1. Γεωγραφικός χώρος.
Η ποντιακή διάλεκτος ήταν η μορφή της ελληνικής που μιλούσαν οι ελληνόφωνοι κάτοικοι του ανατολικού τμήματος της μικρασιατικής παραλίας του Εύξεινου Πόντου και σε αρκετή έκταση, της σχετικής ενδοχώρας.
Από την Ινέπολη μέχρι την παράλια πόλη Οινόη, η ποντιακόφωνη ζώνη ήταν ασυνεχής, γιατί παρεμβάλλονταν εκτάσεις τουρκόφωνες, αλλά και στη συμπαγή ποντιακή περιοχή συγκατοικούσαν και τουρκόφωνοι πληθυσμοί.
Τα ποντιακά τα μιλούσαν και σε μερικά χωριά της μικρασιατικής (καππαδοκικής κυρίως) ενδοχώρας, όπου είχαν εγκατασταθεί Πόντιοι.
Επίσης τα μιλούσαν σε παραμεθόριες με την Τουρκία καυκασιανές περιοχές (Καρς, Βατούμ κ.ά.).
Τα ποντιακά εξακολουθούν να τα μιλούν οι Πόντιοι πρόσφυγες στις νέες τους εστίες μέχρι σήμερα, οπότε, κάτω από την επίδραση της κοινής νεοελληνικής έχει μειωθεί αισθητά η χρήση τους ή έχουν αλλοιωθεί ή παραφθαρεί (ανάμιξη με άλλα ντόπια ή μικρασιατικά ιδιώματα).
Είναι όμως αξιοθαύμαστη η επιμονή των Ποντίων να χρησιμοποιούν μέχρι σήμερα - 90 χρόνια μετά την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα - την διάλεκτο τους σε τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές με μορφή παραδοσιακών ή νεοποντιακών τραγουδιών και ραδιοφωνικών διαφημίσεων, σε θεατρικά έργα, σε πανηγύρια, σε ποντιακά γλέντια, σε ποντιακές εφημερίδες και περιοδικά κ.α.
Η προφορική χρήση, μάλιστα, της ποντιακής ενισχύθηκε σημαντικά με την παλιννόστηση των Ελληνοποντίων στην Ελλάδα κατά τα τελευταία χρόνια. Στην Τουρκία υπάρχουν μέχρι σήμερα Πόντιοι μουσουλμάνοι, στον Όφη και στην Τόνγια, που μιλούν ακόμη τα ποντιακά ανεπηρέαστοι από την κοινή νεοελληνική, αλλά με αναπόφευκτη επίδραση της τουρκικής.
2. Χαρακτήρας της ποντιακής διαλέκτου.
Η τρισχιλιετής περίπου ελληνικότητα της περιοχής του Πόντου, ο έντονος βυζαντινός ακριτικός βίος των μεσαιωνικών κατοίκων του, το πάντα υψηλό ελληνικό πατριωτικό φρόνημα, η συντηρητικότητα των ελληνικών ηθών και εθίμων της ελληνικής αυτής γωνιάς, αλλά και η έντονη τουρκική γλωσσική επίδραση τις τελευταίες εκατονταετίες, έδωσαν την ιδιομορφία σε ό,τι το ποντιακό και ιδιαίτερα στη διάλεκτο της περιοχής, που ξεχωρίζει αρκετά από την κοινή νεοελληνική και από τα άλλα τοπικά νεοελληνικά ιδιώματα στην ακουστική εντύπωση και στην κατανόηση από τους μη Ποντίους.
3. Υποδιαίρεση της ποντιακής.
Ο γεωγραφικός χώρος όπου μιλούσαν τα ποντιακά στη Μ. Ασία ήταν αρκετά μεγάλος, ώστε ν' αναπτυχθούν μέσα σ' αυτόν διαλεκτικές διαφορές κατά τόπους. Έτσι βασικά μπορούμε να ξεχωρίσουμε τις εξής διαλεκτικές ομάδες: Το ιδίωμα της Αμισού, της Ινέπολης, του Σεμέν, της Σάντας, της Σινώπης, της Οινόης, των Σουρμένων, της Αργυρούπολης (το πιο διαδεδομένο), της Τραπεζούντας, της Τρίπολης, της Κερασούντος κ.ά.
Συμπερασματικά η ποντιακή διάλεκτος είναι διάλεκτος αρχαιοελληνική, που για λόγους γεωγραφικούς και ιστορικούς απομονώθηκε από τον ελληνικό κόσμο και κατάντησε ξεχωριστή και ανεξάρτητη διάλεκτος, αφού διατήρησε πολλούς τύπους της αρχαίας ιωνικής διαλέκτου και δημιούργησε εξαιρετικά ιδιόρρυθμους δικούς της, ώστε σήμερα να είναι ιδιαίτερη νεοελληνική διάλεκτος και να διαφέρει από την κοινή νεοελληνική γλώσσα.
4. Γνωρίσματα χαρακτηριστικά της ποντιακής διαλέκτου στη φωνητική είναι: Η συχνή διατήρηση της αρχαίας προφοράς του (η) σαν ε: νύφε (=νύφη), Γιάννες ( = Γιάννης), κλέφτες (= κλέφτης), πεγάδ (=πηγάδι), εμέτερον (=ημέτερος), καθώς επίσης και η διατήρηση του τελικού (ν): έσυρεν το σπαθίτσιν, έρθεν πουλίν κι' εκόνεψεν σ' Αγιάς Σοφιάς την πόρταν.
Το (χέ), (χί) προφέρεται παχιά (σέ), (σί): έσει (=έχει), είσεν (είχεν). Το σύμπλεγμα σφ γίνεται σπ: ενέσπαλα (=έσφαλα), σπογγίζω (=σφογγίζω), σπίγγω (αντί σφίγγω). Το σύμπλεγμα στ στους τύπους στον, στη, στα κτλ. χάνει το τ: πάει ση μάναν ατ- κρέμασαν ατο σου δεντρού σα κλαδία.
Στη μορφολογία μερικά από τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα είναι: Τα θηλυκά ζώων και άψυχων παίρνουν στον πληθυντικό το ουδέτερο άρθρο τα αντί οι, τις: τα κοσσάρας, τα πολιτείας.
Τα έναρθρα υποκείμενα, σε -ov: ο λύκον, ο χάρον. Διατηρεί τους αντωνυμιακούς τύπους α(β)ούτος, ντο (=αυτός, τι;): ντο εν αούτο, ντο (ε)φτας (=τι είναι αυτό, τι κάνεις;). Τα παθητικά ρήματα σε -ώνω σχηματίζονται σε -ούμαι: ανακατούμαι, απλούμαι (=ανακατώνομαι, απλώνομαι).
Ο παθητικός αόριστος τελειώνει σε -θα-θες-θεν-θαμεν-θατε-σαν:εγεν-νέθα-ες-εν κτλ. Η διάσωση των προστακτικών του ενεργητικού αόριστου σε -σον: ποίσον (ποίησον), άψον (=άναψε), γράψον (=γράψε).
Επίσης χρησιμοποιεί πολλές αρχαϊκές λέξεις, όπως: βοτρύδ' (από το αρχαίο βότρυς), ωτίν (=αφτί), υλάζω (=γαβγίζω), άναυα (=άνευ), ψαλαφώ (=ψάχνω), (ο)ξύγαλαν (=γιαούρτι), στουράκ(ιν) από το σταυράκιον (θουκυδ.), σεύτελον από το ιων. σεύτλον=τεύτλον. Ως αρνητικό μόριο χρησιμοποιεί το αρχαίο ουχί με τη μορφή του'κι (από το ιωνικό ουκί='κι), τιδέν (=ουδέν) κ.ά.
Η ποντιακή διάλεκτος ήταν η μορφή της ελληνικής που μιλούσαν οι ελληνόφωνοι κάτοικοι του ανατολικού τμήματος της μικρασιατικής παραλίας του Εύξεινου Πόντου και σε αρκετή έκταση, της σχετικής ενδοχώρας.
Από την Ινέπολη μέχρι την παράλια πόλη Οινόη, η ποντιακόφωνη ζώνη ήταν ασυνεχής, γιατί παρεμβάλλονταν εκτάσεις τουρκόφωνες, αλλά και στη συμπαγή ποντιακή περιοχή συγκατοικούσαν και τουρκόφωνοι πληθυσμοί.
Τα ποντιακά τα μιλούσαν και σε μερικά χωριά της μικρασιατικής (καππαδοκικής κυρίως) ενδοχώρας, όπου είχαν εγκατασταθεί Πόντιοι.
Επίσης τα μιλούσαν σε παραμεθόριες με την Τουρκία καυκασιανές περιοχές (Καρς, Βατούμ κ.ά.).
Τα ποντιακά εξακολουθούν να τα μιλούν οι Πόντιοι πρόσφυγες στις νέες τους εστίες μέχρι σήμερα, οπότε, κάτω από την επίδραση της κοινής νεοελληνικής έχει μειωθεί αισθητά η χρήση τους ή έχουν αλλοιωθεί ή παραφθαρεί (ανάμιξη με άλλα ντόπια ή μικρασιατικά ιδιώματα).
Είναι όμως αξιοθαύμαστη η επιμονή των Ποντίων να χρησιμοποιούν μέχρι σήμερα - 90 χρόνια μετά την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα - την διάλεκτο τους σε τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές με μορφή παραδοσιακών ή νεοποντιακών τραγουδιών και ραδιοφωνικών διαφημίσεων, σε θεατρικά έργα, σε πανηγύρια, σε ποντιακά γλέντια, σε ποντιακές εφημερίδες και περιοδικά κ.α.
Η προφορική χρήση, μάλιστα, της ποντιακής ενισχύθηκε σημαντικά με την παλιννόστηση των Ελληνοποντίων στην Ελλάδα κατά τα τελευταία χρόνια. Στην Τουρκία υπάρχουν μέχρι σήμερα Πόντιοι μουσουλμάνοι, στον Όφη και στην Τόνγια, που μιλούν ακόμη τα ποντιακά ανεπηρέαστοι από την κοινή νεοελληνική, αλλά με αναπόφευκτη επίδραση της τουρκικής.
2. Χαρακτήρας της ποντιακής διαλέκτου.
Η τρισχιλιετής περίπου ελληνικότητα της περιοχής του Πόντου, ο έντονος βυζαντινός ακριτικός βίος των μεσαιωνικών κατοίκων του, το πάντα υψηλό ελληνικό πατριωτικό φρόνημα, η συντηρητικότητα των ελληνικών ηθών και εθίμων της ελληνικής αυτής γωνιάς, αλλά και η έντονη τουρκική γλωσσική επίδραση τις τελευταίες εκατονταετίες, έδωσαν την ιδιομορφία σε ό,τι το ποντιακό και ιδιαίτερα στη διάλεκτο της περιοχής, που ξεχωρίζει αρκετά από την κοινή νεοελληνική και από τα άλλα τοπικά νεοελληνικά ιδιώματα στην ακουστική εντύπωση και στην κατανόηση από τους μη Ποντίους.
3. Υποδιαίρεση της ποντιακής.
Ο γεωγραφικός χώρος όπου μιλούσαν τα ποντιακά στη Μ. Ασία ήταν αρκετά μεγάλος, ώστε ν' αναπτυχθούν μέσα σ' αυτόν διαλεκτικές διαφορές κατά τόπους. Έτσι βασικά μπορούμε να ξεχωρίσουμε τις εξής διαλεκτικές ομάδες: Το ιδίωμα της Αμισού, της Ινέπολης, του Σεμέν, της Σάντας, της Σινώπης, της Οινόης, των Σουρμένων, της Αργυρούπολης (το πιο διαδεδομένο), της Τραπεζούντας, της Τρίπολης, της Κερασούντος κ.ά.
Συμπερασματικά η ποντιακή διάλεκτος είναι διάλεκτος αρχαιοελληνική, που για λόγους γεωγραφικούς και ιστορικούς απομονώθηκε από τον ελληνικό κόσμο και κατάντησε ξεχωριστή και ανεξάρτητη διάλεκτος, αφού διατήρησε πολλούς τύπους της αρχαίας ιωνικής διαλέκτου και δημιούργησε εξαιρετικά ιδιόρρυθμους δικούς της, ώστε σήμερα να είναι ιδιαίτερη νεοελληνική διάλεκτος και να διαφέρει από την κοινή νεοελληνική γλώσσα.
4. Γνωρίσματα χαρακτηριστικά της ποντιακής διαλέκτου στη φωνητική είναι: Η συχνή διατήρηση της αρχαίας προφοράς του (η) σαν ε: νύφε (=νύφη), Γιάννες ( = Γιάννης), κλέφτες (= κλέφτης), πεγάδ (=πηγάδι), εμέτερον (=ημέτερος), καθώς επίσης και η διατήρηση του τελικού (ν): έσυρεν το σπαθίτσιν, έρθεν πουλίν κι' εκόνεψεν σ' Αγιάς Σοφιάς την πόρταν.
Το (χέ), (χί) προφέρεται παχιά (σέ), (σί): έσει (=έχει), είσεν (είχεν). Το σύμπλεγμα σφ γίνεται σπ: ενέσπαλα (=έσφαλα), σπογγίζω (=σφογγίζω), σπίγγω (αντί σφίγγω). Το σύμπλεγμα στ στους τύπους στον, στη, στα κτλ. χάνει το τ: πάει ση μάναν ατ- κρέμασαν ατο σου δεντρού σα κλαδία.
Στη μορφολογία μερικά από τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα είναι: Τα θηλυκά ζώων και άψυχων παίρνουν στον πληθυντικό το ουδέτερο άρθρο τα αντί οι, τις: τα κοσσάρας, τα πολιτείας.
Τα έναρθρα υποκείμενα, σε -ov: ο λύκον, ο χάρον. Διατηρεί τους αντωνυμιακούς τύπους α(β)ούτος, ντο (=αυτός, τι;): ντο εν αούτο, ντο (ε)φτας (=τι είναι αυτό, τι κάνεις;). Τα παθητικά ρήματα σε -ώνω σχηματίζονται σε -ούμαι: ανακατούμαι, απλούμαι (=ανακατώνομαι, απλώνομαι).
Ο παθητικός αόριστος τελειώνει σε -θα-θες-θεν-θαμεν-θατε-σαν:εγεν-νέθα-ες-εν κτλ. Η διάσωση των προστακτικών του ενεργητικού αόριστου σε -σον: ποίσον (ποίησον), άψον (=άναψε), γράψον (=γράψε).
Επίσης χρησιμοποιεί πολλές αρχαϊκές λέξεις, όπως: βοτρύδ' (από το αρχαίο βότρυς), ωτίν (=αφτί), υλάζω (=γαβγίζω), άναυα (=άνευ), ψαλαφώ (=ψάχνω), (ο)ξύγαλαν (=γιαούρτι), στουράκ(ιν) από το σταυράκιον (θουκυδ.), σεύτελον από το ιων. σεύτλον=τεύτλον. Ως αρνητικό μόριο χρησιμοποιεί το αρχαίο ουχί με τη μορφή του'κι (από το ιωνικό ουκί='κι), τιδέν (=ουδέν) κ.ά.
Τέλος, στην ποντιακή διάλεκτο παγιοποιήθηκαν τρόποι έκφρασης οι οποίοι στη νεοελληνική εξελίχθηκαν παραπέρα, όπως : η καρδία, η λαλία, τα παιδία, τα ψωμία, τα χαψία.
Αριστ. Κεσόπουλος


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου