Τετάρτη 15 Μαΐου 2013

ΤΟ ΠΑΡΑΦΟΡΟ ΞΕΘΑΡΡΕΜΑ

Η ΖΩΗ ΣΤΗ ΣΑΜΨΟΥΝΤΑ άλλαξε τώρα βαθιά. Οι Τούρ­κοι κυκλοφορούσαν στους δρόμους της πόλης μουλωχτοί και σκεφτικοί. Στη σκοτεινιασμένη και ταπεινωμένη τους ψυχή είχαν κρυμμένο το μίσος τους για τούς Ρωμιούς, πού τώρα τους έβλεπαν ξεθαρρεμένους και προκλητικούς κάτω από τις πολύχρωμες συμμαχικές σημαίες. Ένιωθαν πώς ήταν οι νικημένοι.
Οι Ρωμιοί πάλι, θέλοντας να χαρούν τη λευτεριά τους και να πιστέψουν πώς έφτασε το τέρμα της καταπίεσης τό­σων αιώνων, ξεσπούσαν σπασμωδικά σε παράφορους ενθουσιασμούς και εκδηλώσεις. Μια νέα πίστη θέρμαινε τις καρ­διές τους. Ο πόλεμος τέλειωσε με τη νίκη των συμμάχων και τη συντριβή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στο εξής οι ραγιάδες θα ζούσαν στη γη των πατέρων τους ελεύθεροι και θα ανέπτυσσαν ανεμπόδιστα τις δυνάμεις τους για την πρόοδο.
Αλλά και η ίδια η πόλη πήρε μιαν όψη διαφορετική. Απόκτησε θαρρείς έναν άλλο χαρακτήρα, πρωτογνώριστο. Στους ρωμαίικους μαχαλάδες, στα χοροδιδασκαλεία, στις ταβέρνες και στα μικρά ουζερί έδιναν και έπαιρναν τα ελληνικά τραγούδια και οι χοροί της ελεύθερης Ελλάδας.
 0 Εθνικός Ύμνος έγινε θούριος, που τον τραγουδούσαν σε κάθε περίσταση και σε κάθε τόπο, στις συγκεντρώσεις, στα σχολεία, μέσα και έξω από τις εκκλησίες! Τραγούδια σαν το «Ω κοπτερόν και λυγηρόν σπαθί μου!...», πού άλ­λοτε τα τραγουδούσαν κρυφά μέσα στα σχολεία, τώρα βρί­σκονταν στην ημερησία διάταξη και τα βροντοφώναζαν στους δρόμους της πόλης. Το ίδιο γινόταν και με το προ­κλητικό τραγούδι για το θρυλικό θωρηκτό του πολέμου:
Ο  Αβέρωφ θα προβάλει με χαρά
σαν δελφίνι εις της Πόλης τα νερά!...
Τα παλικάρια φούντωναν συχνά από έξαλλο πατριωτι­σμό, σα να είχαν πιει κάποιο άγνωστο και δυνατό κρασί. Μα συχνότερα τα κυρίευε ενα ασυγκράτητο μεράκι, ένας πόνος βαθύς, ανακατωμένος με αγανάκτηση, για το χαμό των αθώων συγγενών τους, για το θάνατο από την πείνα και την εξάντληση στις εξορίες τόσων και τόσων αδύνατων πλα­σμάτων, τους εμπρησμούς των σπιτιών και των χωριών, τις σφαγές και τις κρεμάλες. Και τότε, μπαρούτιαζε η ψυχή τους, άναβε και κόρωνε, και για να ξεθυμάνουν, ανέβαιναν στ' άλογα και φέρνανε γύρο την πόλη καλπάζοντας και πυ­ροβολώντας. 
Οινόη
Μερικοί πιο θερμόαιμοι, μπαίνανε μέσα στα αστυνομικά τμήματα και τα καρακόλια και δέρνανε με τα μαστίγια τούς Τούρκους τζανταρμάδες, τούς χτεσινούς ζα­πτιέδες, πού αν και είχαν αλλάξει όνομα, δεν άλλαξαν και την ψυχή τους, ούτε απαλλάχτηκαν από τις ευθύνες για τα κακουργήματά τους!
Στην πόλη είχαν μαζευτεί πάνω από χίλια ορφανά. Το πρόβλημα της προστασίας και της συντήρησής τους ανέλαβαν να το λύσουν οι Ρωμιοί της Σαμψούντας ιδρύοντας ορφανοτροφείο, όπως έγινε και στις άλλες πόλεις τού Πόν­του. Οι άντρες και οι γυναίκες πού δούλευαν στο ίδρυμα αυτό, συγκέντρωσαν κοντά τους όλα τα απροστάτευτα παι­διά. Τα πρώτα χρήματα για τις ανάγκες τού ορφανοτρο­φείου μαζεύτηκαν από εράνους ανάμεσα στις εύπορες οικο­γένειες της Σαμψούντας. Ύστερα άρχισαν να έρχονται ενισχύσεις και από τον Οργανισμό Περιθάλψεως Εγγύς Α­νατολής, τη «Νήαρ Ιστ», πού τη βοηθούσαν γενναία ομο­γενείς της Αμερικής.
Τούτο τον καιρό ο Κωστής Ραπτάρχης , ο Ιάκωβος Κουλοχέρης και μερικοί άλλοι νέοι του Κατήκιοϊ, ξαναΐδρυσαν τον διαλυμένο από χρόνια μουσικοφιλολογικό σύλλογο «Ορφεύς», με σκοπό να γλιτώνουν τα Ρωμιόπουλα από τη διαφθορά, πού έκανε την εμφάνιση της στη διάρκεια του πο­λέμου και εξακολούθησε ακόμα να τα απειλεί.
 Συνάμα σκό­πευαν, με τις διάφορες καλλιτεχνικές και φιλολογικές εκδηλώσεις, να γλυκάνουν τη μαυρισμένη ψυχή των συμπατριω­τών τους και να ανεβάσουν το πολιτιστικό επίπεδο τού προαστίου. Μέσα σε λίγο καιρό ο «Ορφεύς» ετοίμασε μια θεατρική παράσταση πού δόθηκε στη μεγάλη αίθουσα τού συλλόγου. Παρόλο το ακριβό της εισιτήριο, την παράσταση τίμησαν όλοι οι μορφωμένοι και οι προύχοντες της Σαμ­ψούντας και του Κατήκιοϊ. Η αίθουσα γέμισε ασφυκτικά και ή επιτυχία ήταν απροσδόκητη, καλλιτεχνική και τα­μειακή. Εισπράχθηκαν διακόσιες περίπου χρυσές λίρες.
Έπειτα από την επιτυχία αυτή ο σύλλογος προκάλεσε θόρυβο και απέκτησε μεγάλο κύρος και αίγλη. Πολλοί νέοι από τη Σαμψούντα έτρεξαν να γίνουν μέλη του, για να μάθουν μουσικά όργανα, να ακούνε τις συχνές διαλέξεις και ομιλίες και να παρακολουθούν τις απανωτές συναυλίες.
Σινώπη
 Μετά από λίγο καιρό συγκαλέστηκε γενική συνέλευση, όπου, αφού συζητήθηκαν διάφορα προβλήματα και ανακοινώθηκε ότι τα μέλη έφτασαν τα εκατόν εξήντα, έγινε εκλογή και του Συμβουλίου: Πρόεδρος βγήκε ο καθηγητής Θεολο­γίας Παντελής Βαλιούλης, ταμίας ο Κοσμάς Σουβατζόγλου, σύμβουλοι ο  Ιάκωβος Κουλοχέρης και ο Κωστής Σερέφας, γραμματέας ο Κωστής Ραπτάρχης και εισπρά­κτορας ο Σταύρος Ασλανίδης.
Αλλά και τα χωριά ανάσαναν τούτον τον καιρό. Οι αντάρτες είχαν κατεβεί από τα βουνά, τα γυναικόπαιδα από τα δάση και τις σπηλιές και οι εξόριστοι, όσοι έζησαν, από τις εξορίες. Οι Ρωμιοί χωρικοί ρίχτηκαν με ορμή στη δου­λειά να ξαναχτίσουν τα καμένα σπίτια τους, να ξαναφτιά­ξουν τα κατεστραμμένα νοικοκυριά τους και να ξαναβάλουν στον κανονικό δρόμο την ξεστρατισμένη και αναστατωμένη ζωή τους.
 Έκοψαν από τα δάση μεγάλους κορμούς δέντρων και έχτισαν τα ξύλινα σπίτια τους, τις αχερώνες και τα υποστατικά τους. Όργωσαν και έσπειραν σιτάρι και καλα­μπόκι, φύτεψαν άφθονα καπνά και ξεκίνησαν για μια και­νούργια ζωή. Όλοι πίστευαν στην ανατολή αυτής της νέας ζωής, όπως πίστευαν ότι ο Πόντος θα γινόταν ανεξάρτητος με την εγγύηση των μεγάλων νικητών, των χριστιανικών Δυνάμεων της Ευρώπης.
Ωστόσο, για να κρατήσουν τη σιγουριά και την ησυχία στα χωριά τους, οι καπετάνιοι είχαν οργανώσει μερικές ομάδες ανταρτών, που περιπολούσαν καβάλα πάνω στα άλογα, τριγυρνούσαν στην περιοχή και καμάρωναν με τα καινούργια όπλα και τα γεμάτα φυσεκλίκια τους. 
