Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

Ο Ακρίτας μας δεν είναι Διγενής. Μέρος 1ο

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Πολλά χρόνια πριν «γνωρίσω» τον Πόντιο Ακρίτα, ήξερα να απαγγέλλω από στήθους τον Κρητικό «Διγενή», γιατί αυτόν διδάχθηκα στο γυμνάσιο και για αυτόν άκουσα στο πανεπιστήμιο από τον Λίνο Πολίτη. Για τον Πόντιο «Ακρίτα» ούτε λέξη.
Το 1988 άκουσα για πρώτη φορά να γίνεται λόγος για τον Πόντιο «Ακρίτα» από τον καθηγητή και ακαδημαϊκό Κώστα Ρωμαίο σε εισήγησή του στο Β΄ Παγκόσμιο Συνέδριο του Ποντιακού Ελληνισμού.

Ο Κώστας Ρωμαίος, εκτός από την αναφορά του στον Πόντιο «Ακρίτα», τόνισε και τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στον Πόντιο «Ακρίτα» και τους ακρίτες (τα δημοτικά τραγούδια) άλλων ελληνικών περιοχών. Γιατί υπάρχουν πολλοί ακρίτες (δημοτικά τραγούδια), όπως υπήρξαν, σύμφωνα με τον θρύλο, και πολλοί φημισμένοι υπερασπιστές (ακρίτες) των συνόρων της βυζαντινής αυτοκρατορίας, στην εποχή της οποίας βγήκαν και τα ακριτικά τραγούδια. Άλλος, δηλαδή, ο Διγενής της Κρήτης, άλλος της Κύπρου, άλλος ο Ακρίτας της Καππαδοκίας και άλλος του Πόντου κ. τ. λ.
Επιμένει στην ιδιαιτερότητα του Πόντιου «Ακρίτα» ο Κώστας Ρωμαίος, επειδή αυτή είναι ολοφάνερη σε όλα τα ακριτικά τραγούδια του Πόντου.
Όταν παρουσίασα τον Πόντιο Ακρίτα σε διαλέξεις και σε δημοσιεύματα σε περιοδικά και εφημερίδες («Ποντιακή Εστία», «Δεσμός», «Μακεδονία», «Ελληνικός Βορράς») βγήκαν κάποιοι Πόντιοι λαογράφοι και φιλόλογοι και μου «έτριξαν τα δόντια», που τόλμησα να αμφισβητήσω την άποψη μεγάλων Ελλήνων και ξένων ιστορικών και λαογράφων για τον Διγενή τους.
Την επιστολή του πιο επικριτικού από όλους, του φιλόλογου Χρήστου Ανδρεάδη την παραθέτω στη συνέχεια ολόκληρη, επειδή ο Χρήστος Ανδρεάδης χρησιμοποιεί σοβαρά επιχειρήματα, για να τεκμηριώσει την άποψή του. Δημοσιεύω μαζί και τη δική μου απάντηση, όπως δημοσιεύτηκαν τα δύο κείμενα και αλλού. Τα όσα έγραψε ένας άλλος που «κοκκίνισε από το κακό του» για όσα τόλμησα να γράψω, ο δάσκαλος και λαογράφος Σάββας Πορφ. Παπαδόπουλος, σχεδόν τα αγνόησα, επειδή κρύβουν τόση εμπάθεια και δογματισμό, που ξεπερνάνε όλους τους φανατικούς υποστηρικτές κάποιων απόψεων, χωρίς επιχειρήματα, αλλά γιατί τα ονόματα που αναφέρει ότι αμφισβητήθηκαν είναι για αυτόν πολύ μεγάλα. Τα ονόματα κανείς δεν επιχείρησε να αμφισβητήσει. Μια λαθεμένη άποψή τους ανασκευάζεται, για να μην διαιωνιστεί.
Ο ίδιος ένιωσα πολύ ωραία, όταν μετά από ομιλία μου για τον Πόντιο Ακρίτα, στο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, κάποιοι με πλησίασαν και με συγχάρηκαν (όχι τυπικά).
Ακρίτες γυμνάζονται για να είναι  πάντα ετοιμοπόλεμοι.

Σκέφτομαι πως και μόνον το γεγονός των τόσων αντιδράσεων στην άποψή μου δείχνει ότι υπάρχει ενδιαφέρον, αλλά και ότι όσα ανέφερα είχαν τη σημασία τους.
Επισημαίνω εδώ ότι πολλοί άνθρωποι, ακόμη και μορφωμένοι, εντυπωσιάζονται από τα ονόματα τόσο που το εντυπωσιακό, λέξη ή όνομα, τους κάνει σκλάβους του, το χρησιμοποιούν για να εντυπωσιάσουν και οι ίδιοι, μη γνωρίζοντας, πολλές φορές, περί τίνος πρόκειται. Υπάρχουν, δηλαδή, άνθρωποι που «στέκονται προσοχή» όταν ακούν το όνομα κάποιου μεγάλου, κάποιου οδηγητή, χωρίς ποτέ να τολμήσουν να σταθούν κριτικά απέναντι στις πράξεις ή τις παραλείψεις του μεγάλου. Υπάρχει, δηλαδή, ένα είδος προσωπολατρείας. Και πάντα η προσωπολατρεία οδηγεί σε άσχημα αποτελέσματα.
Από την άλλη, υπάρχουν και εκείνοι που ενθουσιάζονται μέχρι βλακείας από κάποιες λέξεις που θα τύχει να ακούσουν. Υπάρχουν κάποιοι που άκουσαν πως τη Μαύρη θάλασσα οι Τούρκοι τη λένε Καραντενίζ . Τόσος ήταν ο ενθουσιασμός τους από την ανακάλυψη, που γέμισαν το διαδίκτυο με την Καραντενίζ και τα μανιασμένα από τις τρικυμίες νερά της. Δημοσιεύουν κάτι στο διαδίκτυο και πάντοτε χρησιμοποιούν ως γενικό τίτλο το «Καραντενίζ». Άλλος, κάπου άκουσε ή είδε γραμμένο το όνομα του νησιού Μπόρα-Μπόρα της γαλλικής Πολυνησίας και ξετρελάθηκε. Αμέσως ονόμασε την επιχείρησή του «Μπόρα-Μπόρα». Άλλος άκουσε την έκφραση «Άρτι αφιχθείς» και πάνω στον ενθουσιασμό του, δεν την πρόσεξε καλά. Έτσι έλεγε «Άρδην αφιχθείς», όταν αργούσε να πάει σε συνεδριάσεις του οργάνου, του οποίου ήταν μέλος. Άλλο το άρτι=μόλις και άλλο το άρδην=ριζική αλλαγή, από τα θεμέλια.
Τα σημειώνουμε αυτά, για να υπογραμμίσουμε τα σχετικά με το θέμα του Ακρίτα, ότι, δηλαδή, σε κάποιους άρεσε πολύ το όνομα Βασίλειος Διγενής Ακρίτας, που είναι πολύ πιο εντυπωσιακό από το πολύ απλό Ακρίτας και βάφτισαν με αυτό και τον Πόντιο Ακρίτα.

Στη μελέτη αυτή γίνεται προσπάθεια να αναδειχθούν οι ομοιότητες, οι διαφορετικότητες και τα λάθη που έκαναν από το 1870 οι ερευνητές και οι λαογράφοι, Έλληνες και ξένοι, στην παρουσίαση του έπους του Πόντιου Ακρίτα, με τελικό στόχο να αποδειχθεί ότι το ποντιακό ακριτικό έπος παρουσιάζει κάτι διαφορετικό – όσο και αν φαίνεται πως μοιάζει με τα ακριτικά έπη άλλων ελληνικών περιοχών -  και οπωσδήποτε ενδιαφέρον να γίνει γνωστό στις επερχόμενες γενιές.


Πάνος  Καϊσίδης
Δημοσιογράφος- Συγγραφέας