Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

Ιστορία της Κρώμνης Τραπεζούντας

Ο συγγραφέας Αθανάσιος Ι. Παρχαρίδης
με τη σύζυγο του Σοφία,
 γύρω στο 1910, στο Βατούμ
Το βιβλίο «Ιστορία της Κρώμνης Τραπεζούντος» του Αθανάσιου I. Παρχαρίδη, μου το χάρισε ο παππούς μου Γεώργιος Τσιρίδης, που γεννήθηκε στην Κρώμνη το 1893. Το χρησιμοποιούσαν οι μαθητές για να διδαχθούν το μάθημα της ιστορίας στο
εκεί δημοτικό σχολείο, αλλά και στις πρώτες τάξεις του Φροντιστηρίου της Τραπεζούντας. Είναι γραμμένο στην απλή καθαρεύουσα και η μετάφρασή του στην ομιλούμενη ελληνική γλώσσα έγινε από τον γράφοντα «αντί προλόγου» στις λίγες αυτές γραμμές.
Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι πρόκειται για ένα πραγματικά αξιόπιστο και με ακρίβεια γραμμένο διδακτικό βιβλίο ιστορίας για την αναφερόμενη περιοχή της επαρχίας Αργυρούπολης του Πόντου.
Ο παππούς γνώριζε την αξία του και το φύλαγε προσεκτικά ανάμεσα στα άλλα προσωπικά του βιβλία και αντικείμενα. Όταν μου το χάρισε είχε, ίσως, την προσδοκία να γνωρίσουν μια μέρα και άλλοι τα μέρη αυτά και την ιστορία τους, όπως αυτός τα είχε αντικρίσει, ζήσει, αλλά και διδαχθεί στο σχολείο. Τα μέρη εκείνα τα γνώριζε καλά, διότι, εκτός των άλλων που έζησε στην ευρύτερη περιοχή της Τραπεζούντας, είχε, επίσης, υπηρετήσει υποχρεωτικά τέσσερα χρόνια στον τουρκικό στρατό και έφτασε βαθιά στην Ανατολή, ως τα ψηλά βουνά της, από όπου πηγάζουν οι ποταμοί Τίγρης και Ευφράτης.
Όσον αφορά το συγκεκριμένο βιβλίο, αποτελεί εγχειρίδιο ιστορίας της περιοχής Κρώμνης, αλλά και καλό υπόβαθρο για την ιστορία των άλλων περιοχών του Πόντου, διότι τα όσα ιστορικά αναφέρονται για τη διοίκηση, τη λειτουργία των εκκλησιαστικών ενοριών κ.λπ., ίσχυαν και στις άλλες περιοχές, εκτός της Τραπεζούντας.
Ο τρόπος γραφής του εγχειριδίου παρουσιάζει με τόση ακρίβεια τα όσα πραγματεύεται στο θέμα του ο συγγραφέας, που το καθιστούν υπόδειγμα συγγραφής ιστορικού βιβλίου για μαθητές. Τέτοιου είδους εγχειρίδια αποτελούν αληθινά παραδείγματα προς μίμηση.
Στο σημείο αυτό αναφέρουμε τα λόγια του σύγχρονου Έλληνα ερευνητή και πρώην αρεοπαγίτη Αλέξανδρου Τζένου, ο οποίος, στον πρόλογο του βιβλίου του «Το παράδειγμα, στον πολιτισμό, στην ανάπτυξη και την οργάνωση της γλώσσας, της λογικής και ολόκληρου του ανθρώπινου πολιτισμού», εκδόσεις Παπαζήση, γράφει: «Το παράδειγμα, ως πρότυπο και οδηγητική αρχή, είναι κάτι το γνώριμο και το οικείο στον κάθε άνθρωπο. Λίγοι όμως μπορούν να ξέρουν ότι αυτό που λέγεται παράδειγμα είναι περίπου το έδαφος στο οποίο ριζώνουν η γλώσσα και η σκέψη, η λογική και ο ανθρώπινος  πολιτισμός».
Στη μνήμη όλων των Κρωμναίων και όχι μόνον του παππού μου, αλλά και όλων των Ποντίων, αφιερώνω τη μετάφραση αυτή.