Μα τούτοι, μεθυσμένοι από τα μεγάλα όνειρα για τη χώρα τους, συχνά έπαιρναν τον κατήφορο και, μόλο πού απαγορευόταν να μπουν στη Σαμψούντα οπλισμένοι, τρύπωναν στην πόλη και απειλούσαν τους σεσημασμένους Τούρκους τραμπούκους του Νεοτουρκικού κομιτάτου. 
Κάποτε γίνονταν και συμπλο­κές, που μόνο με την επέμβαση του Γάλλου διοικητή της αστυνομίας σταματούσαν. Ο Μοσιού Φαβερώ παρακαλούσε τους αντάρτες να φερθούν ιπποτικά και να δώσουν τόπο στην οργή τους, πράγμα πού έκαναν οι Ρωμιοί αλλά με μεγάλη δυσκολία.
Άλλοι πάλι, πιο ακράτητοι, έμπαιναν συχνά στην κω­μόπολη Τεκέκοϊ και τριγυρνούσαν στο παζάρι πάνοπλοι και απειλητικοί. Οι Τούρκοι κάτοικοι, τρομοκρατημένοι και δουλικοί, μόλις έβλεπαν τους αντάρτες να έρχονται από απέναντι, έτρεχαν σιμά τους και μάλωναν μεταξύ τους ποιος να πρωτοκρατήσει τα χαλινάρια των αλόγων για να τους βοη­θήσει να κατέβουν από τη σέλα. Σε ένδειξη ακόμα πιο με­γάλης υποταγής, κρατούσαν τα βαριά τους όπλα και τους οδηγούσαν στα σπίτια για να τους φιλέψουν και να τους καλοπιάσουν .
ΑΥΤΑ ΣΥΝΕΒΑΙΝΑΝ στα φανερά. Στα μυστικά, οι Άγ­γλοι Αξιωματικοί συνεργάζονταν με τους Ρωμιούς στη συγκρότηση οργάνωσης για την ποντιακή αυτονομία. Ο αρμοστής κάπταιν Σόλδερ διέγραψε την έκταση της ανεξάρτητης ποντιακής επαρχίας, από την Ποντοηράκλεια μέ­χρι την Τραπεζούντα παραλιακά, και από την Κασταμονή μέχρι τη Σεβάστεια μεσογειακά. 
Κατάρτισε μάλιστα και μια Επιτροπή από Ρωμιούς προύχοντες της Σαμψούν­τας, καθώς και της γειτονικής Πάφρας, και έβαλε για πρόε­δρο το Δεσπότη. Στις μυστικές συνεδριάσεις που ακολούθησαν, ορίστηκαν για τα χωριά μερικές υποεπιτροπές, που θα συγκέντρωναν χρήματα, θα έρχονταν σε επαφή με τους οπλαρχηγούς και θα φρόντιζαν για την ετοιμότητα του πλη­θυσμού σε ώρα συναγερμού. Στους οπλαρχηγούς πάλι, δό­θηκε το δικαίωμα να επιστρατεύσουν τους νέους, όταν το καλούσε η περίσταση, να τους οπλίζουν και να τους έχουν έτοιμους στα χωριά τους.
Μετά από την οργάνωση αυτή των Ρωμιών, οι καπετά­νιοι, κάθε μήνα, παρουσιάζονταν στη Γενική Συνέλευση που γινόταν στο ελληνικό Γυμνάσιο, την έδρα της Αγγλικής Διοίκησης, και συνεδρίαζαν με την Επιτροπή για την προώ­θηση των ζητημάτων πού έθετε η πορεία της κατάστασης.
Οι πλούσιοι αστοί, Πόντιοι και Καραμανλήδες της Σαμψούντας και της Πάφρας, προσέφεραν μεγάλα χρημα­τικά ποσά στο Δεσπότη για την ενίσχυση του αγώνα. Έγινε μάλιστα και καταγραφή των ονομάτων τους, με δική τους απαίτηση, ώστε, μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας τού Πόντου, να φαίνονται οι προσφορές τους.
 Έτσι έλπιζαν ότι θα τους δινόταν ανάλογες αμοιβές σε χρήμα ή σε θέσεις στη νέα κατάσταση. Πιστεύοντας ότι η μέρα της ελευθερίας δεν ήταν πολύ μακριά, φάνηκαν ιδιαίτερα απερίσκεπτοι και γενναιόδωροι. Οι κάσες της Μητρόπολης γέμισαν χρήμα και ονόματα.
Κατά τα τέλη του Απρίλη, σε μια σύσκεψη των μελών της νεοσύστατης Επιτροπής, ο Επίσκοπος Ζήλων Ευθύμιος κάλεσε και πάλι τον καπετάν Παντελή στη Μητρό­πολη. Ο νεαρός καπετάνιος κάθισε στο μεγάλο τραπέζι των συνεδριάσεων και ώσπου να φανεί ο Δεσπότης και να αρχίσει η σύσκεψη, παρατηρούσε τους άλλους καλεσμένους. Αναγνώρισε τούς γιατρούς Μακρή και Μπράβο, τους φαρ­μακοποιούς Καμπερίδη και Χριστοφορίδη, τρεις - τέσσε­ρις καπνέμπορους και τον καπετάν Λευτέρη.

Τραπεζούντα
Σε λίγο  πόρτα άνοιξε και παρουσιάστηκε στο κατώφλι της η επιβλητική μορφή του Γερμανού Καραβαγγέλη. Οι καλεσμένοι σηκώθηκαν και τον χαιρέτησαν με χειροφιλήματα και κατόπιν κάθισαν στις θέσεις τους. Ο Δεσπότης τούς κοίταξε ένα γύρο με τα μεγάλα και έντονα μαύρα μάτια του, σα να ήθελε να τους καρφώσει στον τόπο τους. Ύστερα εισηγήθηκε τα θέματα της σύσκεψης. Η συζήτηση που ακολούθησε στράφηκε πρώτα γύρω από τα ζητήματα της ανεξαρτησίας τού Πόντου, πού άρχισε να ανακινείται σε διεθνές επίπεδο από τη Διπλωματία. Κατόπιν εντοπίστηκε στα μέτρα που έπρεπε να πάρουν οι Ρωμιοί στην περιοχή τους για να ενισχύσουν την Υπόθεση του Πόντου.
Έπειτα από ζωηρή και στρωμένη συζήτηση που κρά­τησε ως αργά τη νύχτα, αποφασίστηκε να οργανωθούν αντάρτικα τμήματα στην ύπαιθρο των πόλεων του Δυτικού Πόντου: Σαμψούντα, Πάφρα, Τσαρσαμπά, Οινόη, Φάτσα, Τοκάτη, Νεοκαισάρεια, Μερζιφούντα, Κάβζα, Έρμπαγα, Λαοδίκεια, Αμάσεια και Βεζύρκιοπρου.
 Μετά την οργάνωση και τον εξοπλισμό τους, έπρεπε να είναι σε επιφυλακή και να περιμένουν οδηγίες για την ενδεχόμενη μελλοντική τους δράση. Ο καπετάν Λευτέρης θα οργάνωνε μια ομάδα αποφασισμένων παλικαριών μέσα στην πόλη, οπλισμένη καλά με πιστόλια και χειροβομβίδες.
Αργά τα μεσάνυχτα, η σύσκεψη τελείωσε και τα μέλη της Επιτροπής διαλύθηκαν. Την άλλη μέρα, τα χαράματα, ο καπετάν Παντελής έφυγε για το Τσιμενλί, για να μεταδώ­σει στους άλλους οπλαρχηγούς τις αποφάσεις που πάρθη­καν κατά τη μυστική σύσκεψη.
Η εκτέλεση της απόφασης για την οργάνωση της ομάδας των παλικαριών του καπετάν Λευτέρη άρχισε αμέσως και προχώρησε. Αλλά, πολύ σύντομα σταμάτησε η παρα­πέρα οργάνωση, γιατί προδόθηκε από κάποιον στην αστυνομία. Ο Καπετάν Λευτέρης μόλις κατάφερε να γλυτώσει τη σύλληψη.
Μα και η οργάνωση των αντάρτικων ομάδων στο ύπαιθρο συνάντησε μεγάλες δυσκολίες. Οι οπλαρχηγοί διέτρεχαν τα χωριά και έρχονταν σε επαφή με τους άντρες που είχαν πα­λιότερα στις «παρέες» τους, προσπαθώντας επίμονα να τους αποσπάσουν από τα ειρηνικά τους έργα και να τους στρατο­λογήσουν.
 Οι ταλαιπωρημένοι όμως επί τρία χρόνια στα βουνά άντρες, τσακισμένοι από την κούραση τη σωματική και την ηθική, από την πείνα και τις παγωνιές, ήταν τώρα δοσμένοι ολοκληρωτικά στις ειρηνικές δουλειές τους και στη θαλπωρή της σπιτίσιας ζωής. Δίσταζαν να στρατευθούν στα καλά καθούμενα, αφού δεν έβλεπαν μάλιστα κανένα φανερό λόγο. κανέναν κοντινό κίνδυνο. 
Οι περισσότεροι, ωστόσο, έδιναν υποσχέσεις ότι, όταν θα σήμαινε ή ώρα του αγώνα, θα παρατούσαν το αλέτρι και θα έπαιρναν και πάλι τα όπλα, πού φύλαγαν και περιποιόνταν τα βράδια στα σπί­τια τους.


Αποσπασμα απο το βιβλίο ¨ΜΑΥΡΗ ΘΑΛΑΣΣΑ" του Χρήστου Σαμουηλίδη


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah