Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Σάββατο, 5 Αυγούστου 2017

Καστρόπυργα του Πόντου. ΜΕΡΟΣ 1ο

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Για κάποια από τα εκατοντάδες καστρόπυργα του Πόντου έγραψαν αρκετοί Πόντιοι συγγραφείς της πρώτης προσφυγικής γενιάς. Οι άνθρωποι αυτοί, όμως, όπως ήταν φυσικό, αφού κατέχονταν από την αροθυμία (νοσταλγία) δεν περιορίστηκαν στην εξιστόρηση των σχετικών με τα καστρόπυργα, αλλά διηγήθηκαν και προσωπικά τους βιώματα, που ξέφευγαν από το θέμα, αφού αναφέρονταν, με πολλές λεπτομέρειες, σε ναούς, τοποθεσίες πέρα από τα καστρόπυργα, και σε γεγονότα, που δεν συνδέονταν ούτε στο παραμικρό με τις οχυρώσεις στις ποντιακές περιοχές. Έτσι, οι πληροφορίες που άφησαν για τα καστρόπυργα είναι λιγοστές.
Κασταμονή (Το κάστρο της πόλης)
Ανάμεσά τους ο Παντελής Ηλ. Μελανοφρύδης, ο Γεώργιος Κανδηλάπτης-Κάνις, ο Νίκος Λαπαρίδης και μερικοί άλλοι.
Πληροφορίες για τις οχυρώσεις στον Πόντο άφησαν και οι παλαιότεροι, Στράβων, Πλίνιος ο Νεότερος, καρδινάλιος Βησσαρίων, Ανδρέας Λιβαδηνός, Ιωάννης Ευγενικός Περικλής Τριανταφυλλίδης, Σάββας Ιωαννίδης κ. ά.
Ο φιλόλογος και συγγραφέας Νίκος Λαπαρίδης προσέγγισε με περισσότερη προσοχή το θέμα του, γράφοντας για τα κάστρα της περιοχής της Ματσούκας, από όπου καταγόταν.
Έναν εμπεριστατωμένο κατάλογο με γενικό σχολιασμό για τα βυζαντινά καστρόπυργα ολόκληρου του Πόντου παρουσίασε ο καθηγητής της Πολυτεχνικής Σχολής Θεσσαλονίκης Νίκος Μουτσόπουλος στο Β΄ Παγκόσμιο Συνέδριο του Ποντιακού Ελληνισμού, τον Αύγουστο του 1988, στη Θεσσαλονίκη. Σε αυτόν τον κατάλογο βασιστήκαμε για την έρευνά μας και αυτόν τον κατάλογο, καθώς και τα εισαγωγικά αναφερόμενα από τον Νίκο Μουτσόπουλο, τα περιλάβαμε στην παρούσα μελέτη ολόκληρα, και γιατί είναι αξιόλογα, αλλά και για να κατατοπιστούν πληρέστερα οι αναγνώστες.
Για την απόδοση των ονομάτων πόλεων και περιοχών του Πόντου, σημειώνουμε ότι προσπαθήσαμε να γραφούν σωστά, διορθώνοντας, μερικές φορές, την προφορά, όπως π. χ. αποδίδουμε τα ονόματα που αρχίζουν από –μπ και –ντ σωστά και όχι όπως τα έλεγαν κάποιοι, μετατρέποντας το –μπ σε -π και το –ντ σε –τ (Μπιρ και όχι Πιρ, Ντερέ και όχι Τερέ), αλλά και το αρχικό –γ στις λέξεις των Καρσλήδων, το αποδίδουμε με το –κ, όπως είναι το σωστό. Π. χ. Καρς και όχι Γαρς.
Τραπεζούντα (Τα τείχη του Μ. Κομνηνού)
καρτ ποσταλ εποχης

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο Πόντος, όπως και πολλοί άλλοι ελληνικοί τόποι, είχε πολλά καστρόπυργα για την προστασία, από εκείνη τη μεριά, της ελευθερίας των κατοίκων του και τη διαφύλαξη, γενικότερα, των εδαφών της βυζαντινής αυτοκρατορίας.
Ο Πόντος αποτέλεσε ξεχωριστό κομμάτι της απέραντης αυτοκρατορίας, κατά τη βυζαντινή κυριαρχία στη Μικρά Ασία. Ξεχώρισε, γιατί, λόγω της μορφολογίας του εδάφους, με τα υψηλά βουνά, αποκόπηκε, σχετικά, από τον υπόλοιπο Ελληνισμό.
Τα καστρόπυργα στον Πόντο είναι στο σύνολό τους, σχεδόν, της εποχής των Κομνηνών. Μερικά ανήκουν στη βυζαντινή περίοδο, είτε κατασκευασμένα εξαρχής είτε επισκευασμένα (ρωμαϊκά), και συνδέονται άμεσα με τις πολεμικές δράσεις των Βυζαντινών αυτοκρατόρων, οι οποίοι είχαν αναθέσει τη φύλαξή τους στους Ακρίτες (υπήρχε ειδικό σώμα Ακριτών).
Βενετικά κάστρα δεν υπάρχουν και τα ρωμαϊκά είναι λίγα, γιατί ο Πόντος κατακτήθηκε, βέβαια από της Ρωμαίους, σύντομα, όμως, ξεχώρισε από το δυτικό ρωμαϊκό κράτος, με τον Μέγα Κωνσταντίνο (4ος μ. Χ. αιώνας),  και δεν κατακτήθηκε από τους Βενετούς. Βενετοί και Γενουάτες υπήρχαν πολλοί στον Πόντο, μόνον, όμως, ως έμποροι, και απολάμβαναν τα προνόμια που τους είχαν παραχωρήσει οι αυτοκράτορες Κομνηνοί, για να εισπράττουν τους φόρους ή τα δώρα των Ιταλών. Οι Βενετοί και οι Γενουάτες ήταν μόνιμα εγκαταστημένοι σε ξεχωριστή συνοικία, στην Τραπεζούντα.
Υπάρχει, ωστόσο, η ανεπιβεβαίωτη πληροφορία ότι οι Γενουάτες έχτισαν κάστρο στην Τραπεζούντα για να εξασφαλίσουν το εμπόριο και την αντιπροσωπεία τους εκεί, γεγονός που αποδεικνύει τη σημασία που απέδιδαν στον έλεγχο του εμπόριου της περιοχής. Κατά την ίδια πληροφορία, το κάστρο των Γενουατών κατέρρευσε σύντομα.
Ο Γεώργιος Κανδηλάπτης-Κάνις (1881-1971) στο έργο του «Κάστρα και Καστέλλια Χαλδίας», έγραψε ότι ο καθένας που ταξιδεύει από την Τραπεζούντα στο Ερζερούμ της Αρμενίας και ακόμη μακρύτερα, βλέπει σε επίκαιρα σημεία, σε ορεινά υψώματα, στη  συμβολή  ρεμάτων με ποταμούς και κυρίως στις αρχές οδικών διακλαδώσεων και στο εσωτερικό της επαρχίας Χαλδίας, ερείπια αρχαίων φρουρίων, τα οποία οι ντόπιοι κάτοικοι τα λένε «Κάστρα» και «Καστέλλö». Αυτά αποτελούν τη σειρά των ακριτικών ή βυζαντινών φρουρίων. Οι Τούρκοι από φανατισμό και από μίσος για καθετί ελληνικό τα έλεγαν «Τσινουβουζιάν καλμάκ», δηλαδή ότι είναι «γενουατικής προέλευσης».                                                            
Αρκετά από τα καστρόπυργα συνδέονται με τις παραδόσεις των Ποντίων, που μιλούν για ήρωες και ηρωίδες, οι οποίοι έμειναν ξακουστοί και τραγουδήθηκαν τα κατορθώματά τους. Αλλά τα καστρόπυργα του Πόντου συνδέθηκαν και με θρύλους, που αναφέρονται σε προδότες και τυχοδιώκτες, που και αυτοί έμειναν ξακουστοί για την ατιμία τους (ο προδότης ο Μαρθάς «του κάστρου ο παραδότες», το μικρό Τουρκόπουλο κ.τ.λ.).
Η πλούσια παράδοση γύρω από τα καστρόπυργα του Πόντου και τους υπερασπιστές τους, δεν αποτέλεσε, δυστυχώς, έμπνευση για τους Πόντιους λογοτέχνες, οι οποίοι εμπνεύστηκαν, αντίθετα, από τα παθήματα των αυτοκρατόρων και όχι των απλών υπερασπιστών των καστρόπυργων.
Λογοτεχνικά ασχολήθηκαν  μόνον:
▪Ο Δημήτριος Μισαηλίδης (ψευδώνυμο Μίμης Λέντης), που εμπνεύστηκε από το κάστρο της πατρίδας του και έγραψε στην ποντιακή διάλεκτο, το θεατρικό έργο «Τη Γουδουλά ο κάστρον», το οποίο τυπώθηκε ανώνυμα στην Τραπεζούντα (από το τυπογραφείο της εφημερίδας «Φάρος της Ανατολής»), μερικά χρόνια πριν από το ξερίζωμα των Ελλήνων από εκεί
▪Η Βέρα Αντωνιάδου στο πεζογράφημά της «Τσ’ εγάπ’ς ο Θεόν», η οποία εμπνεύστηκε από το κάστρο της Παλαιοματσούκας, από όπου κατάγονταν οι γονείς της..
Κάστρα στο Καρς
καρτ ποσταλ εποχης
▪Ο Κρωμναίος Φίλων Κτενίδης στην ποιητική του σύνθεση «Η Καμπάνα του Πόντου», ο οποίος εμπνεύστηκε από τα κάστρα της Τραπεζούντας, από τους βασιλιάδες του Πόντου και από τους χιλιάδες ξεριζωμένους από την πατρίδα τους.
Κατά την αρχαιότητα, αποτελούσαν φρούρια και οι ακροπόλεις και οι πύργοι των οχυρώσεων πολλών πόλεων του Ευξείνου Πόντου. Πόλεις, όπως η Σινώπη και η Τραπεζούντα ήταν καλά οχυρωμένες. Σε μια περίπτωση, βάρβαροι–την εποχή του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αυρηλιανού–πέρασαν τα τείχη της Τραπεζούντας, που δεν φυλάγονταν καλά και κατέλαβαν και λεηλάτησαν την πόλη, καταστρέφοντάς την.
Κατά την περίοδο του Βυζαντινού αυτοκράτορα Ιουστινιανού (6ος αιώνας μ. Χ.) , αναγέρθηκαν στον Πόντο κάστρα, αλλά και σε ολόκληρη την αυτοκρατορία και ιδιαιτέρως στα σύνορά της (άκρες), επισκευάστηκαν οχυρώσεις και φρούρια. Από την περίοδο εκείνη σώθηκαν, σε πολύ καλή κατάσταση, μάλιστα, οχυρώσεις πόλεων, κάστρα, δυναμάρια (υποστηρίγματα, υποστυλώματα) και καλέδες (σκοπιές, πύργοι, φρούρια).
Την ίδια εποχή (δηλαδή επί Ιουστινιανού), στα ανατολικά σύνορα του κράτους, επισκευάστηκαν και συμπληρώθηκαν διάφορα φρούρια. Ο ιστορικός Προκόπιος ο Καισαρεύς (500-565), στο «Περί κτισμάτων» σύγγραμμά του, αναφέρει π. χ. ότι τέτοιες εργασίες έγιναν στους Ορονούς. Επίσης, χτίστηκαν καλύτερα τείχη ή συμπληρώθηκαν άλλα τείχη, κάστρα και ακροπόλεις πολλών μεγάλων πόλεων, όπως η Τραπεζούντα κ. ά.
Πολλά κάστρα του Πόντου χτίστηκαν κατά τη βυζαντινή περίοδο και αρκετά από αυτά στη θέση παλαιότερων ρωμαϊκών φρουρίων. Ορισμένα έδωσαν το όνομα καστέλι στον τόπο, όπου υπήρχαν. Η λέξη καστέλι προέρχεται από το λατινικό καστέλουμ (castellum) και σημαίνει μικρό φρούριο, κάστρο, οχυρός πύργος.
Στον Πόντο–όπως και στον υπόλοιπο ελληνισμό–τα καστέλια έδιναν το όνομα σε χωριά ή κωμοπόλεις, που ήταν χτισμένα σε υψώματα. Τέτοια ήταν π. χ. το Καστέλι, που βρισκόταν απέναντι από το φρούριο Μεσοχάλδιο, πιο πάνω από την Άρδασσα και ανάμεσα στα χωριά Τσιμπρικά, Σαλαχάντων και Ιτέα. Ένα άλλο, ονομαστό καστέλι, βρισκόταν στην Αργυρούπολη, κοντά στους Μολυβάδες.
Η λέξη καστέλι αποτελούσε, μερικές φορές, και χαρακτηριστικό του ονόματος σημαντικών οικογενειών, όπως ήταν οι Καστελλιώτες της Αργυρούπολης, πλούσια οικογένεια από την οποία καταγόταν και ο αρχιεπίσκοπος Χαλδίας Φιλόθεος Καστελλιώτης.
Κατά την τελευταία βυζαντινή περίοδο (15ος αιώνας μ. Χ.), οπότε ο Πόντος διαιρέθηκε σε θέματα και βάνδα (μεγάλες διοικητικές περιοχές), όπως της Λαζίας και του Ρίζαιου, υπήρχαν τα αντίστοιχα κάστρα και ακόμη το βάνδο των Σουρμένων, με φρούριο στην Ηράκλεια (Αρακλί). Παρόμοια φρούρια υπήρχαν στη Μάπαυρα, στο Γημώριο (Γεμουρά), στη Δρόνα, στο Δικαιόσημο ή Δικαίσημο (Τζεβισλούκ), στο Χορτοκόπι, στη Τζάνιχα, στη Σορόαινα (Συριακή, όπου υπάρχουν ερείπια αρχαίων οικημάτων, γνωστά με το όνομα «Ιστοφόρ μεσκενλερί), στην Άτρα, στη Χόροβα, στην Κιθάραινα, στα Πλάτανα κ. α.
Πολλών κάστρων ή καστελιών, που καταστράφηκαν και εξαφανίστηκαν, έμεινε μόνον το όνομά τους ή και η ανάμνησή τους, όπως ήταν η Γωνέα Καστέλιν στην Κρώμνη.
Αλλού, η ονομασία κάστρο δεν ανταποκρινόταν στην ύπαρξη κάποιου κτίσματος αλλά δινόταν το όνομα εξαιτίας της ομοιότητας ενός τοπίου με κάστρο. Στην Ίμερα π. χ., υπήρχε ο Καστρόλιθος, που ήταν ένας λόφος απέναντι από το χωριό. Στην κορυφή του λόφου, ύψους διακοσίων περίπου μέτρων, υπάρχει ένας άσπρος ογκώδης βράχος, όπου μπορεί να ανεβεί κανείς από τα φιδωτά μονοπάτια, που αρχίζουν από την Ίμερα, και να απολαύσει κάτω το όμορφο τοπίο. Για τον Καστρόλιθο, η δημοτική ποίηση λέει: «Η Ίμερα, η Ίμερα ετέρ’ (χωριό) και πολιτείαν, αν ’κ’ είüεν τον Καστρόλιθον, θ’ εγίνουτον Ρουσία. Εξέβα σον Καστρόλιθον κι εκάτσα σα γωνέας, τα μάραντα σκουντούλιζαν ας σ’ όλα τα μερέας».
Το ίδιο και ο Καστρότειχος ή Καστρότοιχος, πολύ κοντά στην Ίμερα, στην περιοχή Αληθινού της Κρώμνης, που ήταν τοποθεσία και όχι κάστρο–ίσως ήταν παλιά και έμεινε ως όνομα. Εκεί υπήρχε η μονή της Ζωοδόχου Πηγής (Παναγίας) και κατά τον 19ο αιώνα λειτούργησε ως σχολείο.   
Οι οχυρώσεις που υπήρχαν στον Πόντο–από τη ρωμαϊκή περίοδο, τη βυζαντινή και την αυτοκρατορία των Κομνηνών της Τραπεζούντας–κύριο σκοπό είχαν την απόκρουση των εχθρών που έκαναν επιδρομές από τα ανατολικά και τα νότια. Τα κάστρα και τα καστρόπυργα των παραλίων του Πόντου είναι, λίγο πολύ, γνωστά στους ασχολούμενους με την ιστορία των Ποντίων. Σχετικά άγνωστα παραμένουν εκείνα των μεσόγειων, για τα οποία λίγα έχουν γραφεί μέχρι τώρα. Οι συγγραφείς των σχετικών άρθρων μπερδεύουν, δυστυχώς, στις περιγραφές τους πάρα πολλά που αφορούν εκκλησίες, ξωκλήσια, φαγητά και άλλα και για τα παλιά φρούρια γράφουν μόνον δυο τρεις αράδες.
Τα κάστρα ή καστέλια, ερείπια των οποίων διασώθηκαν στη Χαλδία (Αργυρούπολη), αντιπροσωπεύουν το καθένα και μια περίοδο από τη μακραίωνη ιστορία της περιοχής. Ήταν χτισμένα επάνω σε υψηλούς και απόκρημνους βράχους, για να μην μπορούν να τα πλησιάσουν οι εχθροί. Στις βάσεις τους είχαν τεράστιους ογκόλιθους και στα υψηλότερα σημεία μικρότερες πέτρες, που συνδέονταν μεταξύ τους με ξύλα κέδρου (αρτούτς) και ασβεστοκονίαμα (λάσπη από ασβέστη και άμμο). Η συνοχή τους ήταν τόσο μεγάλη, που ήταν σχεδόν αδύνατον να σπάσει κανείς ένα κομμάτι τους με τα χέρια.
Τα κάστρα υδρεύονταν με υπόγειο σύστημα μεταφοράς νερού, γιατί ένα από τα μέσα που χρησιμοποιούσαν οι εχθροί, για να κάμψουν την αντίσταση των πολιορκημένων, ήταν η καταστροφή του δίκτυου παροχής νερού στο κάστρο. Μερικές φορές, τα κάστρα είχαν πηγάδια ή στέρνες, όπου μάζευαν το νερό της βροχής.
Στο υψηλότερο σημείο του κάστρου υπήρχε πάντοτε ναός, μικρός ή μεγάλο. Αρκετές φορές, υπήρχαν δύο ναοί ή και παρεκκλήσια. Οι ναοί είχαν τοιχογραφίες αγίων, που φιλοτεχνήθηκαν με ανεξίτηλα χρώματα. Μερικές από αυτές τις αγιογραφίες, παρά το πέρασμα τόσων αιώνων, σε ορισμένα τους σημεία, συνεχίζουν να διατηρούνται. Συνήθως, οι ναοί των κάστρων ήταν αφιερωμένοι στην Παναγία ή στον Άγιο Γεώργιο.


Όταν στα ποντιακά ακριτικά τραγούδια γίνεται λόγος για «ελλενικά κάστρα», αυτό σημαίνει ότι τα κάστρα αυτά είναι πολύ ισχυρά και ότι δύσκολα μπορεί να τα εκπορθήσει ο εχθρός.


Πάνος  Καϊσίδης
Δημοσιογράφος- Συγγραφέας









Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Πάνος Γ. Καϊσίδης γεννήθηκε στην Αξιούπολη Κιλκίς από γονείς πρόσφυγες από τον Πόντο. Από την ηλικία των δέκα ετών άρχισε να εργάζεται, διαδοχικά, ως λούστρος και τσαγκάρης, ως πωλητής νερού, με τη στάμνα, στο παζάρι, ως πωλητής  ψιλικών και οπωροκηπευτικών, ως υπάλληλος σε μαγαζιά της Θεσσαλονίκης, ως οικοδόμος, ως ηθοποιός στο ΚΘΒΕ. Συνέχισε να εργάζεται και ως φοιτητής της Νομικής και της Φιλοσοφικής, καθώς και της Δραματικής Σχολής. Το 1965 εξέδωσε την εβδομαδιαία τοπική εφημερίδα «Δημοκρατικό Κιλκίς» μαζί με τον φίλο και συμμαθητή του στη Δραματική Σχολή Κώστα Χριστοδουλίδη. Στην αρχή της χούντας, καταδικάστηκε σε φυλάκιση, πρώτα για προχουντικό άρθρο του στην εφημερίδα, που είχε τίτλο «Να γυρίσουν στην πατρίδα οι εκπατρισμένοι πολιτικοί πρόσφυγες» και κατόπιν για τη συμμετοχή του στην αντιστασιακή οργάνωση «Λαϊκή Πάλη». Έμεινε, συνολικά, στις χουντικές φυλακές, περίπου πέντε χρόνια. Το 1974 εργάστηκε στην εφημερίδα «Η Αυγή» και στη συνέχεια σε διάφορες εφημερίδες και ραδιοφωνικούς σταθμούς, καθώς και στην τηλεόραση. Συνταξιοδοτήθηκε το 2007, μετά την εργασία του στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ-3.
Έργα του ίδιου
«Ελληνική Τριλογία», ποιητική σύνθεση, 1965.
«Το τέλος» νουβέλα, 1978.
«Έρως, ανίκατε!», ποίηση, 1979.
«Αν με ρωτήσεις», ποίηση, 1980.
«Οι εφιάλτες», σύντομα διηγήματα, 1980.
«Η Κάτα», μυθιστόρημα, 1986
«Το έπος των Ποντίων», ιστορία, 2006.
«Τα συνέδρια των Ποντίων», ιστορία, 2007
«Ποντιακά», μηνιαία περιοδική έκδοση, 1981 και 2007-2015.
«Σύγχρονη Λογοτεχνία», περιοδική έκδοση 1980 (μόνον δύο τεύχη)
Έχει γράψει εκατοντάδες λήμματα στην Εγκυκλοπαίδεια του Ποντιακού Ελληνισμού και πολλά άρθρα για τον ποντιακό Ελληνισμό σε εφημερίδες και περιοδικά. 
Έτοιμα προς έκδοση βιβλία: 
«Αξιούπολη-Η ιστορία, οι άνθρωποι»,
 «Λαογραφικά Αξιούπολης», 
 «Φάουστ και Ωφς», 
«Διαφωτισμός στον Πόντο», 
«Το έπος των Ελλήνων», 
«Τα έντυπα των Ποντίων», 
«Η Θεσσαλονίκη των προσφύγων»,
 «Η λογοτεχνία των Ποντίων», 
«Η οικονομία στον Πόντο», 
«Η γλώσσα των Ποντίων»,
 «Κάστρα του Πόντου», 
«Ο Ακρίτας μας δεν είναι Διγενής»,
 «Ο Πόρφυρας- η ποντιακή προέλευση του ονόματος», 
«Φιλέλληνες και Μισέλληνες», 
«Επαγγέλματα που έσβησαν».