1.Θέση, όρια, έκταση
Η Κρώμνη είναι χωριό μεσόγειο που βρίσκεται νότια της Τραπεζούντας σε απόσταση 16 ωρών περίπου, ενώ απέχει πέντε ώρες από την Αργυρούπολη σε διεύθυνση βορειοανατολική. Για περισσότερη ακρίβεια, η Κρώμνη έχει βόρειο πλάτος 40.5 μοίρες και ανατολικά από το Παρτίν 37.5 μοίρες. Αποτελεί μέρος της υποδιοίκησης Τορούλ, έδρα της οποίας είναι η Άρδασσα που με τη σειρά της υπάγεται στη διοίκηση της Αργυρούπολης του νομού Τραπεζούντας. Εκκλησιαστικά υπάγεται στη Μητρόπολη Χαλδίας με έδρα την Αργυρούπολη.
Η περιοχή της Κρώμνης βρίσκεται προς το όρος Παρυάδρης που αποτελεί την ανατολική συνέχεια των ποντιακών βουνών. Προς βορρά συνορεύει με τα όρη της Ματσούκας και το χωριό Λαραχανή που υπάγεται στην υποδιοίκηση Τσεβισλούκ νομού Τραπεζούντας. Ανατολικά συνορεύει με άλλα οροπέδια, όπου βρίσκεται το χωριό Σαντά, που υπάγεται στην ίδια υποδιοίκηση Τορούλ, ενώ εκκλησιαστικά στη μητρόπολη της Ροδοπολης. Νότια βρίσκονται τα χωριά Γεμουρά, Λειβάδι, Αγκίστι, που ανήκουν στην υποδιοίκηση Τορούλ. Επίσης, νότια της Γεμουράς βρίσκονται τα χωριά Κρας, Λερί, Φιλές, Χάκαξα, που υπάγονται και αυτά στη διοίκηση της Αργυρούπολης. Δυτικά της Κρώμνης υπάρχουν πολλά χωριά, όπως το Παρτίν, η Βαρενού, το Μουσάντων, το Ρουσίο, που υπάγονται και αυτά στην υποδιοίκηση Τορούλ.
Η έκταση της Κρώμνης αποτελεί σχεδόν σχήμα παραλληλόγραμμο, του οποίου η μεγαλύτερη διαγώνιος έχει διεύθυνση από βορειοανατολικά προς τα νοτιοδυτικά και έχει μήκος μιάμισης ώρας. Η όλη έκταση είναι περίπου 20 τετραγωνικά χιλιόμετρα.

 2.0ρογραφία, υδατογραφία
Η Κρώμνη, που βρίσκεται σε υψόμετρο δύο χιλιάδων περίπου μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας, είναι χώρα ορεινή. Το βορειότερο μέρος της έχει σχήμα τριγώνου, του οποίου η βάση βρίσκεται ανατολικά, είναι υψηλότερο και πάνω σε αυτό βρίσκονται οροπέδια με πλαγιές, όπου βόσκουν αγελάδες και άλλα κοπάδια κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.
Το νοτιότερο μέρος της Κρώμνης είναι κατηφορικό. Κατεβαίνει από τα βόρεια και ανατολικά σημεία των βουνών, σχηματίζοντας τα τέσσερα φαράγγια, στη βόρεια πλευρά των Μουτζάντων (Κούτσουρνο) μέχρι τη ράχη της ενορίας Γεράντων, το Ποντιοπάτ’ του συγκροτήματος της ενορίας Φραγκάντων, ανάμεσα στη Γεράντων και μέχρι τον βράχο του Αγίου Ιωάννη (Πιερεσέν), το φαράγγι ανάμεσα στις ενορίες Φραγκάντων, Αλχαζάντων και Αληθινού, και το φαράγγι ανάμεσα στον Αληθινό, τη Μόχωρα και την ενορία Σαράντων.
Η περιοχή κοντά στα φαράγγια παρουσιάζει πολλές γεωλογικές ανωμαλίες. Από τα βουνά που βρίσκονται βόρεια σχηματίζονται τρεις ράχες, οι οποίες κατεβαίνουν προς την περιοχή με τα φαράγγια.
Από αυτές, η δυτικότερη, που κατεβαίνει από ψηλά, από το όρος Γουλάτ, ύψους 5.737 μέτρων, σχηματίζει το δυτικό σύνορο της Κρώμνης. Η μεσαία ράχη είναι πετρώδης. Στο επάνω μέρος της βρίσκονται τα λεγόμενα Αργοστάρια. Στο κάτω μέρος, η ράχη χωρίζεται στα δύο. Στο δυτικότερο μέρος της σχηματίζει ομαλές κατηφορικές εκτάσεις. Το ανατολικότερο αποτελεί ιδιαίτερη ράχη, που εκτείνεται προς τον νότο και ονομάζεται Κατσκάρια.
Η τρίτη ράχη, που είναι και η ανατολικότερη, αρχίζει με μεγάλο πλάτος και κατεβαίνει, σχηματίζοντας αρχικά ομαλή έκταση, τη λεγόμενη Καβελάκ, ενώ χωρίζεται μετά σε δυο μικρότερες ράχες.
Από το ανατολικότερο μέρος των βουνών, λίγο βορειότερα, σχηματίζεται πλατιά κατηφορική έκταση, αρκετά ομαλή και εκτεταμένη, που κατεβαίνει κατόπιν και σχηματίζει σχεδόν απότομες κατηφορικές πλαγιές.
Πυξίτης ποταμός,
 από την Παναγία Σουμελά
Νοτιότερα, υπάρχει μια ακόμη μεγάλη κατηφορική πλαγιά, που στην αρχή είναι πιο απότομη, αλλά στη συνέχεια γίνεται ομαλή και κατόπιν είναι πάλι απότομα κατηφορική. Αυτό συνεχίζεται και για δεύτερη φορά. Το δυτικότερο μέρος της σχηματίζει μια ράχη που αποτελεί το σύνορο ανάμεσα στην Κρώμνη και τηνΊμερα (Γήμερα). Το βορειότερο και υψηλότερο μέρος της Κρώμνης (5.737 μ.), πάνω στο οποίο υπάρχουν κατηφορικά οροπέδια.
Στο δυτικό μέρος είναι πάλι κατηφορικό, ενώ ανατολικά, στο ανατολικότερο μέρος του, είναι κατηφορικό προς τα δυτικά και προς τον νότο. Νερά υπάρχουν άφθονα στην Κρώμνη. Στο βορειότερο και υψηλότερο μέρος, τα νερά πηγάζουν από διάφορα μέρη, σχηματίζοντας ρυάκια, που ενώνονται μεταξύ τους και σχηματίζουν το μικρό ποτάμι των Λειβαδιών, το οποίο κατεβαίνει ομαλά, για να ενωθεί, τελικά, με άλλα ποτάμια, πέρα από τα όρια της Κρώμνης.
Έτσι σχηματίζεται το επάνω ρεύμα του ποταμού της Λαραχανής, ο οποίος, μετά από πέντε ώρες και αφού ενωθεί με άλλα ρυάκια και ποτάμια, χύνεται στο ποτάμι της Παναγίας Σουμελά, τον Δαφνοπόταμο, και μετά από μισή ώρα χύνεται στον ποταμό Πυξίτη, που με τη σειρά του και μετά από έξι ώρες, χύνεται στη θάλασσα, ανατολικά της Τραπεζούντας.
Στο νότιο μέρος της Κρώμνης, προς τις κατηφορικές πλαγιές, υπάρχουν, επίσης, πηγές νερών σε πολλά μέρη, που κυλάνε προς τα ρυάκια (ορμία), που γεμίζουν νερό από τις βροχές και το λιώσιμο του χιονιού. Τέτοια ρυάκια και ποταμάκια υπάρχουν πολλά στο νότιο μέρος της Κρώμνης. Όλα ενώνονται και χύνονται στο ποτάμι της ’Ιμερας.
Πρέπει να αναφερθεί ότι, αρχικά, ανάμεσα από την πρώτη ΒΑ ράχη του Καβελάκ και τη βορειότερη ράχη πηγάζει μικρό ποτάμι, που κατεβαίνει και γυρίζει, δεχόμενο πρώτα τα νερά από το ρυάκι του Καβελάκ, κατόπιν τα νερά μικρού ποταμού, κάτω από το Καβελάκ. Ακολουθεί ένα ρυάκι από τα δυτικά των Κατσκαρίωνη και νοτιότερα πέφτουν σε αυτό τα νερά ποταμού που κατεβαίνει από τις ανατολικές ράχες και, τέλος, μετά από ένα τέταρτο της ώρας, δέχεται τα νερά του ποταμού που κατεβαίνει από τα βόρεια, από τη χαράδρα, που βρίσκεται ανάμεσα στις ανατολικότερες ράχες. Μετά από δέκα λεπτά της ώρας, το ποτάμι της Κρώμνης δέχεται από τα ανατολικά τα νερά του ποταμού της Γήμερας, που λέγεται Γιαγλί ντερά. Προχωρεί δυτικά, δέχεται άλλα ποτάμια (του Σταυρί, της Μούζενας) και χύνεται στον Χαρσιώτη, στον οποίο χύνεται κατόπιν και ο Κάνις, ποταμός της Αργυρούπολης, που με το όνομα Χαρσιώτης, στρέφεται προς τον βορρά και εκβάλλει στη Μαύρη θάλασσα, κοντά στην Τρίπολη.

Οι ενορίες και τα πρχάρια της Κρώμνης
Οι ενορίες της Κρώμνης βρίσκονται στις κατωφέρειες του νότιου μέρους της. Στο βορειότερο και υψηλότερο μέρος της Κρώμνης βρίσκονται τα Παρχάρια, δηλαδή οι καλύβες όπου κατά το καλοκαίρι διέμεναν οι ρωμάνες. Αυτές ήταν γυναίκες που αναλάμβαναν το άρμεγμα προβάτων και αγελάδων, που έβοσκαν στα οροπέδια.
Από τις ενορίες, άλλες είναι μεγάλες, με πολλά σπίτια, και άλλες μικρές. Οι μεγαλύτερες από τις ενορίες αποτελούνται από συνοικίες, που παίρνουν τα ονόματά τους από τα οικογενειακά ονόματα των κατοίκων τους. Οι συνοικίες βρίσκονταν πολύ κοντά η μία με την άλλη και, μερικές φορές, η μία απλωνόταν και μέσα στην άλλη.
Κρώμνη: Ενορία Σιαμανάντων

Οι δεκαπέντε ενορίες της Κρώμνης ήταν οι ακόλουθες:
Σιαμανάντων, η μεγαλύτερη από όλες. Βρίσκεται δίπλα  στο ποτάμι της Κρώμνης (των Λιβαδιών, που είναι τμήμα του ποταμού της Λαραχανής), και στη μέση των άλλων ενοριών.
Κυριότερες συνοικίες της είναι η Σιαμανάντων, Γαραλάντων, Βαρτανάντων, Μωυσάντων, Τυρκάντων, Γοϊμψιάντων, Καλιστράντων κ. ά. Στη συνοικία Σιαμανάντων υπάγονται και οι οικισμοί Σεϊχάντων, Γιεράντων και τμήμα της Αλχαζάντων.

Μαντζάντων, μεγάλη ενορία στα βόρεια της ενορίας Σιαμανάντων, στο υψηλότερο σημείο της Κρώμνης. Συνοικίες της είναι η Άνω Μαντζάντων, η Μουρατάντων, η Τζερκεζάντων και τμήμα της Καλιστράντων.

Φραγκάντων, μεγάλη ενεορία, βορειοανατολικά της ενορίας Σιαμανάντων και πάνω στην ανατολικότερη βόρεια, βόρεια κατηφορικής ράχης, που έφτανε μέχρι το ποτάμι. Οι συνοικίες της είναι η Στεφανάντων, η Φραγκάντων, η Μπαϊρα-μάντων, η Σεϊχάντων και τμήμα της Αλχαζάντων.

Γλούβενα, που βρισκόταν δυτικά της Σιαμανάντων και χωριζόταν στην Άνω Γλούβενα και στην Κάτω Γλούβενα.

Ζεϊμπερέκια, μικρή ενορία, νότια της Γλούβενας, κοντά στο ποτάμι.

Σιαϊνάντων, πολύ μικρότερη συνοικία από την προηγούμενη, πιο κοντά στο ποτάμι και ανατολικά από τα Ζεμπερέκια.

Αληθινός, μεγάλη ενορία, η πιο γνωστή μαζί με τη Μόχωρα, ψηλά, απέναντι από τις άλλες, στην πλαγιά του βουνού, στη ράχη που ερχόταν από ανατολικά και στρεφόταν προς τα νότια. Κυριότερες συνοικίες της: Αλιάντων, Τσιράντων, Ζαραφαγκάντων, Πατσουβάντων, Τζαλαπάντων, Χασκουκάντων, Αντωνάντων, Γερμανάντων και Κουντουράντων. Οι δύο τελευταίες δεν αναφέρονται στο βιβλίο του Αθανασίου I. Παρχαρίδη, προέρχονται από τον Γεώργιο Τσιρίδη και άλλες πηγές. (Ο Τσιρίδης είχε παντρευτεί τη γειτόνισσά του Ουρανία Γερμανίδου, της οποίας ο πατέρας, ο Ηρακλής Γερμανίδης, ήταν ο φούρναρης της συνοικίας. Από τον ίδιο, επίσης, αλλά και από βιβλία προκύπτει ότι  υπήρχε και μία ακόμη συνοικία, αυτή των Κουντουράντων. Ένας από τους Κουντουράντες ήταν φίλος και κουμπάρος του Γεώργιου Τσιρίδη.

Μόχωρα, ενορία αρκετά μεγάλη, ανατολικά της ενορίας Αληθινός. Ήταν σχετικά απομονωμένη ανάμεσα στις δύο ράχες του βουνού, που κατέβαιναν από ανατολικά.

Σαράντων, ενορία αρκετά μεγάλη, που βρίσκεται στη δεύτερη ομαλή ράχη της Κρώμνης, δυτικότερα από την ανατολική, απέναντι από την ενορία Αληθινός και πέρα από το ποτάμι της Μόχωρας.

Κωδωνάντων, πολύ μικρή ενορία, βόρεια της ενορίας Σαράντων, κοντά στο ποτάμι της Μόχωρας. Τώρα (αρχές 20ού αιώνα) είναι ακατοίκητη.

Ρακάν, ενορία, επίσης, μικρή και ακατοίκητη, στα νότια της ενορίας Σαράντων.

Τσαχματάντων, μέτρια ενορία, στα βορειοδυτικά της ενορίας Σαράντων, κοντά στο ποτάμι της Μόχωρας.

Ρουσταμάντων, μικρή ενορία και ακατοίκητη, σε τοποθεσία πίσω από τη Γλούβενα, δυτικά, πάνω στην πλαγιά του βουνού, προς την ανατολικότερη χαράδρα, που σχηματίζεται ανάμεσα στις δύο ανατολικές ράχες, που κατεβαίνουν από τον βορρά.

Νανάκ, μεγάλη ενορία, απέναντι από την περιοχή των Ρουσταμάντων, πάνω στη δυτική πλευρά της ανατολικής χαράδρας.

Λώνενα, αρκετά μεγάλη ενορία, βορειότερα από το Νανάκ, πάνω στις πρώτες κατηφόρες της ίδιας χαράδρας.

Στο ψηλότερο και βορειότερο μέρος της Κρώμνης βρίσκονται τα Παρχάρια. Δυτικά είναι το Χαντακέν και το Σοανορίμ, ανατολικότερα τα Λειβάδια και τα Αλεπογιανέσα και ακόμη ανατολικότερα το Μετζίτ. Τα παρχάρια της Κρώμνης είναι πολύ χρήσιμα για τους κατοίκους της, επειδή παρέχουν εκτάσεις για βοσκή. Και επειδή στα λειβάδια υπάρχουν άφθονα χόρτα για θέρισμα, οι Κρωμναίο, για να τα προφυλάξουν, αρχικά φύλαγαν τα πρόβατα και τις αγελάδες στο Μετζίτ. Μετά τη γιορτή της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος και αφού θέριζαν τα χόρτα των λειβαδιών, κατέβαιναν σε αυτά, όπου ήταν πιο θερμό μέρος και όπου υπήρχε άφθονο χόρτο για βοσκή των ζώων.

Πληθυσμός της Κρώμνης
Τα σπίτια της Κρώμνης ήταν περισσότερα από 1.000 και οι κάτοικοι ήταν περίπου 6.000. Αφότου, όμως, σκόρπισαν οι κάτοικοι, λίγοι είναι αυτοί που διαμένουν κατά τη διάρκεια του χειμώνα εδώ, ενώ άλλοι μόνον κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού επιστρέφουν στην πατρίδα για δύο λόγους. Πρώτο για το κλίμα και δεύτερο για τον θερισμό των χόρτων. Έτσι ελαττώθηκε κατά πολύ ο αριθμός των σπιτιών, γιατί πολλά εγκαταλείφθηκαν και, λόγω της έλλειψης περιποίησης, ερειπώθηκαν. Εδώ, όμως και μερικά χρόνια άρχισαν και πάλι, όσοι Κρωμναίοι είχαν την οικονομική δυνατότητα, να συντηρούν τα ερειπωμένα σπίτια ή να χτίζουν νέα. Αυτή είναι η αιτία που ο αριθμός των κατοίκων της Κρώμνης είναι διαφορετικός κατά τη διάρκεια του χειμώνα και του καλοκαιριού. Τον χειμώνα, δηλαδή, επικρατεί η ερήμωση και η μυστική σιγή των πολλών ερειπίων, ενώ το καλοκαίρι η ευθυμία και η χαρά εκείνων που παραθέριζαν.

Συγκοινωνίες - Αποστάσεις
Από τις ενορίες της Κρώμνης, μερικές απέχουν λίγο από τα άλλα μέρη γύρω, επειδή απο-τελούσαν, κατά κάποιον τρόπο, συνέχεια των άλλων περιοχών, ενώ άλλες απείχαν περισσότερο, το πολύ ένα τέταρτο της ώρας.
Μέσα στην Κρώμνη, οι περισσότεροι δρόμοι είναι στενοί, μέχρι 40 εκατοστά. Λίγοι δρόμοι φτάνουν το πολύ το ένα μέτρο πλάτος. Στις κατηφόρες, οι δρόμοι που χρησιμοποιούν οι θερίστριες είναι πολύ στενοί.
Με τα άλλα χωριά, η Κρώμνη επικοινωνεί ως εξής:
Με τη Γήμερα (Ίμερα), από τη συνοικία των Σαράντων, με πλατύ δρόμο και καλό, που περνάει μέσα από γκρεμούς (κοχρακοφώλια) . Από τον δρόμο αυτόν μπορεί κανείς να φτάσει στη Γήμερα σε ένα τέταρτο της ώρας. Υψηλότερα υπάρχει παλαιότερος δρόμος, που εγκαταλείφθηκε, όμως, γιατί ήταν μακρύτερος. Ο δρόμος αυτός περνάει κοντά από τον Προφήτη Ηλία.
Με τα χωριά που βρίσκονται κοντά στον ποταμό Γιαγλί ντερέ, επικοινωνεί με δρόμο παράλληλο προς τον τοταμό. Υπάρχουν και άλλοι δρόμοι, είναι  όμως, στενότεροι.
Με την Αργυρούπολη, που απέχει πέντε ώρες με τα πόδια επικοινωνεί από τον ίδιο δρόμο, που περνάει από την Άρδασα, αλλά, κυρίως, με άλλους συντομότερους ορεινούς δρόμους, όπως της Γήμερας, του Λυκάστ και του Κορός.
Karakapan (photo: Erdal Aydin)
Με την Τραπεζούντα επικοινωνεί η Κρώμνη μέσω του Τσεβιζλούκ, από τρεις δρόμους, συνήθως από εκείνον που περνάει από τη Λαραχανή. Παλαιότερα υπήρχε ο αρχαίος δρόμος των καραβανιών, που περνούσε από το Χορτοκόπ’, την Αγουρσα (Γοργόλογλη), το Μακρέν, το στενό του βουνού Καράκαπαν, και από τα οροπέδια Χότζα μεζαρί, Τουενάκιολη,Γκουλάτ, Μαντέν (που βρισκόταν στην Κρώμνη) με κατεύθυνση τα βουνά της Γήμερας και του Λερίου, στο Κατράχ’, και τη Βαϊβούρτ (Μπαϊμπούρτη).
 Όποιος κατευθυνόταν για την Κρώμνη ακολουθούσε αυτόν τον κεντρικό δρόμο. Ήταν, όμως, υποχρεωμένος, μετά το Γουλάτ, και μετά από ένα τέταρτο της ώρας, να κατεβεί την Κατσκάρια για ένα δίωρο μέχρι να φτάσει στην Κρώμνη. Οι Κρωμναίοι, θέλοντας να αποφύγουν τον δύσβατο αυτόν δρόμο, που τους ταλαιπωρούσε όταν επικρατούσε κακοκαιρία, πήραν την απόφαση και κατασκεύασαν τον δρόμο της Λαραχανής, που περνάει από τον Αγιο Ζαχαρία (Αϊ Ζαχαρέας) και τα Λειβάδια, που ενώ δεν είναι συντομότερος, είναι ομαλότερος και ασφαλέστερος. Επιπλέον διαθέτει το σπουδαίο προσόν, να μην διακόπτεται η συγκοινωνία κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Αν τύχει, όμως, και διακοπεί, τότε χρησιμοποιείται ο δρόμος από την Άρδασα και τον ποταμό Γιαγλί ντερέ.
Μέσω των ίδιων δρόμων του Καράκαπαν και της Λαραχανής, η Κρώμνη επικοινωνεί με τα χωριά της Ματσούκας. Είναι οι δρόμοι των καραβανιών για τη Βαϊβούρτ και τα υπόλοιπα χωριά των απέραντων πεδιάδων του εσωτερικού.
Δρόμος για τη Σαντά
Με τη Σάντα επικοινωνεί η Κρώμνη μέσω του δρόμου που περνάει από τα οροπέδια και με όμοιο δρόμο, που περνάει από τα Καμένα, επικοινωνεί με τη μονή της Σουμελά.

Το έδαφος της Κρώμνης, προς τα βόρεια υψηλότερα και ομαλότερα μέρη, έχει χώμα άφθονο. Εκεί από όπου αρχίζουν οι ράχες είναι πετρώδες και το χώμα κοκκινωπό και σκληρό ή αμμώδες. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν γίνεται βόρβορος μετά τη βροχή, αλλά το χώμα πήζει γρήγορα. Επίσης ότανέχει μεγάλη βροχόπτωση, μαζί με τα νερά παρασύρονται και χώματα, με αποτέλεσμα να γίνονται οι λεγόμενες χαλαρδίες, οι οποίες είναι η αιτία που, με τον καιρό, βαθαίνουν οι χαράδρες (ορμία) και πλαταίνουν από τα ρυάκια, επειδή παρασύρονται τα πλευρικά τους τοιχώματα.

Τα πετρώματα είναι, κυρίως, πυρίτης και τιτανόλιθος

Τα πετρώματα της Κρώμνης είναι πυριγενή. Προς τα βόρεια και βορειοδυτικά, στις ράχες, αφθονεί ο πυρίτης λίθος, ενώ σε διάφορες μορφές και χρώματα, στις βορειοανατολικές και ανατολικές περιοχές, που είναι ομαλότερες, αφθονεί ο πορώδης τιτανόλιθος. Πρέπει να αναφερθεί ότι κοντά στη Μόχωρα υπάρχει μεγάλο σπήλαιο από τιτανόλιθο. Το βάθος του σπήλαιου δεν έχει υπολογιστεί. Μέσα σε αυτό έχουν σχηματιστεί λίγοι σταλακτίτες.

Η χλωρίδα με μεγάλη ποικιλία στην Κρώμνη
Η χλωρίδα του τόπου, αν και δεν είναι άφθονη σε δέντρα, έχει μεγάλη ποικιλία. Από την κοινή μαρτυρία των κατοίκων, παλαιότερα όλες οι ράχες της Κρώμνης ήταν γεμάτες με δέντρα και ο τόπος ήταν μεγάλο δάσος με έλατα, πιτύα(;) και λεύκες. Τώρα, τα υψηλότερα δέντρα είναι οι ήμερες λεύκες (παρτία), που έχουν φυτευτεί, και οι ιτιές.  Υπάρχουν, όμως, και αρκετές άγριες λεύκες, σε μικρές ράχες.
Αλλά το αξιοπαρατήρητο, που μαρτυρεί την προηγούμενη δασώδη κατάσταση , είναι το ότι παντού, σε όλες τις ράχες, υπάρχουν ρίζες από λεύκες, με βλαστούς και φύλλα, που, δυστυχώς, δεν αφήνονται να μεγαλώσουν, επειδή τρώγονται από τις αγελάδες, τα πρόβατα και τα κατσίκια. Υπάρχουν, επίσης, άγριες απιδιές (αχράδα), μηλιές (αγρόμηλα) και μεσπιλιές (νέσπιλα). Ίχνη από έλατα και πιτύα σπάνια βρίσκονται σε μέρη δυσπρόσιτα. Επίσης, υπάρχουν διάφορα θαμνώδη άγρια φυτά, προπάντων η άγρια ροδιά (μασούρα) που υπάρχει σε αφθονία. Στα χαμηλότερα μέρη, εκτός των άλλων φυτών, υπάρχουν και άγριες λεεπτοκαρυές (φουντουκιές). Σε μερικούς κήπους καλλιεργούνται ελέχιστες ήμερες μηλιές, απιδιές και δαμασκηνιές, αλλά δεν ευδοκιμούν.
Χόρτα στις ράχες της Κρώμνης υπάρχουν πολλά και σε μεγάλη ποικιλία. Ιδιαίτερα στα πετρώδη μέρη φυτρώνουν τα αρωματικά φυτά, των οποίων τα ωραία και ποικιλόχρωμα άνθη στολίζουν το έδαφος από την άνοιξη και μετά. Όλα αυτά τα χόρτα στις ράχες θερίζονται το καλοκαίρι, για να χρησιμοποιηθούν ως τροφή για τα ζώα, τον χειμώνα.

Άφθονα χόρτα στα οροπέδια
Στα οροπέδια της Κρώμνης δεν υπάρχουν άλλα φυτά, παρά μόνον άφθονα χόρτα, που σκεπάζουν πυκνά το έδαφος και χρησιμεύουν για βοσκή.
Όλα αυτά τα χόρτα είναι πολύ μικρά και θρεπτικότατα για την παραγωγή γάλακτος, που είναι παχύ. Μόνον στα χαμηλότερα μέρη, στα Λειβάδια, υπάρχουν υψηλότερα χόρτα, που θερίζονται στις αρχές Αυγούστου με μακριά δρεπάνια, ενώ λίγα, επίσης τέτοιου είδους χόρτα, υπάρχουν και αλλού.
Κατά την άνοιξη και τις αρχές του καλοκαιριού, όλο το έδαφος των οροπεδίων και μάλιστα στα χαμηλότερα μέρη, είναι σκεπασμένο από πυκνότατα άνθη διαφόρων χρωμάτων και σχηματίζουν, κατά τόπους, τάπητες (σαν χαλιά) λευκού χρώματος, κίτρινου, ιώδους (μόβ) κ. τ. λ. Η θέα των διαφόρων χρωμάτων γεμίζει με ευφροσύνη την καρδιά του ανθρώπου.
Επίσης, σήμερα καλλιεργούνται, σπανιότερα, όμως, σιτάρι, κριθάρι, μηδική πόα (γεντζά, τριφύλλι), λινάρι (καταβάτ) και, στους κήπους, διάφορα λαχανικά. Στο παρελθόν, η καλλιέργεια του σιταριού ήταν μεγαλύτερη και πολλά χωράφια στόλιζαν την Κρώμνη με την ωραία τους θέα.

Κρωμναίοι στη θέση
Κοφρακοφώλια
Το  κλίμα της Κρώμνης
Το ορεινό κλίμα της Κρώμνης είναι εν γένει ξηρό και ψυχρό. Αλλά μεταξύ των οροπεδίων και την ενοριών υπάρχει διαφορά. Επιπλέον, στα οροπέδια, το λιγότερο ψυχρό είναι το χαμηλότερο μέρος, εκείνο των Λειβαδιών, επειδή αποκλείεται από βουνά. Από τις ενορίες, ψυχρότερες ήταν αυτές που βρίσκονταν ψηλότερα, δηλαδή οι ενορίες Μαντζάντων, Αληθινού και Σαράντων, επειδή ήταν εκτεθειμένες στον άνεμο, ενώ οι υπόλοιπες, που βρίσκονταν χαμηλότερα, ήταν θερμότερες.
Κατά τη διάρκεια του χειμώνα, όταν δεν έχει ομίχλη, πέφτει αρκετό χιόνι και κατά διαλείμματα, και αυτό συμβαίνει όταν στην Τραπεζούντα έχει, επίσης, κακοκαιρία εξαιτίας του βόρειου ανέμου. Το ύψος του χιονιού φτάνει ως το ένα μέτρο μέσα στις ενορίες, ενώ στα οροπέδια ως τα δύο μέτρα λόγω, όμως, των ανέμων, το χιόνι μεταφέρεται από τα υψηλότερα μέρη στα χαμηλότερα και ενώ υπάρχει στα μέρη αυτά λίγο χιόνι, μαζεύεται, τελικά, σε ύψος που φτάνει τα τέσσερα μέτρα. Στα χαμηλότερα και άρα θερμότερα μέρη, το χιόνι λιώνει σχετικά γρήγορα.
Τα χιόνια λιώνουν γρήγορα κατά την άνοιξη, όταν φυσάει ζεστός νότιος άνεμος έτσι, ώστε στις αρχές του καλοκαιριού να μην μένει χιόνι ούτε και πάνω στα οροπέδια, και σπάνια παραμένουν χιόνια στα σκιερά μέρη των ψηλών βουνών μέχρι το τέλος του καλοκαιριού.
Αλλά και κατά τον χειμώνα, η περιοχή της Κρώμνης είναι, συνήθως, καλά προφυλαγμένη από ατμοσφαιρικές μεταβολές και ο ήλιος θερμαίνει πολύ τις ενορίες, έτσι ώστε το κρύο να μην είναι δυνατό.
Κατά τα τέλη της άνοιξης λιώνουν τα χιόνια και αρχίζει να σχηματίζεται ομίχλη. Από τότε, μέχρι το τέλος του καλοκαιριού, τα οροπέδια είναι συχνά καλυμμένα με ομίχλη και υπάρχει κρύο. Η υγρασία, όμως, αυτή της ομίχλης δεν είναι βλαβερή στα παρχάρια (βοσκοτόπια) συμβαίνει το αντίθετο, δηλαδή είναι ωφελιμότατη για τα χόρτα των οροπεδίων και για τα ζώα, που είναι τότε ο καιρός τους να βόσκουν άνετα. Πολλές φορές, όμως, λείπει η ομίχλη και ο ήλιος, με τη θερμότητά του, ζωογονεί τα πάντα. Τα παρχάρια της Κρώμνης είναι αυτά που λιγότερο υποφέρουν από την ομίχλη, γιατί δεν μένει αυτή για πολύ χρόνο πάνω  από αυτά. Η ομίχλη σπάνια κατεβαίνει στις ενορίες της Κρώμνης, μόνον κατά τα  τέλη της άνοιξης και του καλοκαιριού, με αρχές φθινοπώρου, και αποτελεί καιρικό φαινόμενο που συμβαίνει κατά τη διάρκεια της νύχτας. Κατά τις πρωινές ώρες, θερμαίνεται από τον ήλιο και ανεβαίνει πάλι στα οροπέδια.
Από τα μέσα της άνοιξης και μέχρι το φθινόπωρο, οι ενορίες της Κρώμνης λούζονται συνέχεια από τις θερμές ακτίνες του ήλιου, χωρίς να υπάρχει ανυπόφορος καύσωνας. Αυτό συμβαίνει, επειδή από το πρωί μέχρι τις 2 μετά το μεσημέρι δεν φυσάει άνεμος. Μετά, όμως, από την ώρα αυτή φυσάει άνεμος από τον Άγιο Ζαχαρία και δροσίζει τα πάντα μέχρι τις 5 το απόγευμα και από την ώρα εκείνη και μετά σταματάει ο αέρας Συνήθως, ο άνεμος αυτός συνοδεύεται και από ομίχλη, που φτάνει μέχρι τον Άγιο Ζαχαρία και διαλύεται πάνω από την Κρώμνη, γιατί βρίσκει θερμότερο αέρα. Κάθε φορά που θα τύχει να βρέχει κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού στην Κρώμνη, τα σύννεφα σχηματίζονται πολύ γρήγορα, πέφτει βροχή ή χαλάζι για λίγο και έπειτα πάλι σκορπίζονται τα σύννεφα και ο καιρός γίνεται αίθριος.
Για όλα αυτά, το ξηρό κλίμα της Κρώμνης είναι υγιεινότατο, όχι μόνον για τους υγιείς, που έχουν κόκκινα μάγουλα και στους οποίους, μάλιστα, φαίνεται το αίμα ζωηρό στα τριχοειδή αγγεία, αλλά και σε αυτούς που πάσχουν και από φθίση (φυματίωση) ακόμη, εκτός αν η αρρώστεια αυτή φτάσει στο τελευταίο της στάδιο, οπότε το σκληρό κλίμα απαλλάσσει τον πάσχοντα από τους πόνους δια παντός, στέλνοντας τον στον κόσμο, όπου εκλείπουν οι πόνοι και οι στεναγμοί.
Αθανάσιος   Παρχαρίδης
Λόγω του υγιεινού κλίματος της Κρώμνης, όμοιο του οποίου δεν υπάρχει σε άλλο μέρος της Ανατολής, ίσως δε και σε ολόκληρη την Ευρώπη, όχι μόνον πολλές οικογένειες Κρωμναίων ανεβαίνουν στην πατρίδα κατά το καλοκαίρι για την υγεία τους, αλλά και πολλοί Τραπεζούντιοι. Και έχουν δίκιο, γιατί, όχι μόνον κλίμα ξηρό και μέτρια ψυχρό βρίσκουν εκεί, αλλά και γάλα αρκετό και αυγά και κρέας προβάτου και, το κυριότερο, νερά κρύα και χωνευτικά, από τα οποία μερικά είναι μεταλλικά. Αν προσθέσουμε σε αυτά και ότι δεν υπάρχουν ενοχλητικά ζωύφια, όπως κουνούπια, ψύλλοι κ.τ.λ. και ότι οι επισκέπτες μπορούν να κάνουν περιπάτους στα βουνά και τα οροπέδια και να διασκεδάσουν σε συναναστροφές με φίλους στα πανηγύρια, θα καταλάβει ο καθένας ότι δεν μπορεί να βρεθεί καλύτερη θερινή διαμονή από την Κρώμνη.
Για όλα αυτά έχω την πεποίθηση ότι θα έλθει καιρός που η Κρώμνη θα γίνει το θερινό καταφύγιο πολλών ανθρώπων, όχι μόνον Τραπεζουντίων, αλλά και ξένων ακόμη.

Σημείωση σύνταξης: μέχρι αυτό το σημείο, τα σχετικά με την Κρώμνη τα έγραψε ο Ιωάννης Αθ. Παρχαρίδης. Ο γιος του Αθανάσιος Παρχαρίδης σημειώνει παρακάτω:
Αυτά έγραφε ο μακαρίτης ο πατέρας μου, όταν ανέλαβε να συγγράψει την ιστορία της αγαπητής του πατρίδας Κρώμνης, την οποία αγάπησε περισσότερο ακόμη και από την ίδια του την οικογένεια. Αλλά το σκληρό πεπρωμένο δεν τον άφησε να τελειώσει την ιστορία αυτή, οι αλλεπάλληλες διαταραχές της υγείας του και οι διάφορες οικογενειακές περιπέτειες και, τέλος, ο πρόωρος θάνατός του άφησαν το έργο του ημιτελές και εγώ, ο γιος του, βρήκα μόνον σημειώσεις που είχε συλλέξει εκείνος σε διάστημα μεγαλύτερο  των δύο ετών.

Χρήστος Δ. Κοπτερόπουλος