντο.
Ποια αίτια οδήγησαν πολλούς
άντρες στα βουνά, για να
στραφούν εναντίον της κρατικής εξουσίας
των Τούρκων.
Θέλουν να μάθουν όλες τις
λεπτομέρειες για τις συνθήκες
που αντιμετώπισαν
όλοι εκείνοι, άνδρες, γυναίκες και
παιδιά, και στο τέλος οι περισσότεροι οδηγήθηκαν στο θάνατο.
Σκοπός αυτής της αντίληψης δεν είναι μόνο να καταστεί πιο πειστική η επιχειρηματολογία τους στην αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ποντίων.
Σκοπός αυτής της αντίληψης δεν είναι μόνο να καταστεί πιο πειστική η επιχειρηματολογία τους στην αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ποντίων.
Άλλωστε οι υπαίτιοι του τουρκικού
καθεστώτος δε ζουν πια. Περισσότερο, νομίζω, ότι απαιτούν την
πλήρη καταγραφή των γεγονότων ως δικαίωση απέναντι όλων εκείνων που έχασαν τη ζωή τους ανυπεράσπιστοι.
Το θέμα είναι ηθικό. Ακόμη και η αναγνώριση της Γενοκτονίας εκ μέρους του σημερινού καθεστώτος της Τουρκίας για μας τους Έλληνες θα σημάνει εκπλήρωση της ιερής υποχρέωσης προς τους νεκρούς. Για τους Τούρκους, η συμφιλίωση με το ιστορικό παρελθόν τους θα λειτουργήσει λυτρωτικά. Θα τους απαλλάξει από το συνειδησιακό άγος, όσοι, βέβαια, έχουν συνείδηση.
Το θέμα είναι ηθικό. Ακόμη και η αναγνώριση της Γενοκτονίας εκ μέρους του σημερινού καθεστώτος της Τουρκίας για μας τους Έλληνες θα σημάνει εκπλήρωση της ιερής υποχρέωσης προς τους νεκρούς. Για τους Τούρκους, η συμφιλίωση με το ιστορικό παρελθόν τους θα λειτουργήσει λυτρωτικά. Θα τους απαλλάξει από το συνειδησιακό άγος, όσοι, βέβαια, έχουν συνείδηση.
Μια τέτοια
απόφαση θα επηρεάσει ευεργετικά στη συμπεριφορά τους
έναντι των Ελλήνων. Τότε μόνο
μπορεί να δημιουργηθεί κάποια φιλία
μεταξύ των λαών, οι οποίοι είναι πάντα τα θύματα.
Οδυσσέα
Λαμψίδη . Η προσπάθεια
αυτονόμησης των Ποντίων και
η δημιουργία ενός ανεξάρτητου
κράτους στις εσχατιές της
Μ. Ασίας
ήταν μια πολιτική πράξη που
είχε πολλές προεκτάσεις.
Έδωσε την αφορμή και τη δικαιολογία στους Τούρκους να προβούν σε
εκδικητικές και δολοφονικές πράξεις σε βάρος
των Ελλήνων.
Γι’ αυτό θέλουν
όλοι οι Έλληνες, ιδιαίτερα οι Πόντιοι, να πληροφορηθούν για την αφετηρία, τις διεκδικητικές
προσπάθειες και πρωτοβουλίες που έγιναν στα διπλωματικά τραπέζια της εποχής εκείνης
και τα αίτια που οδήγησαν στο ναυάγιο και την καταστροφή.
Είναι
γνωστό από την ιστορία ότι ζήτημα ανεξαρτησίας ή ένωσης του Πόντου με την Ελλάδα δεν τέθηκε ποτέ
από τους
Πόντιους ή από την Ελλάδα. Ούτε
υπήρχε κάποιο σχέδιο, βάσει του
οποίου κάποιοι θα είχαν
την πρωτοβουλία
για την
εφαρμογή του. Δεν έγινε καμία
επανάσταση των Ποντίων που να έδρασε εναντίον των Τούρκων και να απέτυχε.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι οι Έλληνες της Μ. Ασίας
και του Πόντου δεν διατηρούσαν μέσα τους ζωντανή την εθνική τους συνείδηση και την πίστη τους στην Ορθοδοξία. Η ιστορία είναι γεμάτη
παραδείγματα συμμετοχής και συμπαράστασης στους αγώνες της Ελλάδος εναντίον
των Τούρκων. Δεν έλειψε ποτέ ο εθνικός τους
προσανατολισμός. Κρατούσαν
σταθερά την ελπίδα τους ότι με τα «γυρίσματα των καιρών» θα ερχόταν
κάποια στιγμή και σ’ αυτούς η πολυπόθητη Ελευθερία.
Εκείνο που τους ενδιέφερε
ήταν: να διατηρήσουν, όσο μπορούν, τα προνόμια– ενδοκοινοτικά, θρησκευτικά – και να διεκδικήσουν
καλύτερες συνθήκες διαβίωσης με τους
μουσουλμανικούς λαούς, από την εκάστοτε
οθωμανική κυβέρνηση. Αυτό, μέχρις ενός σημείου το πέτυχαν, γιαυτό και ο
ποντιακός και μικρασιατικός Ελληνισμός, κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου
και τις δύο πρώτες του 20ού αιώνα, παρουσίασαν μεγάλη πρόοδο, κυριαρχώντας στο εμπόριο, αλλά γενικά στην οικονομία, στον κοινωνικό
τομέα και στην εκπαίδευση. Δεν έλειπαν, βέβαια,
και οι αυθαιρεσίες σε βάρος
των Ελλήνων εκ μέρους της τουρκικής άρχουσας τάξης.
Η εικόνα, όμως,
αυτή της ανεκτικής συμβίωσης των λαών μετατράπηκε σε εχθρική μετά το 1914, που άρχισε ο α΄παγκόσμιος πόλεμος.
Την παρακμή και την οικονομική κατάρρευση της οθωμανικής
αυτοκρατορίας επεχείρησαν να σταματήσουν οι Νεότουρκοι με την επαναστατική τους δραστηριότητα το 1908. Έθεσαν τέρμα στο
οθωμανικό καθεστώς, εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή του κοσμικού
κράτους.
Η ήττα, όμως, της
Τουρκίας κατά τους βαλκανικούς πολέμους 1912-1913 άλλαξε τα δεδομένα. Η απώλεια
πολλών ευρωπαϊκών εδαφών και η αδυναμία αντίδρασης της Τουρκίας τραυμάτισε το
κύρος και την αξιοπιστία της διακυβέρνησης της χώρας από τους Νεότουρκους.
Αναζητούσαν τα θύματα που θα ενοχοποιούνταν. Ο α΄παγκόσμιος πόλεμος το 1914 έδωσε την κατάλληλη ευκαιρία. Με την καθοδήγηση των Γερμανών συνέλαβαν και έθεσαν σε εφαρμογή το γενοκτονικό τους σχέδιο σε βάρος των Αρμενίων, σε πρώτη φάση, το 1915 και στη συνέχεια σε βάρος του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας και του Πόντου.
Αναζητούσαν τα θύματα που θα ενοχοποιούνταν. Ο α΄παγκόσμιος πόλεμος το 1914 έδωσε την κατάλληλη ευκαιρία. Με την καθοδήγηση των Γερμανών συνέλαβαν και έθεσαν σε εφαρμογή το γενοκτονικό τους σχέδιο σε βάρος των Αρμενίων, σε πρώτη φάση, το 1915 και στη συνέχεια σε βάρος του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας και του Πόντου.
Με το ελκυστικό σύνθημα «Η Τουρκία για
τους Τούρκους» πυροδότησαν τον τουρκικό εθνικισμό. Έτσι άρχισαν τα βασανιστήρια, οι εκτοπίσεις και η λειτουργία
των ταγμάτων εργασίας, οι αγχόνες
όπου οδηγήθηκε ο αντρικός πληθυσμός και γνώρισε την εξαθλίωση και την
εξόντωση.
Τα μέτρα, όμως,
αυτά αλλοίωσαν
το δημογραφικό
χαρακτήρα
της περιοχής
του Πόντου εξαιτίας της μετανάστευσης ενός μεγάλου αριθμού των κατοίκων στις περιοχές των γειτονικών κρατών, όπως τη Γεωργία και την Ουκρανία. Δεν δικαιολογείτο, λοιπόν, κάτω από αυτές τις συνθήκες καμία σκέψη για επαναστατικές δραστηριότητες.
Αλλά και το έδαφος είχε μια ιδιομορφία, στο παραλιακό μέρος του Πόντου,
όπου υπήρχε και ο περισσότερος αριθμός των χωριών και των πόλεων. Καθιστούσε δύσκολη
την επικοινωνία με το εσωτερικό, διότι μεσολαβούσαν πολλά βουνά, γνωστά ως «Ποντικά Όρη ή Ποντιακές
Άλπεις».
Βέβαια, στις περιοχές αυτές, τις ορεινές, όπως και σε ολόκληρο τον Πόντο, δεν έπαψε να καλλιεργείται η ενίσχυση της εθνικής συνείδησης μέσα από την εκπαίδευση και τα σχολεία. Ποτέ δεν έγινε, εξ όσων γνωρίζουμε, λόγος για αυτοδιάθεση του Πόντου ή αυτονόμησή του. Η γεωγραφική θέση, επομένως, αποτελούσε αρνητικό παράγοντα.
Βέβαια, στις περιοχές αυτές, τις ορεινές, όπως και σε ολόκληρο τον Πόντο, δεν έπαψε να καλλιεργείται η ενίσχυση της εθνικής συνείδησης μέσα από την εκπαίδευση και τα σχολεία. Ποτέ δεν έγινε, εξ όσων γνωρίζουμε, λόγος για αυτοδιάθεση του Πόντου ή αυτονόμησή του. Η γεωγραφική θέση, επομένως, αποτελούσε αρνητικό παράγοντα.
Το αντάρτικο, στον Δυτικό κυρίως Πόντο που έδρασε, ήταν αυτόνομο
και αυτοδιοίκητο. Δεν έπαιρνε διαταγές
από πουθενά. Δημιουργήθηκε από την ανάγκη
να παρεμποδίσει την τουρκική
αυθαιρεσία σε βάρος κυρίως του άμαχου
πληθυσμού.
Προήλθε από τους λιποτακτήσαντες από το στρατό Ποντίους και τους ανυπότακτους. Μπορεί το αντάρτικο στον Πόντο να προκάλεσε ζημιά στα τουρκικά σχέδια, ωστόσο δεν αποτελούσε τον πολεμικό βραχίονα κάποιας πολιτικής ή θρησκευτικής εξουσίας του Πόντου.
Προήλθε από τους λιποτακτήσαντες από το στρατό Ποντίους και τους ανυπότακτους. Μπορεί το αντάρτικο στον Πόντο να προκάλεσε ζημιά στα τουρκικά σχέδια, ωστόσο δεν αποτελούσε τον πολεμικό βραχίονα κάποιας πολιτικής ή θρησκευτικής εξουσίας του Πόντου.
Προστασία παρείχε
στον άμαχο πληθυσμό,
γιαυτό και δεν μπορούσε να δράσει αποτελεσματικά, γιατί το ακολουθούσαν
στα βουνά χιλιάδες γυναίκες και παιδιά. Θα μπορούσε να παίξει κάποιο
σπουδαίο ρόλο μετά την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, εάν είχε καλή
και κεντρική οργάνωση, συντονισμό των δραστηριοτήτων αλλά και οπλισμό.
Ένας λαός για να κερδίσει
την πολιτική του ελευθερία πρέπει να έχει τη δυνατότητα υποστήριξης στρατιωτικά. Δυστυχώς, η Ελλάδα, την εποχή εκείνη, ζούσε στους ρυθμούς
του εθνικού
διχασμού. Δεν κατάφερε στην πιο κρίσιμη καμπή της ιστορίας να κάνει
την
υπέρβασή της. Δηλαδή συμφιλιωμένες οι πολιτικές παρατάξεις να οδηγήσουν
στην πραγματοποίηση μεγάλου
μέρους
της Μεγάλης
Ιδέας: την απελευθέρωση
αλύτρωτων ομογενών
στη Μικρά
Ασία
και τον
Πόντο.
Δεν παρείχε
η ελληνική κυβέρνηση την
απαραίτητη κάλυψη της διπλωματικής θέσης των
Ποντίων στα κέντρα
των αποφάσεων. Εγκαταλείφθηκαν οι Πόντιοι στην τύχη τους και στις δικές τους ενέργειες.
Αλλά και όταν αργότερα, στις 30 Δεκεμβρίου 1918,
εξομαλύνθηκε η κατάσταση και η Ελλάδα βρίσκεται
στο τραπέζι των διαβουλεύσεων
για την κατανομή των κερδών με το μέρος των νικητών, ούτε και τότε είχε την
απαραίτητη βούληση να συνδράμει στον αγώνα των Ποντίων.
Το κλίμα, όμως, ήταν αρνητικό και στο Συνέδριο της Ειρήνης που άρχιζε να συνεδριάζει στο Παρίσι και να αποφασίζεται η διανομή των εδαφών της Τουρκίας
μεταξύ των συμμάχων. Δεν
συζητήθηκε η πιθανότητα στρατιωτικής
επιχείρησης εκ μέρους των συμμάχων
ή της ελληνικής
κυβέρνησης για την ανεξαρτησία του Πόντου.
Τίθεται το ερώτημα
στον κάθε καλόπιστο
συνομιλητή, πώς ξεκίνησε
όλη αυτή η προσπάθεια με τις οδυνηρές συνέπειες που γνωρίζουμε. Είχαν οι πρωταγωνιστές αυτής της ενέργειας
μελετήσει καλά τις συνέπειες ενός τέτοιου εγχειρήματος;
Πάντως, όχι από τους Ποντίους που ζούσαν στον Πόντο.
Δεν μπορούσαν οι πρόγονοί μας να διανοηθούν κάποια
επαναστατική εκδήλωση χωρίς
την υποστήριξη κάποιας
μεγάλης δύναμης, ή ελληνικής.
Πρώτον: Διότι ο ποντιακός ελληνισμός δεν ήταν έτοιμος.
Ίσως να υπήρχε στη σκέψη κάποιων ως ένα φιλόδοξο
όραμα. Στον υπόλοιπο
λαό η εγχείρηση αυτή ήταν παντελώς άγνωστη.
Δεύτερον: Ο Πόντος περιεβάλλετο από λαούς εχθρικά
διακείμενους. Η Τουρκία,
παρά το γεγονός της οικονομικής
παρακμής που αντιμετώπιζε, ωστόσο ήταν δυνατό να παρατάξει αξιόλογο στρατό και
να καταπνίξει κάθε επαναστατική δραστηριότητα. Εξάλλου ήταν πολύ απομακρυσμένη
η περιοχή του Πόντου από τα κέντρα
του Ελληνισμού, όπως η Κωνσταντινούπολη, η Σμύρνη, η Ελλάδα, που θα στήριζαν
τέτοιου είδους προσπάθειες και επαναστατικές πρωτοβουλίες.
Αυτό, όμως, που δεν τολμούσαν να κάνουν οι Πόντιοι στον
Πόντο, το συνέλαβαν ως ιδέα οι Πόντιοι πρόσφυγες, που κατέφυγαν στις χώρες
της ρωσικής αυτοκρατορίας. Συγκρότησαν συνέδρια με σκοπό να λάβουν μέτρα
προστασίας των προσφύγων της Ρωσίας ιδιαίτερα κατά την περίοδο
της Ρωσικής Επανάστασης. Στη συνέχεια εκφράστηκε η άποψη να βοηθήσουν
τους πρόσφυγες που κατέφυγαν στα μέρη εκείνα για να γλιτώσουν από την
εξοντωτική μανία των Τούρκων. Το πρώτο συνέδριο γίνεται
στην Τιφλίδα της Γεωργίας για λήψη μέτρων αυτοπροστασίας (Στις 5 Μαΐου 1917). Δεν έγινε καμία συζήτηση για αυτονόμηση του Πόντου
και η σημασία του υπό ίδρυση ποντιακού κράτους.
Ούτε και στο συνέδριο που έγινε
στις 29 Ιουνίου 1917, στο Ταγκαρόκ (Ταϊγάν) έγινε σαφής τοποθέτηση ως προς τη
διεκδίκηση της ανεξαρτησίας του Πόντου, ο οποίος, τότε, τελούσε υπό ρωσική
κατοχή. Στο επόμενο, όμως, συνέδριο, που συνήλθε τον Οκτώβριο
του 1917 στο Κρασνοντάρ της Ρωσίας, ετέθη πλέον καθαρά από την Κεντρική
Ένωση, η προώθηση του ζητήματος της ανεξαρτησίας
του Πόντου. Το συνέδριο, όμως,
που έδωσε μεγάλη
δημοσιότητα στο ποντιακό
ζήτημα, ήταν αυτό που πραγματοποιήθηκε στη Μασσαλία της Γαλλίας 4 Ιανουαρίου
1918, με πρωτοβουλία ενός εμπόρου από
την Κερασούντα, του Κωνσταντίνου Κωνσταντινίδη. Εκεί έλαβαν μέρος
εκπρόσωποι από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Κυκλοφόρησε,
μάλιστα, και ένας χάρτης, που παρουσίαζε τα εδάφη του διεκδικούμενου Πόντου.
Θα ακολουθήσουν και
άλλα συνέδρια, θα
συγκροτηθούν
επιτροπές, οι
οποίες θα
επιχειρήσουν την προώθηση του ποντιακού ζητήματος με παραστάσεις και υπομνήματα
στα
μέλη του Συνεδρίου της Ειρήνης, με έδρα το Παρίσι. Μέχρι τότε, κανείς από τον Πόντο δεν ανακινεί το θέμα για να μην προκαλέσει
την οργή των Τούρκων, αλλά και την
εκδίκησή τους. Οι συνθήκες στον Πόντο παρουσίαζαν τη δική τους εικόνα.
Η διετής αυτοδιοικητική περίοδος του Πόντου κατά τη διάρκεια του
α΄παγκοσμίου πολέμου
Την προκάλεσε η προέλαση του ρωσικού στρατού
στον Ανατολικό Πόντο.
Στις
3
(16) Απριλίου 1916 τα ρωσικά στρατεύματα βρίσκονται έξω από την Τραπεζούντα.
Ο τουρκικός στρατός υποχώρησε αφού παρέδωσε την πόλη και την περιοχή της σε μια προσωρινή κυβέρνηση υπό την ηγεσία και ευθύνη του μητροπολίτη Τραπεζούντας Χρύσανθου. «Από τους Έλληνες πήραμε
τη χώρα αυτή και στους
Έλληνες την επιστρέφουμε»,
ήταν τα λόγια του νομάρχη
Τραπεζούντας, τα οποία έχουν τη δική τους σημασία.
Η διετής περίοδος
εκείνη, δηλαδή μέχρι
το Φεβρουάριο του 1918,
ήταν μια ευκαιρία να αποδείξουν οι Έλληνες στους Ευρωπαίους ηγέτες και στους
Τούρκους τα διοικητικά τους προσόντα να διαχειριστούν σε δύσκολες συνθήκες την ειρηνική
συμβίωση των χριστιανών με τους
μουσουλμάνους. Η εμπειρία αυτή για την ηγεσία των Ποντίων, που αποτελούσαν τα μέλη της διοίκησης, και του
μητροπολίτη, ήταν ιδιαίτερα πολύτιμη για την εδραίωση της πεποίθησης ότι μπορούν να συζητούν για την αυτοδιοίκηση του Πόντου.
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ 1918
Το τέλος του
πολέμου βρίσκει την Τουρκία στη θέση των ηττημένων.
Παναγιώτης Παπαδόπουλος


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου