Πέρασε η νύχτα, αλλά η μέρα δεν ξημέρωσε καλά. Ο ουρανός φαινόταν κατσουφιασμένος κι απ' τ' ανοιχτά ερχόταν
ένα βουητό. Ο καπετάνιος διέταξε αμέσως να σηκώσουν άγκυρα, προβλέποντας κακοκαιρία και κατεβασιά απ' τον βοριά. Πραγματικά σε λίγο άλλαξαν
όλα γύρω μας, αγρίεψαν, πήρε δυνατός αέρας, έβαζε ο καιρός και κύματα πελώρια ορθονώντουσαν, μας σάλευαν, μας τράνταζαν
κι άρχισε η μεγάλη
ανησυχία, οι ζαλάδες κι η
αγωνία των γυναικών και των μικρών παιδιών.
Πανιά δεν μπορούσαν πια να χρησιμοποιηθούν, η θάλασσα αγρίευε και θέριευε όλο και
πιο πολύ, ενώ το καΐκι μας γινόταν ένα καρυδότσουφλο, μέσα σε κείνο τον χαλασμό, πότε κατρακυλούσε, έλεγες, σε βάθη και πότε τιναζότανε ψηλά, πότε έγερνε ολόκληρο από την
μια μεριά ή απ' την άλλη και σερνόταν αβοήθητο
προς
την στεριά απ' τον μανιασμένο τον βοριά.
Οι επιβάτες τρομαγμένοι είχαν κολλήσει στα κοιλώματα του καϊκιού, μη μπορώντας ούτε το
κεφάλι να σηκώσουν για να δουν το κακό που γινότανε απ' έξω, κλαίγαν τα
μωρά και φωνάζαν οι γυναίκες.
Δεν ήταν μια συνηθισμένη φουρτούνα εκείνη, αλλά πολύ άγρια και
βρισκόμαστε σε κίνδυνο.
Ο καπετάνιος, βλέποντας ότι έτσι παραφορτωμένο που ήταν το
καΐκι και χαμηλωμένο απ' το βάρος, σε λίγο θα το καβαλούσανε τα κύματα, διέταξε να
ρίξουν στη θάλασσα μερικά απ' τα φορτία που είχε, για να το ξαλαφρώσει. Αυτό κι έγινε, αλλά
με την ταραχή και την βιασύνη ρίξαν στη θάλασσα και τα κουπιά και τα φαλάγγια του καϊκιού.
![]() |
| Δειλινό στην Τραπεζούντα |
Άλλη κακοτυχία αυτή και ο καιρός όχι μονάχα δεν έλεγε να καλμάρει ώρες και ώρες, παρά μας πρόσθετε ακόμα κι άλλα από πάνω, βροχή με το τουλούμι και χαλάζι, που μαστίγωνε τα τρία καΐκια μας. Νόμιζες ότι όλα τα στοιχεία της φύσης βάλθηκαν να βοηθούν εκείνα τα πελώρια κύματα, που άνοιγαν τα φρικαλέα στόματά τους ζητώντας να μας καταπιούν.
Όλη
τη μέρα κράτησε αυτός ο θανάσιμος αγώνας με τη φουρτούνα και κατά το βραδάκι τα
τρία καΐκια μας κατάφεραν να βρεθούν σε μικρή απόσταση το ένα απ' τ' άλλο, ώστε να μπόρεση
να γίνει κάποια συνεννόηση ανάμεσα στους καπετανέους για το τι θα κάναμε τη νύχτα, που ερχόταν
πιο σκοτεινή και πιο άγρια ακόμα.
Με κόπους και αγωνία
μέσα στην κοσμοχαλασιά εκείνη φωνάζανε οι τρεις τους, ρωτώντας ο ένας τον άλλον και ζητώντας τη
γνώμη του, για παραπέρα. Ύστερα από κάμποση ώρα αμηχανίας κι απορίας πήραν την απόφασή τους. Ο καπταν Ανέστης κι ο καπταν Γιάννης θα προχωρούσαν προς την στεριά για να γλυτώσουν απ' το σίγουρο ναυάγιο.
Ο τρίτος καπετάνος κι
εξάδελφός τους Θοδωράκης, δεν τόβρισκε σωστό και ζήτησε και τη δική μου γνώμη.
Κι εγώ, βέβαια, βρισκόμουν σε
τραγική αμηχανία αλλά ήξερα ότι ο κίνδυνος
της στεριάς δεν ήταν
καθόλου μικρότερος απ' της θάλασσας στα μέρη εκείνα του Λαζιστάν, όπου μέναν οι πιο άγριοι και πεινασμένοι
Τούρκοι, οι Λαζοί. Αν θα καταφέρναμε, δηλαδή,
να φτάσουμε στη στεριά, σίγουρα
θα μας λήστευαν και θα μας σκότωναν
εκείνοι. Γι' αυτό συμφώνησα να συνεχίσουμε το ταξίδι μας, κρεμώντας όλες μας τις ελπίδες στο Θεό. Έτσι χωρίσαμε τα τρία
καΐκια, τα δυο τραβώντας προς τα παράλια του Λαζιστάν και το τρίτο —το δικό μας— προς τ'
ανοιχτά του μαύρου και φουρτουνιασμένου πέλαγου. Προχωρώντας και παλεύοντας ασταμάτητα φτάσαμε κατά
τα
μεσάνυχτα
κατάντικρυ σ' ένα
μέρος που
έδειχνε σαν
λιμανάκι κι είπε ο καπτάν Θοδωράκης ν' αράξουμε
για λίγο εκεί, μήπως τυχόν και κατά τα ξημερώματα γυρίση ο καιρός και μας φυσήξουν
αέρηδες στεριανοί. Άλλωστε είμαστε τόσο
τσακισμένοι, ώστε τ' αποφασίσαμε να ζυγώσουμε κατά
κείθε κι
ό,τι ήταν
να
γίνει ας γινόταν. Ζυγώσαμε, λοιπόν, αλλά την ώρα που το καΐκι ετοιμαζόταν να ρίξη άγκυρα και γύριζε
κατά το βοριά, ένα πελώριο κύμα χύμηξε και πλημμύρισε τα πάντα. Τσίριξαν οι γυναίκες:
—Πνιγόμαστε!
—Χανόμαστε!
—Βόηθα Χριστέ και Παναγιά μας!
Όλο το κοίλωμα ήταν τώρα γεμάτο απ'
το νερό, κλαίγαν οι γυναίκες
και τα μωρά σπαράζαν στην αγκαλιά τους, μισοπεθαμένα απ' την παγωνιά και την φριχτή δοκιμασία. Βλέποντας
την απελπιστική κατάσταση ο καπετάνιος, μαζί με την προσπάθεια ν' αδειάσουμε το νερό
είπε
να ρίξουμε και τα πράγματά μας στη θάλασσα για να ελαφρύνουμε λιγάκι ακόμα:
—Να,
πρόσθεσε, πρώτος ρίχνω εγώ τα δικά
μου, κάντε κι εσείς
το
ίδιο, αλλοιώς δεν γλυτώνουμε.
Έριξε τα δικά του εκείνος, ρίξαμε κι εμείς τα δικά μας όλα κι ύστερα με τους τενεκέδες
αδειάσαμε και τα νερά κι έτσι το καΐκι ξαλάφρωσε
κάμποσο κι υψώθηκε. Αλλά με τους
τενεκέδες άδειασαν στη θάλασσα και το πόσιμο νερό κι έτσι δεν είχαμε ούτε μια σταγόνα.
Η κατάστασή μας ήταν τώρα πιο φριχτή ακόμα, γιατί βρεγμένοι καθώς είμαστε απ' τη
βροχή και το κύμα, τουρτουρίζαμε παγωμένοι κι απελπισμένοι, μη έχοντας τίποτ' άλλο να
περιμένουμε παρά τον θάνατο, που κοντοζύγωνε άλλωστε στα παιδάκια. Οι φωνούλες τους κόπηκαν από ώρα.
Δημητρης Ψαθας
Δημητρης Ψαθας


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου