Κυριακή 28 Απριλίου 2013

ΟΤΑΝ ΦΕΥΓΑΝ ΟΙ ΡΩΣΟΙ Μερος 1ο


Μήνα με τον μήνα η κατάσταση άρχισε ν' αλλάζει σ' όλο τον χώρο του ανατολικού Πόντου που κρατούσανε οι Ρώσοι. Η μπόρα που είχε ξεσπάσει στη Ρωσία έφτανε κι εδώ μοιραία, που ο ρούσικος στρατός διαλυόταν, κι όλα δείχναν ότι δεν θάμενε πολύ καιρό ακόμα στα μέρη αυτά. Αν φεύγαν, όμως, οι Ρώσοι τι θα γινόταν ο ελληνισμός του Πόντου;
Αέρας πανικού άρχισε να φυσά, κανείς δεν ένοιωθε σίγουρος στον τόπο του. Οι Τούρκοι σηκώνανε κεφάλι, τσέτες προβάλλανε εδώ κι εκεί. Ο Ρώσοι στρατιώτες πετούσανε τα όπλα, οι τσέτες μπαίναν στα χωριά και απειλούσαν τους Ρωμηούς:
—Να φύγετε γκιαούρηδες!
Δεν έμενε, λοιπόν, άλλη ελπίδα σωτηρίας παρά η εγκατάλειψη της πατρικής γης και το φευγιό: «Υπό την απειλήν του φόνου οι πρόκριτοι ανεχώρουν, γράφει ο Θεοφ. Κ. Θεοφύλακτος στο βιβλίο του «Γύρω απ' την άσβεστη φλόγα». Τούτους ηκολούθουν άλλοι και τούτου πάλιν οι υπολειπόμενοι. Ιδού ολόκληρον χωρίον επί  ποδός. Το αυτό εντός ολίγων ημερών  συνέβαινε  εις  άλλο  χωρίον και  εντός  ολίγου σχετικώς  διαστήματος τα πλείστα των χωρίων τούτων εν πανικώ ελάμβανον άλλα μεν την προς την Τραπεζούντα άγουσαν και αλλά την προς την Ερζερούμ, οπόθεν διεπεραιώνοντο προς την Ρωσίαν.
Εις ολίγα χωρία μόνον έκαμαν τον σταυρόν των οι κάτοικοι και παρέμεναν με την απόφασιν να ανέλθουν τον Γολγοθάν. Τοιουτοτρόπως 45 χιλιάδες Ελλήνων εγκατέλειψαν το άκρον ρωσικόν μέτωπον και ανεχώρησαν.

Συν τω χρόνω δε περί την Τραπεζούντα ο κρίκος καθίστατο στενώτερος και από την επαρχίαν Ροδοπόλεως άλλοι 4‐5 χιλιάδες ηκολούθησαν το μεταναστευτικόν τούτο ρεύμα. Πανταχόθεν συνέρρεαν εις Τραπεζούντα οι μετανάσται... Ολόκληρον το παραλιακόν τμήμα της πόλεως, το οποίον οι Ρώσοι μετεχειρίσθησαν ως λιμένα, ήτο κατειλημμένον από μετανάστας, οι οποίοι υπέφερον τα πάνδεινα και δει εν ώρα χειμώνος».
Και συνεχίζει: «Ήτο πλέον περί τα Χριστούγεννα του 1917. Εκ Πλατάνων ελήφθη εις την Κεντρικήν Επιτροπήν των Προσφύγων τηλεγράφημα των ρωσικών Αρχών, καθ' ο τα εκεί τρία χριστιανικά χωρία, υπό την αγρίαν πίεσιν των τουρκικών συμμοριών, εγκατελείφθησαν υπό των κατοίκων των, οι οποίοι κατήλθον εις τα Πλάτανα.
 Μετ' ολίγον κατέφθασαν και αντιπρόσωποι των ως άνω χριστιανικών χωρίων, εξαιτούμενοι την επέμβασιν των κοινοτικών Αρχών παρά ταις ρωσικαίς. Ρωσικαί όμως Αρχαί μόνον κατά τύπους υφίσταντο, ουδέν δυνάμεναι να πράξουν και τα Σοβιέτ, τα συμβούλια δηλαδή των στρατιωτών, τα μόνα που διέθεταν εξουσίαν τινά και κύρος, δεν ηδύναντο, παρά τας πολλάς των υποσχέσεις, να κάμουν τίποτε το γενναίον, διότι εις τους κόλπους αυτών υπήρχον πολλά στοιχεία, ων έκαστον επεδίωκεν ίδιον σκοπόν.
Ούχ' ήττον η Κοινότης έστειλε επιτροπήν συνιστώσαν εις τους κατοίκους των χωρίων τούτων να επιστρέψωσιν εις τα χωρία των και να εγκαρτερώσιν εκεί, εννοείται μη εισακουσθείσαν.
Τα κρούσματα των συμμοριών ολονέν επολλαπλασιάζοντο εις τα πλησιέστερα προς την Τραπεζούντα χωρία και περιέσφιγγον βαθμηδόν την πόλιν. Η ελληνική Κοινότης ευρίσκετο εν αμηχανία με ποίον τρόπον να υπερασπίση τον χριστιανικόν πληθυσμόν και μολονότι επί πολύν χρόνον απέκρουε, ηναγκάσθη ν' αποδεχθή την πρότασιν του ελληνικού λόχου του ρωσικού στρατού, να αναλάβη δηλαδή ούτος την υπεράσπισιν των κατοίκων, εξοπλίζων εν ταυτώ και τους Έλληνας. Και προσεκλήθησαν οι κάτοικοι των χωρίων, όλοι οι δυνάμενοι να φέρωσιν όπλα και διενεμήθησαν εις όλους τοιαύτα...».
Ένοπλη  άμυνα,  λοιπόν,  ήταν  η  απόφαση  εκείνων που  κατείχαν τα  ηγετικά  πόστα  του ελληνισμού και τις ευθύνες για την τύχη του. Όπλα δεν ήταν δύσκολο να βρεθούν, τα πρόσφερναν οι Ρώσοι, αφού τους ήσαν άχρηστα και βάρος περιττό για την επιστροφή τους στην  πατρίδα.  Όσο  για  τα  πιθανά  καλά  αποτελέσματα  μιας  τέτοιας  άμυνας  υπήρχαν μερικές  ελπιδοφόρες  φήμες  που  στερεώναν  την  απόφαση:  Ότι  ο  αντιμπολσεβικικός στρατός ήταν γερός και θα κρατούσε το μέτωπο του Πόντου. Υπήρχε εξ άλλου —λέγαν— ο ελληνικός πυρήνας του ρούσικου στρατού που δεν θ' άφηνε τον ελληνισμό στην τύχη του αλλά θ' αγωνιζόταν στο πλευρό του.
Αυτά ήσαν αρκετά για να ψυχώσουν ένα μέρος του πληθυσμού που έτρεχε να οπλιστεί, ενώ το μεγαλύτερο κατεχόταν απ' τον φόβο της θύελλας που ζύγωνε και δεν σκεφτόταν άλλο παρά πώς να προλάβει και να φύγει.
Οι Ρώσοι ανατίναζαν τις αποθήκες τους, αλλά το ελληνικό σωματείο «Ένωσις» —με ηγετική προσωπικότητα τον μητροπολίτη Χρύσανθο κατάφερε νάχει στην διάθεσή του τα όπλα που χρειαζόταν όπως και τον ρουχισμό, ώστε να ντύνει στα γρήγορα πολίτες και να τους οπλίζει.
Νέοι της Τραπεζούντας τρέχαν, αρματωνόντουσαν και ανέβαιναν μ' ενθουσιασμό στον Ποζ Τεπέ. Οι πιο πολλοί, βέβαια, για πρώτη φορά πιάναν τουφέκι, αλλά ποιος λογάριαζε τέτοιες λεπτομέρειες σε τέτοιες ώρες... Δεν ήταν, άλλωστε, δύσκολη δουλειά η χρήση των όπλων, άφησε που υπήρχαν κι οι Έλληνες αξιωματικοί του ρούσικου στρατού κι ακόμα οι στρατιώτες που, στην ανάγκη, θα τους δείχναν τ' απαραίτητα...
Η  κύρια πάντως έγνοια της  ομάδας των  ανθρώπων, που  τους  έλαχε  να  παίξουν ρόλο ηγετικό τις κρίσιμες εκείνες ώρες, ήταν πώς να κρατηθεί ο κόσμος, να μην ξεριζωθεί από την γη του, να μην αδειάσει ο τόπος απ' την ρωμιοσύνη του, με άλλα λόγια πώς να σταματήσει τ' ορμητικό τούτο ρεύμα της μετανάστευσης προς την Ρωσία, που θα ερήμωνε την γη του Πόντου απ' τον ελληνισμό της.
 Ήξεραν οι άνθρωποι εκείνοι ότι αυτό, ακριβώς, ήθελαν οι Τούρκοι  και   το  επιδιώκανε  με   κάθε   τρόπο  ανέκαθεν,  και   τώρα  στον  ίδιο   σκοπό αποβλέπανε, όπως και πάντα, με τους τσέτες που εξαπολούσαν, για ν' αναγκάσουν τους γκιαούρηδες να φύγουν πια οριστικά απ' τον τόπο.
Δεν ήταν, όμως, εύκολο, μέσα στην αγωνία που προκαλούσε η ρούσικη κατάρρευση, να κρατηθεί ο  λαός κι  ούτε  ο  εξοπλισμός των  ψυχωμένων αντρών  και  των  παιδιών ήταν αρκετός για να στεριώσει στις ψυχές την σιγουριά. Αντίθετα, ίσα ίσα, πολλοί, βλέποντας τους αρματωμένους και ξέροντας ότι οι χούφτες τούτες των ανθρώπων είχαν να εναντιωθούν σ' ολόκληρο το τούρκικο δοβλέτι, βάζαν στο μυαλό τους τα χειρότερα και πρόβλεπαν σφαγές κι άλλα πολλά δεινά.
Έτσι, το μεγάλο πλήθος που είχε πλημμυρίσει την Τραπεζούντα βρισκόταν στα πανιά κι ενώ άλλοι, με χίλια βάσανα, κατάφερναν να στριμωχτούνε στα καράβια και να φύγουν, άλλοι —λαός ολόκληρος— περίμενε με χτυποκάρδι στις αποβάθρες, ξενυχτώντας μέσα στα κρύα και τις βροχές.
Μια τραγική αμηχανία επικρατούσε παντού, κανείς δεν ήξερε ποιο ήταν το σωστό να φύγει ή να μείνει κι ενώ οι Ρώσοι της Τραπεζούντας εφαρμόζανε την κοινοκτημοσύνη σε βάρος  των  ελληνικών  μαγαζιών,  όπως  πριν  λίγους  μήνες  στην  Ορδού,  βάραινε  η ατμόσφαιρα όλο και πιο πολύ, με τα νέα κύματα των προσφύγων που κατέβαιναν και τ' άλλα των «σοβιετικών στρατευμάτων», που φτάνανε κι αυτά απ' τον διαλυμένο στρατό της ενδοχώρας, με την απόφαση να μη γυρίσουν μ' αδειανά τα χέρια στην πατρίδα. Ήταν στα πρώτα βήματά του ο επαναστατικός σοσιαλισμός κι η ευκαιρία μοναδική για πρακτικές εφαρμογές...




Δημητρης Ψαθας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah