Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

Ποντιακά τραγωδίας και κρητικές μαντινάδες

Μπορεί κανείς εύκολα να αποδείξει τις κοινές ρίζες Ποντίων και Κρητών φτάνει να παραθέσει στοιχεία ιστορικά, λαογραφικά, γλωσσικά, τοπωνύμια, λαϊκά μουσικά όργανα και άλλα. Με αυτά και άλλα μπορεί κανείς να θεμελιώσει την άποψη ότι υπάρχει κοινή καταγωγή, κοινή προέλευση των δύο λαών.
Λένε πολλοί πως ο Πόντος χάρισε τη λύρα στη μεγαλόνησο Κρήτη και άλλοι πάλι πως η Κρήτη έδωσε τη λύρα στον θρυλικό Πόντο να τραγουδούν οι Ακρίτες τα ηρωικά τους κατορθώματα στα πανύψηλα βουνά του. Αλλά είτε το πρώτο συνέβη είτε το δεύτερο, το ίδιο είναι. Το βέβαιο είναι ότι επάνω από τρικυμισμένα πελάγη και πανύψηλα βουνά συνέδεσαν τους δυο αυτούς λαούς όχι μόνον η κοινή καταγωγή και τα έθιμα, αλλά πιο πολύ τους συνέδεσε η ίδια μουσική, το ίδιο τραγούδι, ο κοινός τρόπος που τραγουδούν τους πόνους, τα πάθη και τους έρωτες, τις ελπίδες, τις χαρές, τα όνειρα και τις πίκρες τους.

Ω λύρα, θείο δώρο του Απόλλωνα!
Εσύ τραγούδησες τον Ακρίτα Πόντιο με την κομψή ζίπκα του
και τον ήρωα Κρητικό με την όμορφη φουφούλα του.
 Εσύ νανούρισες την όμορφη Κρητικοπούλα
και τη λεβέντισσα Ποντιοπούλα.
Εσύ αντήχησες γλυκά στα απάτητα βράχια του Ψηλορείτη
 και στις βουνοκορφές και στα παρχάρια του Πόντου.
Ψηλορείτης

Και τραγούδησαν Πόντιοι και Κρήτες μαζί τους ίδιους πόθους, τις ίδιες σκέψεις, τα ίδια όνειρα, τους ίδιους έρωτες, τα ίδια μοιρολόγια.
Συγκρίνοντας κρητικές μαντινάδες με ποντιακά τραγωδίας (δίστιχα) διαπιστώνουμε καθαρά τη μεγάλη συγγένεια του στίχου, τον ίδιο ρυθμό και το ίδιο νόημα και περιεχόμενο.

Συμπαραθέτουμε, παράλληλα, μερικά ποντιακά και κρητικά δίστιχα για τη σχετική σύγκριση.

Ο Πόντιος ερωτευμένος βρίσκει την αγάπη του πανέμορφη.
Εσέν π’ εποίκεν η μάνα χρυσόν έν’ η κοιλί’ ατ’ς
κ’ εποίκε σε παντέμορφον ας ούλα τα παιδί’ ατ’ς.

Κι ο Κρητικός λέει τα ίδια.
Όντο σ’ εγέννα η μάνα σου χρυσά ’σαν τα σκαμνιά τζης
και σ’ έκαμνε ομορφότερη απ’ όλα τα παιδιά τζης.

Ο Πόντιος παραδέχεται τα μάγια.
Για μάισσα έν’ π’ εποίκε σε για μαϊσσομένον είσαι
 κι ατού σ’ ισίζ’κα τα μερά, πώς ησυχάεις και κείσαι!

Κι ο Κρητικός πιστεύει πως η αγαπημένη του είναι μαγεμένη.
Τα μάγια δε σε πιάνουνε και μάγια είσ’ ατή σου
μάγια είν’ και οι ομορφιές που ρίχνει το κορμί σου.

Ο Πόντιος παραδέχεται πως χρωστάει στον Άδη το κορμί του.
 Σον ουρανόν χρωστώ την ψη μ’, σον Άδην το κορμόπο μ’
 κι εσύ, κορτσόπον έμορφον, ντο τυραννίεις το ψόπο μ’;

Κι ο Κρητικός λέει το ίδιο.
Τση μαύρης γης χρωστώ κορμί και νους παπά παράδες
 και μιας μικρής πανέμορφης κάμποσες μαντινάδες.

Ο Πόντιος θυσιάζεται αγόγγυστα για την αγαπημένη του.
Κορτσόπον, κάτ’ θα λέγω σε και θα ευχαριστώ σε,
τ’ ημ’σόν την ψή μ’ εδώκα σε και τ’ άλλο ας χρωστώ σε.

Ο Κρητικός δέχεται για τον έρωτα να πάει στον Άδη.
Μα ’γώ για σένα, αγάπη μου, δίνω ζωή και παίρνω
 και ζωντανός, χαρούμενος, στον Άδη κατεβαίνω.

Ο Πόντιος κάποτε τρελαίνεται από την πολλή αγάπη.
Τ’ εσόν εγάπ’ εποίκε με ζαντόν και δαιμονέαν
 και τα ραχία λάσκουμαι και σα κοιλάδα μένω.

Κι ο Κρητικός το ίδιο.
Αχού εκουζουλάθηκα και κουζουλό με λένε,
 να ξέρανε τον πόνο μου να κάθονται να κλαίνε.
Καρακαπάν

Ο Πόντιος υποβάλλεται σε κόπους και θυσίες.
Τα στράτας ’κι βαρυάσκουμαι, τα γόνατα μ’ ’κι τσίζω,
 θα πάω κι έρχουμαι, ρίζα μ’, την κάρδα σου θα χτίζω.

Κι ο Κρητικός.
Να ’ταν η θάλασσα στεριά, πάνω σε γης να πάτουν,
 ανάθεμα τα πόδα μου, αν δεν την επερπάτουν.

Ο Πόντιος παρακαλεί τα βουνά ή τα δέντρα να του φέρουν την αγάπη του.
Ψηλά ραχόπα πράσινα, δεντρόπα φυλλωμένα,
για φέρτεν την εγάπη μου για πάρτε με και μένα.

Το ίδιο και ο Κρητικός.
Ψηλά βουνά και πράσινα και δέντρα φυλλωμένα,
 φέρετε την αγάπη μου γή πάρετε και μένα.

Ο Πόντιος πιστεύει πως η αγάπη λάμπει σαν λυχνάρι.
Εσέν που έχ’ τη σκύλ’ ο γιον ντο θα ευτάει το κάζι,
 ας θέκ’ σε απέσ’ σο μεσοχάμ’ κι ο κόσμος ας φωτάζει.

Κι ο Κρητικός λέει.
Ίντα το θέλ’ η μάνα σου τη νύχτα το λυχνάρι,
 οπου ’χει μέσ’ στο σπίτι τζης τον ήλιο, το φεγγάρι!

Ο Πόντιος νομίζει την αγάπη του σαν πίνακα ζωγραφικής.
Εκείνα τα πετούμενα, τ’ ουρανού τα πουλόπα,
εκείνα εζωγράφ’σανε τ’ ομματί’ σ’ τα πλουμόπα.

Κι ο Κρητικός τα ίδια τραγουδάει.
Εκειά 'που χύνουν το γυαλί και βγαίνει το κρυστάλλι,
 εκειά που ζωγραφίσανε τ’ αγγελικά σου κάλλη.

Ο Πόντιος θέλει τον νέο όμορφο, άγγελο, ήλιο, αητό.
Άμον ήλιος εφάνθες με κι άμον αητός εδέβες
και ωσνά καλοτέρεσα, ραχία επιδέβες.

Αλλά και ο Κρητικός.
Σαν βασιλέας πορπατείς, σαν ρήγας κατεβαίνεις,
σαν άγγελος ζωγραφιστός και τσι καρδιές μαραίνεις.

Κοινή ψυχοσύνθεση και κοινή φαντασία
Γενικά παρατηρείται ότι και ο Πόντιος και ο Κρητικός έχουν την ίδια ψυχοσύνθεση και την ίδια φαντασία, όταν θέλουν να τραγουδήσουν τον έρωτά τους, την αγάπη τους. Και οι δυο βασίζονται στην ίδια γλωσσοπλαστική ικανότητα, στην ίδια τέχνη, στο ίδιο πλούσιο λεξιλόγιο, για να εκδηλώσουν τα αισθήματά τους. Έτσι, από τη σύγκριση των ποντιακών και των κρητικών τραγουδιών σαφώς φαίνεται η κοινή προέλευση και η καταγωγή των δύο λαών.

Νίκος Λαπαρίδης
 φιλόλογος και συγγραφέας.