Αντί όμως να ανησυχήσει και να ντροπιαστεί η κυβέρνηση, οι κατηγορίες απλώς της έδωσαν την ευκαιρία να επιτεθεί στους μετριοπαθείς βουλευτές και να τους διαγράψει από το κόμμα. Ο Ισμέτ πασά, ο πρωταγωνιστής όχι μόνο του Ελληνοτουρκικού Πολέμου αλλά και της συνδιάσκεψης της Λωζάννης, αντιμετώπισε την στάση τους περισσότερο σαν προδοσία παρά σαν εποικοδομητική πρόταση αλλαγής.
Ζήτησε ψήφο εμπιστοσύνης και την πήρε με πλειοψηφία. Οι τριάντα δύο βουλευτές που υποστήριζαν τον Χουσεΐν Ραούφ έφυγαν από το Λαϊκό Κόμμα και ίδρυσαν νέο, το επονομαζόμενο Προοδευτικό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Οι θέσεις τους, ενώ συμφωνούσαν με την γραμμή λαϊκισμού που επικρατούσε, ήταν υπέρ μιας πολιτικής που πολλοί θα θεωρούσαν αυτονόητη. Αποκέντρωση αντί για συγκέντρωση της εξουσίας στην Άγκυρα, συγκρατημένο δανεισμό από το εξωτερικό, ξεκάθαρος διαχωρισμός τομέων.
Υπήρξαν ομάδες δυσαρεστημένων που ανέβηκαν στο τραίνο της αντιπολίτευσης, μεταξύ τους θρησκευόμενοι συντηρητικοί από την ανατολή και άνθρωποι από την δύση, συμπεριλαμβανομένων των προσφύγων από την Ελλάδα, που είχαν ζήσει στο πετσί τους την κυβερνητική διαφθορά.
Όπως όμως κάθε ιστορικός της σοβιετικής Ρωσίας θα καταλάβαινε εύκολα, η εμφάνιση μιας ελκυστικής αντιπολίτευσης θεωρήθηκε από την κυβέρνηση αφορμή για να την ξεφορτωθεί με το ακατανίκητο επιχείρημα ότι, αν ο πολυκομματισμός αποτελούσε τροχοπέδη για την επικράτηση της επανάστασης, τότε η Τουρκία δεν μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό της αυτή την πολυτέλεια.
Την διετία που ακολούθησε εμφανίστηκαν νέες ευκαιρίες για να καταπιεστεί η αντιπολίτευση, αυτή τη φορά πιο αποφασιστικά. Το Φεβρουάριο του 1925 επαναστάτησαν οι κουρδικές φυλές στην ανατολή. Αυτό βέβαια ήταν άσχετο με την κυβερνητική διαφθορά στην δυτική Τουρκία αλλά δημιούργησε ένα κλίμα όπου η πάταξη κάθε αντίθετης γνώμης φαινόταν επιτακτική. Η Εθνοσυνέλευση πέρασε έναν «Νόμο για τη Διατήρηση της Τάξης» πράγμα που διευκόλυνε την κυβέρνηση να λογοκρίνει τα έντυπα και να κυνηγήσει τις ομάδες αντιφρονούντων. Όλες οι ανεξάρτητες εφημερίδες της Ισταμπούλ -συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που είχαν καταφερθεί εναντίον της διαπλοκής- αναγκάστηκαν να κλείσουν και όλα τα μεγάλα ονόματα της δημοσιογραφίας της πόλης συνελήφθησαν. Τον Ιούνιο του 1925 διαλύθηκε και το νέο κόμμα της αντιπολίτευσης. Ένα χρόνο αργότερα, όταν ο Μουσταφά Κεμάλ επρόκειτο να επισκεφθεί τη Σμύρνη, η αστυνομία ανακοίνωσε ότι είχε μόλις αποτρέψει μία απόπειρα δολοφονίας του.
Στο κύμα συλλήψεων που ακολούθησε φυλακίστηκαν σχεδόν όλοι οι βουλευτές που είχαν συμμετάσχει στο νέο αντιπολιτευτικό σχήμα και σε δεκαέξι από αυτούς επεβλήθη η θανατική ποινή. Ο Χουσεΐν Ραούφ, που εκείνο τον καιρό βρισκόταν στο εξωτερικό, καταδικάστηκε ερήμην σε δέκα χρόνια φυλάκισης. Παρόλο που αργότερα αποκαταστάθηκε και υπηρέτησε ως πρεσβευτής στο Λονδίνο, το κίνημά του -και η προσπάθεια να ζητήσει το λόγο από την κυβέρνηση για την ανοχή της απέναντι στη διαφθορά- είχε ανελέητα συντριβεί.
Αυτές ήταν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες οι σημερινοί κάτοικοι της Τουρκίας που γεννήθηκαν στην Ελλάδα απόκτησαν την εθνική τους συνείδηση. Αν καμιά φορά φαίνονται υπερβολικά ευσεβείς απέναντι στην εξουσία και παθιασμένοι υπερασπιστές του ιδρυτή της δημοκρατίας ο οποίος τους «απομάκρυνε» από την Ελλάδα, καλό είναι να παίρνει κανείς υπόψη την ατμόσφαιρα μέσα στην οποία μεγάλωσαν.
Παρόλο που χρησιμοποιούνταν ως εργαλεία για τα πολιτικά παιγνίδια της Τουρκίας, οι περισσότεροι από τους 400.000 πρόσφυγες από την Ελλάδα σταδιακά ενσωματώθηκαν από την τουρκική κοινωνία.
Αλλωστε η καθημερινή βιοπάλη δεν τους επέτρεπε να ασχολούνται με τη διαμόρφωση της νέας τους πατρίδας. Αν η ανταλλαγή των πληθυσμών σημάδεψε ανεξίτηλα τα πρώτα βήματα της νέας τουρκικής δημοκρατίας, αυτό οφείλεται περισσότερο στην αποχώρηση του χριστιανικού της πληθυσμού, παρά στην άφιξη 400.000 μουσουλμάνων στα εδάφη της.
Η έξοδος των χριστιανών, οριστικοποιημένη και σχεδόν ολοκληρωμένη από την Συνθήκη της Λωζάννης, μεταμόρφωσε όχι μόνο τη δημογραφία αλλά και την οικονομία της Τουρκίας. Μεταξύ του 1913 και του 1923 το ποσοστό των μη μουσουλμάνων στην Ανατολία έπεσε από το 20% στο 2%. Αυτό επιβεβαιώνει το θάνατο ή την απέλαση του συνόλου σχεδόν των δύο κυριότερων χριστιανικών κοινοτήτων, των Ελλήνων και των Αρμενίων.
Οι εναπομείναντες χριστιανοί ήταν οι 120.000 Έλληνες που είχαν άδεια να παραμείνουν στην Ισταμπούλ και περίπου 65.000 Αρμένιοι. Συνολικά 200.000 άνθρωποι αντί για τα 3 εκατομμύρια που ζούσαν στην Τουρκία πριν από τον δεκαετή πόλεμο. Η χώρα στερήθηκε επίσης τους επιχειρηματίες, τους εμπόρους, τους μεσάζοντες, ακόμα και τους ειδικευμένους εργάτες. Σε όλα αυτά τα επαγγέλματα Έλληνες και Αρμένιοι είχαν την πρωτοκαθεδρία.
Τον καιρό που στα τούρκικα λιμάνια αποβιβάζονταν οι καραβιές των μουσουλμάνων από την Ελλάδα, η οικονομία βρισκόταν σε κρίσιμη καμπή και κανείς δεν ήξερε πως θα συμπληρώνονταν τα κενά που δημιουργούσε η έξοδος των χριστιανών. Μία μειοψηφία μεταναστών από την Ελλάδα -που ήταν επαγγελματίες και έμποροι σε πόλεις όπως τα Γιάννενα ή η Θεσσαλονίκη- ίσως μπορούσαν να ενισχύσουν την μουσουλμανική αστική τάξη που ήταν ακόμα σε εμβρυακή κατάσταση. Αυτό συνέβη ως ένα σημείο.
Μέχρι σήμερα υπάρχουν δυναστίες μουσουλμάνων μεσοαστών στην Ισταμπούλ οι οποίοι υπερηφανεύονται για τις ελληνικές τους ρίζες. Ορισμένες από αυτές τις οικογένειες ήλθαν από τον εύπορο κόσμο της οθωμανικής Μυτιλήνης, άλλοι ήταν μέλη ισχυρών ομάδων της οθωμανικής Θεσσαλονίκης γνωστοί ως Ντονμέδες.
Είναι απόγονοι Εβραίων οπαδών του Σαμπατάι Ζέβι, ενός θρησκευτικού ηγέτη του 17ου αιώνα ο οποίος αυτοανακηρύχθηκε μεσσίας αλλά τελικά ασπάστηκε κάποια μορφή του Ισλάμ. Η λέξη «ντονμέ» έχει υποτιμητική έννοια στα τούρκικα -σε διαφορετικό πλαίσιο μπορεί να σημαίνει αποστάτης ή και τραβεστί- και ορισμένοι σουνίτες μουσουλμάνοι αντιμετώπιζαν τους ντονμέδες με καχυποψία γιατί θεωρούσαν τις θρησκευτικές τους λειτουργίες κάτι μεταξύ Ιουδαϊσμού και Ισλάμ.
Αλλά για τους κανόνες της ελληνοτουρκικής ανταλλαγής πληθυσμών οι ντονμέδες ήταν μουσουλμάνοι και έτσι απελάθηκαν από την Ελλάδα, με αποτέλεσμα να αποφύγουν τη μοίρα των Εβραίων αδελφών τους, οι οποίοι παρέμειναν στην Θεσσαλονίκη και εξολοθρεύτηκαν από τους Ναζί.
Στη νέα τους ζωή στην Ισταμπούλ οι ντονμέδες της βόρειας Ελλάδας εξακολούθησαν να διαπρέπουν στις επιχειρήσεις και το εμπόριο.
Bruce Clark
Ζήτησε ψήφο εμπιστοσύνης και την πήρε με πλειοψηφία. Οι τριάντα δύο βουλευτές που υποστήριζαν τον Χουσεΐν Ραούφ έφυγαν από το Λαϊκό Κόμμα και ίδρυσαν νέο, το επονομαζόμενο Προοδευτικό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Οι θέσεις τους, ενώ συμφωνούσαν με την γραμμή λαϊκισμού που επικρατούσε, ήταν υπέρ μιας πολιτικής που πολλοί θα θεωρούσαν αυτονόητη. Αποκέντρωση αντί για συγκέντρωση της εξουσίας στην Άγκυρα, συγκρατημένο δανεισμό από το εξωτερικό, ξεκάθαρος διαχωρισμός τομέων.
Υπήρξαν ομάδες δυσαρεστημένων που ανέβηκαν στο τραίνο της αντιπολίτευσης, μεταξύ τους θρησκευόμενοι συντηρητικοί από την ανατολή και άνθρωποι από την δύση, συμπεριλαμβανομένων των προσφύγων από την Ελλάδα, που είχαν ζήσει στο πετσί τους την κυβερνητική διαφθορά.
Όπως όμως κάθε ιστορικός της σοβιετικής Ρωσίας θα καταλάβαινε εύκολα, η εμφάνιση μιας ελκυστικής αντιπολίτευσης θεωρήθηκε από την κυβέρνηση αφορμή για να την ξεφορτωθεί με το ακατανίκητο επιχείρημα ότι, αν ο πολυκομματισμός αποτελούσε τροχοπέδη για την επικράτηση της επανάστασης, τότε η Τουρκία δεν μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό της αυτή την πολυτέλεια.
Την διετία που ακολούθησε εμφανίστηκαν νέες ευκαιρίες για να καταπιεστεί η αντιπολίτευση, αυτή τη φορά πιο αποφασιστικά. Το Φεβρουάριο του 1925 επαναστάτησαν οι κουρδικές φυλές στην ανατολή. Αυτό βέβαια ήταν άσχετο με την κυβερνητική διαφθορά στην δυτική Τουρκία αλλά δημιούργησε ένα κλίμα όπου η πάταξη κάθε αντίθετης γνώμης φαινόταν επιτακτική. Η Εθνοσυνέλευση πέρασε έναν «Νόμο για τη Διατήρηση της Τάξης» πράγμα που διευκόλυνε την κυβέρνηση να λογοκρίνει τα έντυπα και να κυνηγήσει τις ομάδες αντιφρονούντων. Όλες οι ανεξάρτητες εφημερίδες της Ισταμπούλ -συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που είχαν καταφερθεί εναντίον της διαπλοκής- αναγκάστηκαν να κλείσουν και όλα τα μεγάλα ονόματα της δημοσιογραφίας της πόλης συνελήφθησαν. Τον Ιούνιο του 1925 διαλύθηκε και το νέο κόμμα της αντιπολίτευσης. Ένα χρόνο αργότερα, όταν ο Μουσταφά Κεμάλ επρόκειτο να επισκεφθεί τη Σμύρνη, η αστυνομία ανακοίνωσε ότι είχε μόλις αποτρέψει μία απόπειρα δολοφονίας του.
Στο κύμα συλλήψεων που ακολούθησε φυλακίστηκαν σχεδόν όλοι οι βουλευτές που είχαν συμμετάσχει στο νέο αντιπολιτευτικό σχήμα και σε δεκαέξι από αυτούς επεβλήθη η θανατική ποινή. Ο Χουσεΐν Ραούφ, που εκείνο τον καιρό βρισκόταν στο εξωτερικό, καταδικάστηκε ερήμην σε δέκα χρόνια φυλάκισης. Παρόλο που αργότερα αποκαταστάθηκε και υπηρέτησε ως πρεσβευτής στο Λονδίνο, το κίνημά του -και η προσπάθεια να ζητήσει το λόγο από την κυβέρνηση για την ανοχή της απέναντι στη διαφθορά- είχε ανελέητα συντριβεί.
Αυτές ήταν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες οι σημερινοί κάτοικοι της Τουρκίας που γεννήθηκαν στην Ελλάδα απόκτησαν την εθνική τους συνείδηση. Αν καμιά φορά φαίνονται υπερβολικά ευσεβείς απέναντι στην εξουσία και παθιασμένοι υπερασπιστές του ιδρυτή της δημοκρατίας ο οποίος τους «απομάκρυνε» από την Ελλάδα, καλό είναι να παίρνει κανείς υπόψη την ατμόσφαιρα μέσα στην οποία μεγάλωσαν.
Παρόλο που χρησιμοποιούνταν ως εργαλεία για τα πολιτικά παιγνίδια της Τουρκίας, οι περισσότεροι από τους 400.000 πρόσφυγες από την Ελλάδα σταδιακά ενσωματώθηκαν από την τουρκική κοινωνία.
Αλλωστε η καθημερινή βιοπάλη δεν τους επέτρεπε να ασχολούνται με τη διαμόρφωση της νέας τους πατρίδας. Αν η ανταλλαγή των πληθυσμών σημάδεψε ανεξίτηλα τα πρώτα βήματα της νέας τουρκικής δημοκρατίας, αυτό οφείλεται περισσότερο στην αποχώρηση του χριστιανικού της πληθυσμού, παρά στην άφιξη 400.000 μουσουλμάνων στα εδάφη της.
Η έξοδος των χριστιανών, οριστικοποιημένη και σχεδόν ολοκληρωμένη από την Συνθήκη της Λωζάννης, μεταμόρφωσε όχι μόνο τη δημογραφία αλλά και την οικονομία της Τουρκίας. Μεταξύ του 1913 και του 1923 το ποσοστό των μη μουσουλμάνων στην Ανατολία έπεσε από το 20% στο 2%. Αυτό επιβεβαιώνει το θάνατο ή την απέλαση του συνόλου σχεδόν των δύο κυριότερων χριστιανικών κοινοτήτων, των Ελλήνων και των Αρμενίων.
Οι εναπομείναντες χριστιανοί ήταν οι 120.000 Έλληνες που είχαν άδεια να παραμείνουν στην Ισταμπούλ και περίπου 65.000 Αρμένιοι. Συνολικά 200.000 άνθρωποι αντί για τα 3 εκατομμύρια που ζούσαν στην Τουρκία πριν από τον δεκαετή πόλεμο. Η χώρα στερήθηκε επίσης τους επιχειρηματίες, τους εμπόρους, τους μεσάζοντες, ακόμα και τους ειδικευμένους εργάτες. Σε όλα αυτά τα επαγγέλματα Έλληνες και Αρμένιοι είχαν την πρωτοκαθεδρία.
Τον καιρό που στα τούρκικα λιμάνια αποβιβάζονταν οι καραβιές των μουσουλμάνων από την Ελλάδα, η οικονομία βρισκόταν σε κρίσιμη καμπή και κανείς δεν ήξερε πως θα συμπληρώνονταν τα κενά που δημιουργούσε η έξοδος των χριστιανών. Μία μειοψηφία μεταναστών από την Ελλάδα -που ήταν επαγγελματίες και έμποροι σε πόλεις όπως τα Γιάννενα ή η Θεσσαλονίκη- ίσως μπορούσαν να ενισχύσουν την μουσουλμανική αστική τάξη που ήταν ακόμα σε εμβρυακή κατάσταση. Αυτό συνέβη ως ένα σημείο.
Μέχρι σήμερα υπάρχουν δυναστίες μουσουλμάνων μεσοαστών στην Ισταμπούλ οι οποίοι υπερηφανεύονται για τις ελληνικές τους ρίζες. Ορισμένες από αυτές τις οικογένειες ήλθαν από τον εύπορο κόσμο της οθωμανικής Μυτιλήνης, άλλοι ήταν μέλη ισχυρών ομάδων της οθωμανικής Θεσσαλονίκης γνωστοί ως Ντονμέδες.
Είναι απόγονοι Εβραίων οπαδών του Σαμπατάι Ζέβι, ενός θρησκευτικού ηγέτη του 17ου αιώνα ο οποίος αυτοανακηρύχθηκε μεσσίας αλλά τελικά ασπάστηκε κάποια μορφή του Ισλάμ. Η λέξη «ντονμέ» έχει υποτιμητική έννοια στα τούρκικα -σε διαφορετικό πλαίσιο μπορεί να σημαίνει αποστάτης ή και τραβεστί- και ορισμένοι σουνίτες μουσουλμάνοι αντιμετώπιζαν τους ντονμέδες με καχυποψία γιατί θεωρούσαν τις θρησκευτικές τους λειτουργίες κάτι μεταξύ Ιουδαϊσμού και Ισλάμ.
Αλλά για τους κανόνες της ελληνοτουρκικής ανταλλαγής πληθυσμών οι ντονμέδες ήταν μουσουλμάνοι και έτσι απελάθηκαν από την Ελλάδα, με αποτέλεσμα να αποφύγουν τη μοίρα των Εβραίων αδελφών τους, οι οποίοι παρέμειναν στην Θεσσαλονίκη και εξολοθρεύτηκαν από τους Ναζί.
Στη νέα τους ζωή στην Ισταμπούλ οι ντονμέδες της βόρειας Ελλάδας εξακολούθησαν να διαπρέπουν στις επιχειρήσεις και το εμπόριο.
Bruce Clark
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου