Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Η γιαγιά μου η Ρουσέτσα


Η Αφροδίτη Μελανιφίδου ήταν η γιαγιά μου από το μέρος της μητέρας μου. Από τους γιους της, τον Νεοκλή και τον Κώστα, δεν είδε εγγόνια. Οι κόρες της Περσεφόνη και Βασιλική της χάρισαν από τέσσερα η καθεμιά. 
Από τις εγγονές της, μόνον εγώ είχα το όνομά της.
Ήταν μια χαρακτηριστική Πόντια. Εργατική και τολμηρή. Η τόλμη της ήταν παροιμιώδης. Σε όλα τα δύσκολα, αυτήν φώναζαν να λύσει τον «Γόρδιο δεσμό». Το μπόι της ήταν δεν ήταν ενάμισι μέτρο.
Οι άντρες στο χωριό ή θα ήταν αμούστακα παιδιά ή ηλικιωμένοι. Έτσι, ίσως δεν ήταν τυχαίο που οι γυναίκες είχαν πρωτοβουλίες, αλλά και ευθύνες μεγάλες.
Οι ξενιτεμένοι άντρες έστελναν χρήματα, συνήθως με αυτούς που γύριζαν στην πατρίδα να δουν τους δικούς τους.
Χρήστος & Αφροδίτη Μελανιφίδου
Από πολύ μικρή ήμουν καλή ακροάτρια και έτσι θυμάμαι τη γιαγιά που έλεγε: «Άλλο καλλίον να στείλια τα παρά να έρχεται ο Χρήστον».
Ο παππούς, ο Χρήστος, βρήκε δουλειά σε φουρνάρικο, στην Ανάπα, στη νότια Ρωσία, στη Μαύρη Θάλασσα. Αυτό το έλεγε η κακομοίρα, γιατί όσα έφερνε, ξοδεύονταν σε κεράσματα στους μουσαφίρηδες, που έρχονταν για το «καλώς όρισες» και για κάποιο δωράκι.
Στην Ελλάδα, όταν γύρισαν οριστικά, κατάλαβα, παρά τη μικρή μου ηλικία, πως ο «Χρήστον κ' έτον προκομένος». Η γιαγιά τον έλεγε «οκνέα». Όσο, λοιπόν, ο παππούς έλειπε στην ξενιτιά, η γιαγιά μου φρόντιζε τα του οίκου της. Παράγγειλε στην Πόλη τα χαλκωματικά και ετοίμαζε ό,τι μπορούσε να έχουν τα κορίτσια της, όταν θα έκαναν το δικό τους σπιτικό.
Τα κορίτσια, στον Πόντο, τα πάντρευαν σε μικρή ηλικία. Όταν έφταναν κοντά στα είκοσι, ήταν πια «παλαιοκόρ'τσα», δηλαδή γεροντοκόρες, και τότε, τον μελλοντικό σύντροφο τον έψαχναν στην κατηγορία αυτών που ήταν χήροι με παιδιά. 
Τις πάντρευαν μικρές, για να τις γλιτώσουν από τους Τούρκους, αλλά και για ένα χέρι παραπάνω στα πεθερικά, για τις δουλειές και για το κανάκεμά τους.
 Ακόμη δεν έχω καταλάβει γιατί γινόταν αυτό, αφού ήταν νέοι ακόμη. Μικρά κοριτσάκια παντρεύονταν μικρά αγόρια. Η προγιαγιά μου, η Βασιλική, ήταν εννιά χρόνων όταν την πάντρεψαν. Μετά τα στέφανα γύρισε στο πατρικό της και ο «σύζυγος» έφυγε στην ξενιτιά. Σίγουρα, τα παιδιά τους στον Πόντο είχαν ετεροθαλή αδέλφια στη Ρωσία, κυρίως.
Είναι γνωστή η κακή, συνήθως, ζωή της νύφης στα χέρια της πεθεράς. Πολλά είναι που μπορεί να πει κανείς πάνω σε αυτό. Π. χ. έπλεναν τα πόδια του πεθερού και ας ήταν νέος. Δεν έτρωγαν μαζί, παρά μόνον με τα παιδιά. Και όλα αυτά, αφού πρώτα είχαν εξυπηρετήσει τα πεθερικά και τα άλλα μέλη της οικογένειας. Δεν μιλούσαν και με νοήματα διέταζαν τη νύφη οι πεθεροί! Αυτήν την απάνθρωπη συμπεριφορά την ακολουθούσε και η παθούσα νύφη ως πεθερά στη δικιά της νύφη, αν είχε αγόρια! Η παράδοση, βλέπετε!
Ως παρένθεση αναφέρω ότι η μητέρα μου, που παντρεύτηκε τον πατέρα μου σε ηλικία δεκαέξι χρόνων, «τη γλίτωσε»! Παντρεύτηκαν στην Ανάπα, στη νότια Ρωσία. Η πεθερά της «αξίωσε» την παράδοση! Ο πατέρας μου, όλα αυτά, τα έκοψε με το μαχαίρι και τον φώναζε με το όνομά του και όχι «αφέντη». Η γιαγιά μου Αναστασία, φαντάζομε ότι βρήκε άλλους τρόπους να εκδικείται τη νύφη της.
Το περίεργο της ιστορίας είναι ότι, όταν εγώ παντρεύτηκα και ήρθα στη Θεσσαλονίκη, η μητέρα μου, η καλοπερασμένη ως σύζυγος, μου θύμισε όλα τα «προϊστορικά» έθιμα της νύφης! Ευτυχώς, τα δικά μου πεθερικά, ο Βασίλης και η Ωραιοζήλη Τελίδη, έσκασαν από τα γέλια όταν πήγα να πλύνω τα πόδια του πεθερού μου. Μου είπε ότι μέχρι τότε τα έπλενε μόνος του και ότι δεν είναι άρρωστος.

Κλείνει η παρένθεση και γυρίζουμε στη γιαγιά την Αφροδίτη, την οποία, όλα αυτά, δεν την είχαν αγγίξει. Ήταν η πρώτη στο χωριό που έστειλε τη μητέρα μου στο σχολείο, στην Τραπεζούντα, όπου πήγαιναν τον χειμώνα, εγκαταλείποντας το Ρουσίο.
Την εποχή αυτή λειτουργούσε παρθεναγωγείο με διευθυντή τον Περσόπουλο και δασκάλα της μητέρας μου την Ασπασία Ζήση. Οι συχωριανοί κορόιδευαν τη γιαγιά που τους απαντούσε ότι η κόρη της μάθαινε γράμματα, για να μπορεί να γράφει και να διαβάζει τα γράμματα του ξενιτεμένου της συζύγου.
 Έλεγε, μάλιστα, ότι η κόρη της δεν ήθελε να πάθει αυτά που πάθαινε η αγράμματη κοπέλα που έβαζε τον παπά να της γράφει τα γράμματα.
Πολλά ήταν αυτά που είχαν να λένε για τα κατορθώματα της Αφροδίτης! Οι γυναίκες που πήγαιναν στην εκκλησία, φυσικό και αναμενόμενο ήταν να μην έχουν χρήματα. Στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, επίτροποι ήταν μερικοί ηλικιωμένοι άντρες, φυσικά. Το παγκάρι ποτέ δεν είχε λεφτά κατά τον απολογισμό. Δεν ήξεραν από ποιον να ζητήσουν τα «δανεικά κεριά».
Η γιαγιά μου, λοιπόν, πήρε με το έτσι θέλω τη διαχείριση του παγκαριού. Και την ώρα που θα απέδιδε λογαριασμό, το σακούλι ήταν γεμάτο παράδες. Πως; Όταν πήγαινε η πιστή στην εκκλησία, τις περισσότερες φορές άναβε «δανεικά» τα κεράκια της. Η γιαγιά τραβούσε «έναν τσιζίν» με κιμωλία στο σανίδι που το είχε αντί για τεφτέρι και έλεγε: «Άη Δημήτρη μ', ελέπ'ς την Ελέγκων; Αν 'κι φέρ' τα παράδες-ι-σ', να γ... σα τεν»!. Έτσι λύθηκε το πρόβλημα των οικονομικών της ενορίας!
Εκείνο, όμως, που την άφησε στην ιστορία ήταν όταν ήρθαν οι Τούρκοι να επιτάξουν τα άλογα των χωριανών. Οι συχωριανοί έτρεξαν αλαφιασμένοι στην Αφροδίτη.
«Κύρβα Αφροδίτη, πρόφτασον».
Άλλο που δεν ήθελε κι εκείνη. Έτρεξε στον τόπο του εγκλήματος και φώναξε στα ποντιακά - ποιος ξέρει τι - στους τζανταρμάδες. Ένας από αυτούς την πλησιάζει. Πριν να καταλάβει κανείς τι πρόκειται να συμβεί, η γιαγιά αρπάζει το όπλο του Τούρκου και το κάνει δύο κομμάτια! 
Η ομήγυρη πάγωσε και οι Τούρκοι έμειναν εμβρόντητοι. Χωρίς να αφήσει να περάσει ούτε στιγμή και πριν συνέλθουν από το ξάφνιασμα, πήρε το κατόπιν τον δύσμοιρο Τούρκο, κραδαίνοντας ένα κομμάτι του σπασμένου όπλου.
Οι Τούρκοι έφυγαν, αλλά δεν της χαρίστηκαν. Την κατάγγειλαν στις αρχές και ορίστηκε δικάσιμος. Η «κύρβα Αφροδίτη» υπόδικη! Ήταν παντού αγαπητή και είχε γνωριμίες με πολλούς από τους κρατούντες της Τραπεζούντας. Στο σπίτι ενός από αυτούς φιλοξενήθηκε έως την ημέρα της δίκης. Το αδίκημα που διέπραξε σήκωνε βαριά τιμωρία. Ο οικοδεσπότης, λίγες ημέρες πριν από τη δίκη, κάλεσε τα μέλη της δικαστικής έδρας για τσάι. Οι Τούρκοι δικαστικοί θεώρησαν τιμή τους να πάρουν το τσάι τους στο σπίτι του άρχοντα και πήγαν. Τους άνοιξε η γιαγιά η Αφροδίτη. Οι επισκέπτες κάθισαν στον καλό οντά και εκείνη πηγαινοερχόταν να τους περιποιηθεί. Τα «εφέντη μ'» έπαιρναν και έδιναν, ώσπου ο οικοδεσπότης ανησύχησε και της ψιθύρισε:
«Κύρα, μη φαίνεσαι πολλά, ατοίν' θα δικάζ'νε σε».
Η γιαγιά τούς κοίταξε κατά πρόσωπο. Βέβαια ήταν ντροπή να σηκώσει το βλέμμα της και εκείνοι, παραξενεμένοι, ρώτησαν: τι συμβαίνει. Δεν μπορούσε πια να κρατηθεί κρυφό και έτσι έμαθαν την ταυτότητά της.
Την ημέρα της δίκης, η γιαγιά «εκαμαρώθεν» και πήγε. Ήταν εκεί και ο παθών ως μηνυτής. Αρχισαν οι ερωτήσεις, που ήταν προσυνεννοημένες. Αντίσταση κατά της αρχής; Σπάσιμο και καταστροφή όπλου;
Περίμεναν ότι αυτή η μικροφτιαγμένη γυναίκα θα φοβηθεί, θα λυγίσει. Αγέρωχη, όμως, ήρθε η απάντησή της, πως ναι, το έκανε. Πρωτάκουστο θράσσος! Οι δικαστές, χωρίς χρονοτριβή, απευθυνόμενοι στον παθόντα τζανταρμά, του είπαν πως αυτός θα δικαστεί, γιατί ήταν ντροπή που αυτή η «μισοριξιά» τον ρεζίλεψε! Η γιαγιά ήταν τότε 55 ετών, αλλά οι δύσκολες συνθήκες της ζωής την έδειχναν μεγάλη.
Ένα γεγονός, που το βίωσα και εγώ πολύ μικρή και που το θυμάμαι ζωντανά ήταν και εκείνο που συνέβη κατά τα πρώτα χρόνια της κατοχής. Στην Αθήνα, και βέβαια στο Χαϊδάρι, όπου κατοικούσαμε, είχαμε Ιταλούς. Μια περιπολία από αυτούς σταμάτησε μπροστά στο φράχτη του κήπου της γιαγιάς μου, που ήταν ένας μικρός παράδεισος, με πολλά και διάφορα λουλούδια. Έμειναν και θαύμαζαν και μετά μπήκαν στον κήπο και έκοψαν τα πιο εντυπωσιακά λουλούδια.
Ε! ποιος είδε τον Θεό και δεν φοβήθηκε! Η γιαγιά Αφροδίτη, έξαλλη, βγάζει από τη γη ένα ξύλο που στήριζε λουλούδια, και παίρνει τους Ιταλούς στο κατόπιν, φωνάζοντας: «Αφσήστεν τα τσιτσέκια μ', σκατωμένα ξύλα!».
Εγώ κρύφτηκα πίσω από το πηγάδι. Πάντως, βρήκα και μάζεψα τα λουλούδια, που πέταξαν, όταν έτρεχαν οι Ιταλοί να γλιτώσουν από τη σανίδα που κράδαινε η γιαγιά, τρέχοντας ξωπίσω τους. Βασιζόταν στα νιάτα της ή στο κουράγιο της, άραγε; Ήταν ακατάβλητη η λεβεντιά της.
Με το τέλος της ξενικής κατοχής, κατά τα «Δεκεμβριανά» (1944), η γιαγιά πέθανε ύστερα από αιμορραγία που της προκάλεσαν με τις κλοτσιές οι Χίτες! Πέθανε η καημένη στην Ελλάδα, από ελληνικά πόδια.
Η γιαγιά είχε γεννηθεί το 1860 στο Ρουσίο, χωριό της περιοχής της Κρώμνης, στα νότια της Τραπεζούντας, και πέθανε στο Χαϊδάρι, στις αρχές Φεβρουαρίου του 1945. Το όνομά της ήταν Αφροδίτη Μελανιφίδου. Αυτοί που τη γνώρισαν λένε ότι της έμοιασα σε πολλά εγώ που είχα το όνομά της.
Πάντως, δεν έδωσα ξύλο σε κανέναν. Αλήθεια λέω. Και είμαι παραπάνω από ενάμισι μέτρο ύψος!


Αφροδίτη Παπαδοπούλου-Τελίδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah