Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

Η μάχη των Αμαράντων

Πέρασαν 76 χρόνια από την  μάχη των Αμάραντων Κιλκίς, μιας μάχης που στους πολλούς είναι εντελώς άγνωστη.
Ο χώρος μπροστά στο κοινοτικό κατάστημα κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1950. Μέσα και γύρω από αυτόν, οι Έλληνες στρατιώτες αντιστάθηκαν τους Γερμανούς εισβολείς

Στις 8 Απριλη 1941, στα Αμάραντα, ενα τμήμα του 2ου λόχου του 192ου  Συντάγματος αντιστάθηκε σθεναρά στους εισβολείς Γερμανούς και τους προκάλεσε σοβαρές απώλειες. Τα γεγονότα της μάχης των Αμάραντων, ενός χωριού με αμιγή πληθυσμό προσφυγων, εξελίχθηκαν ως εξής:
Το μεσημέρι εκείνης της ημέρας, Γερμανοί στρατιώτες, εισέβαλαν με άρματα μάχης από τη Βουλγαρία στη Γιουγκοσλαβία και ανενόχλητοι, σχεδόν χωρίς καμία αντίσταση, μπήκαν στο ελληνικό έδαφος, δυτικά από τη λίμνη Δοϊράνη. Ήταν 7.30 το πρωί όταν μπήκαν στο ελληνικό έδαφος, εξουδετερώνοντας τη φρουρά του μεθοριακού φυλάκιου Ακρίτα, όπου σκοτώθηκε ο Αμαραντιώτης Αβραάμ Χουνουζίδης. Μετά μια ώρα, έφτασαν στα σύνορα των Αμαράντων.

Πανικόβλητοι οι κάτοικοι εγκαταλείπουν το χωριό
Οι κάτοικοι των Αμάραντων, όταν είδαν τη γερμανική φάλαγγα να έρχεται από τη Δοϊράνη προς το χωριό, πανικοβλήθηκαν και πολλοί πήραν τα βουνά με κατεύθυνση τη Γάβρα. που βρίσκεται πίσω από το βουνό, αρκετοί, όμως. έμειναν στο χωριό. Τον πανικό των κατοίκων και τη βεβαιότητά τους ότι θα γίνει μάχη μέσα στον οικισμό, την επέτεινε και η κατάρριψη του γερμανικού αναγνωριστικού αεροπλάνου από τους Έλληνες στρατιώτες, που την παρακολούθησαν όλοι, σχεδόν, και ανάμεσά τους ο γράφων (εφτά ετών, τότε).

Η περιγραφή του υπίλαρχου Δημητρίου Χονδροκούκη 
Την πτώση του αεροπλάνου την περιγράφει ως εξής ο στρατηγός (τότε υπίλαρχος) Δημήτριος Χονδροκούκης:
«Οκτώ πρωί της 8 του Απρίλη 1941 κατερχόμενος με τα ιταλικά αρματάκια την κατηφοριά από Πανόραμα (μία κορυφή τον βουνού των Αμάραντων) προς Άγιο Χαράλαμπο, καρροποίητο σκεπασμένο από αρκετή χλωρίδα, βλέπω ένα γερμανικό αναγνωριστικό αεροπλάνο να υπερίπταται πάνω από τη φάλαγγά μου. Κοίταζα με τα κιάλια μου και είδα ότι ήτο αναγνωριστικό αεροπλάνο. Είχε χατεβεί αρκετά χαμηλά, ώστε να βρίσκεται στο πεδίο βολής των αντιαεροπορικών πολυβόλων μας. Αναλογίστηκα αν θα έπρεπε να διατάξω εναντίον τον βολή, γιατί ίσως, έλεγα, να προδώσω τη θέση μου. Ήξερα άτι μετά από αναγνωριστική πτήση ήρχοντο τα τρομερά «στούκας» (σ. σ. γερμανικά βομβαρδιστικά αεροπλάνα). Αλλά ψύχραιμη σκέψη έβγαζε το σωστά συμπέρασμα ότι: «δεν ήτο δυνατόν, ούτως ή άλλως, να μην έχει δει τη φάλαγγα μου».

Η πτώση του γερμανικού αεροπλάνου
Ήταν μια φάλαγγα 32 αρμάτων - μπουζουκιών και άλλων δώδεκα αυτοκινήτων μεταφοράς προσωπικού και εφοδίων, με καμιά δεκαριά μοτοσυκλέτες.
Έτσι σε μια στιγμή που το αεροπλάνο πετούσε πάνω από τη φάλαγγα, σε ύψος 600-700 μέτρων, διέταξε ο Χονδροκούκης «πύρ». Σε κάθε ριπή πέντε φυσιγγιών ήταν και ένα τροχιοδεικτικό, που έδειχνε την πορεία της ριπής.
Ζώσανε το αεροπλάνο οι σφαίρες. Στο δεύτερο μπαράζ ριπών, το αεροπλάνο βγάζει μια τεράστια ουρά καπνού. Είχε χτυπηθεί και καιγόταν. Σε λίγα δευτερόλεπτα, δύο άνδρες έπεφταν από το αεροπλάνο με αλεξίπτωτα. Προφανώς το αεροπλάνο ήταν διθέσιο, με χειριστή και παρατηρητή. Το ελαφρό αεράκι τους έσπρωχνε προς τη λίμνη της Δοϊράνης. Το αεροσκάφος κάνοντας τρελλές στροφές, πήγαινε κι αυτό προς τη λίμνη. Ακούστηκε σε λίγα δευτερόλεπτα τρομερός κρότος στις παρόχθιες καλαμιές. Είχε πέσει εκεί φλεγόμενο. Το πλήρωμά του κατέβαινε αργά με το αλεξίπτωτο, αιωρούμενο προς  τις όχθες της λίμνης. Ήσαν τυχεροί και δεν έπεσαν στη λίμνη. Προσγειώθηκαν ομαλά, έξω από το χωριό Αγιος Χαράλαμπος. Τους έπιασαν και τους έστειλαν αμέσως στην έδρα του 193ου Μηχανοκίνητου Συντάγματος Ιππικού.
Αμάραντα

Οι Γερμανοί μπαίνουν ξαφνικά στα Αμάραντα
Οι Γερμανοί, εν τω μεταξύ έφτασαν γρήγορα και ξαφνικά μέσα στο χωριό. Μπήκαν από δύο μεριές. Όταν ένα ελληνικό όχημα, με έναν ανθυπολοχαγό, έναν οδηγό και έναν στρατιώτη, που μπήκε στο χωριό, προερχόμενο από τον Άγιο Χαράλαμπο και έφτασε μέχρι το σπίτι του Γεωργίου Πεκιαρίδη, στο δημόσιο δρόμο, αντιλήφθηκε ότι στο χωριό Αμάραντα μπήκαν πολλοί Γερμανοί στρατιώτες, έκανε γρήγορα στροφή προς τα πίσω, πέρασε τη ρεματιά και πήγε και οχυρώθηκε με ένα οπλοπολυβόλο στο προαύλιο της παλαιός μικρής εκκλησίας του χωριού. Τον οδηγό τον έστειλε με το όχημα πίσω, στην Καψάλα (τοποθεσία μεταξύ Αμαράντων και Αγίου Χαράλαμπου) να ειδοποιήσει ότι πολλοί Γερμανοί είναι στο χωριό.

Μάχη γύρω από την εκκλησία
Γύρω από την παλιά τότε μικρή εκκλησία υπήρχε περιφερειακά ένας τοίχος ύψους 1,5 έως 2 μ., πάνω στον οποίο χτίστηκε η σημερινή εκκλησία των Αμαράντων.
Πίσω από αυτόν τον τοίχο, που έβλεπε προς τον δημόσιο δρόμο και τη ρεματιά και ακριβώς εκεί είναι σήμερα η πόρτα της εκκλησίας, που βλέπει στο πνευματικό κέντρο, ο ανθυπολοχαγός οχυρώθηκε με τον στρατιώτη και από το άνοιγμα της πόρτας έριχνε απέναντι με το πολυβόλο προς τους Γερμανούς, που ήθελαν να περάσουν τη ρεματιά και να εξοντώσουν την ελληνική αντίσταση. Με το πολυβόλο έριχναν συνέχεια και, όπως λένε, σκότωσαν και τραυμάτισαν πολλούς Γερμανούς.
Τους σκοτωμένους και τραυματισμένους, τους έβλεπαν οι χωρικοί, όταν τους έφερναν πίσω, με μοτοσικλέτες, μπροστά στο καφενείο του Κίμου (Κίμωνα). Οι Γερμανοί τα χρειάστηκαν και σταμάτησαν. Πεζοί ήταν αδύνατον να περάσουν τον δημόσιο δρόμο και να χτυπήσουν τους Έλληνες στρατιώτες, γιαυτό, μετά από λίγο, έφεραν ένα άρμα μάχης (τανκ). 
Με το άρμα αυτό πλησίασαν και έβαλαν στον στόχο τη θέση των Ελλήνων υπερασπιστών, στον αριστερό τοίχο της προβλεπόμενης τότε πόρτας της εκκλησίας και αφού τρύπησε η οβίδα τον τοίχο (πάχους 60 εκατοστών) στη συνέχεια χτύπησε θανάσιμα τους δύο ήρωες, ανθυπολοχαγό και στρατιώτη. Κάποιοι χωριανοί λένε ότι ο ανθυπολοχαγός δεν πέθανε αμέσως, αλλά τραυματίστηκε βαριά. Οι Γερμανοί, όταν σταμάτησε πλέον το πολυβόλο να ρίχνει εναντίον τους, πλησίασαν, είδαν τους δύο ήρωες να κείτονται και στη συνέχεια ένας Γερμανός πυροβόλησε τον ανθυπολοχαγό που ξεψυχούσε.

Η μάχη συνεχίστηκε στη ρεματιά των Αμαράντων
Την ημέρα εκείνη, 8 Απρίλη 1941, σχεδόν σε όλο το χωριό γινόταν μάχη, γύρω από τη ρεματιά, που χωρίζει τα Αμάραντα. Έλληνες στρατιώτες είχαν οχυρωθεί στον σταυλαχυρώνα του Δαμιανού Τσουκαλίδη και πυροβολούσαν απέναντι, προς το οικόπεδο και το σπίτι του Νικολάου Π. Σαββίδη (Φουστούλη), τραυματίζοντας και σκοτώνοντας Γερμανούς. Τα παπλώματα και τα στρώματα από το σπίτι του Νικόλαου Σαββίδη τα πήραν όλα οι Γερμανοί, τα έβαλαν σε κάρα για να μεταφέρουν πάνω σε αυτά τους τραυματίες τους.
Την ίδια μέρα μεταξύ του παλιού δημοτικού σχολείου και του γηπέδου σκοτώθηκε ένας Έλληνας στρατιώτης και άλλοι τραυματίστηκαν. Οι τραυματισμένοι βρέθηκαν στο σπίτι του Αγγελή Καραγεωργάκη, απέναντι από το δημοτικό σχολείο των Αμαράντων. Όμως, ψηλά, από το οικόπεδο του Νικόλαου Δούκογλου και συγκεκριμένα από τον πρόχειρο αχυρώνα, ένας Έλληνας στρατιώτης πυροβολούσε απέναντι στη ρεματιά, στον δρόμο που οδηγούσε προς το οικόπεδο του Νικ. Σαββίδη (Φουστούλ’) και εμπόδιζε τους Γερμανούς να περάσουν τη ρεματιά. Τελικά, ο στρατιώτης αυτός πυροβολήθηκε από άλλη ομάδα Γερμανών, που ήρθαν από πίσω του, δηλαδή από την ομάδα των Γερμανών που προηγούμενα είχε σκοτώσει στον δρόμο μεταξύ των οικοπέδων Τσαμπούνα (Γεωργίου Εμμανουηλίδη) και Τσιρίπ (Ιωάννη Σειρηνόπουλου), τον γραμματέα της κοινότητας Γεώργιο Παπαδόπουλο και τον κλητήρα Ηλία Λαζαρίδη. 
Ο στρατιώτης αυτός τραυματίστηκε βαριά και, πριν φθάσουν οι Γερμανοί να βάλουν φωτιά στον αχυρώνα, πρόλαβε, σύρθηκε και μπήκε στον αχυρώνα του απέναντι οικοπέδου του Θεοδώρου Χαραλαμπίδη. Εκεί, μετά από λίγες ώρες, άφησε την τελευταία του πνοή.

Σκληρή μάχη με τους Γερμανούς και κοντά στον λόφο 
Παράλληλα, στην άκρη του χωριού, προς τον λόφο, γινόταν σκληρή μάχη. Σκοτώθηκαν πέντε Έλληνες στρατιώτες και τρεις τραυματίστηκαν. Από τους άμαχους σκοτώθηκε ο Θωμάς Παπαγεωργίου, ο οποίος, την ώρα που γινόταν η μάχη, βρισκόταν, μαζί με τον ανιψιό του Γρηγόρη, κοντά στο μαντρί (στάνη) του Γιαννάκου Δοντσίδη.
Όταν ο επικεφαλής των Ελλήνων στρατιωτών διαπίστωσε ότι υπάρχουν τρεις τραυματίες, πρόσταζε τον Θωμά Παπαγεωργίου να φροντίσει να μεταφερθούν για πρώτες βοήθειες. Στον Γρηγόρη είπε να πάει στην Καψάλα και να τους πληροφορήσει για τα συμβαίνοντα, όπου πιθανόν να ήταν η διοίκηση του τάγματος. Δεν προχώρησαν, όμως, οι δυο τους πολύ, και οι Γερμανοί, με το πολυβόλο, που έστησαν στο οικόπεδο του Γεωργίου Παγιαννίδη, έριξαν εναντίον τους και ο μεν Γρηγόρης πρόλαβε, έτρεξε και μπήκε στη ρεματιά, όπου είναι τα πλατάνια και σώθηκε. Ο Θωμάς, όμως, δεν πρόλαβε, τον βρήκαν τα βόλια του πολυβόλου και τον τραυμάτισαν πολύ βαριά. Ο άτυχος Θωμάς, έπεσε, δεν ξεψύχησε αμέσως, τον πρόλαβε ο ανεψιός του Νίκος Παπαγεωργίου, που δεν μπορούσε, όμως, να του προσφέρει κάποια βοήθεια, διότι ο τραυματισμός του ήταν πολύ βαρύς.
Η Ελπίδα Γρηγοριάδου , που διακρίνεται δεύτερη από αριστερά, με την οικογένεια της στην Τσεχοσλοβακία, όπου κατέφυγε ως πολιτική πρόσφυγας. Ήταν η Αμαραντιώτισσα που φρόντισε τους τραυματίες

Πιστοί στον καθήκον, παραμένουν στις θέσεις τους
Όπως προαναφέρθηκε, την ίδια μέρα, οι Γερμανοί σκότωσαν τον γραμματέα της κοινότητας Γεώργιο Παπαδόπουλο και τον κλητήρα Ηλία Λαζαρίδη. Οι δυο τους είχαν ειδοποιηθεί να βρίσκονται στο κοινοτικό γραφείο και να είναι κοντά στο τηλέφωνο, και ενώ όλοι οι Αμαραντιώτες έφευγαν, αυτοί, πιστοί στο καθήκον τους, ξεκίνησαν για το κοινοτικό γραφείο,. Οι Γερμανοί, όμως, στον δρόμο μεταξύ των οικοπέδων Γ. Εμμανουηλίδη και Θ. Χαραλαμπίδη, τους σκότωσαν.
Τους τρεις τραυματίες του λόφου περιποιήθηκε η Αμαραντιώτισσα Ελπίδα Γρηγοριάδου, αρχικά στο σπίτι της και στη συνέχεια στο σπίτι του Κωνσταντίνου Λαζαρίδη.

Καίνε και ρημάζουν οι Γερμανοί στα Αμάραντα 
Ενώ οι Έλληνες στρατιώτες αμύνονταν και απέκρουαν τις επιθέσεις των Γερμανών, προκαλώντας τους απώλειες σε νεκρούς και τραυματίες, οι άλλοι Γερμανοί στρατιώτες έβαζαν φωτιά στις αποθήκες, τους αχυρώνες και τους στάβλους. Έκαψαν την καπναποθήκη, σιταποθήκη και τον στάβλο του Παντελή Τσαχουρίδη, όπου κάηκαν έξι μεγάλα ζώα και κότες, καθώς και την αποθήκη, τον αχυρώνα και τον στάβλο του Μιχαήλ Πεκιαρίδη, όπου κάηκαν όλα τα ζώα και την αποθήκη, τον αχυρώνα και τον στάβλο του Πολυχρόνη (Πολίκα) Λαζαρίδη. Ο τελευταίος πρόλαβε και έβγαλε έξω τα ζώα και έτσι σώθηκαν. Έκαψαν, τέλος, και τις αποθήκες, τους αχυρώνες και τους στάβλους του Αβραάμ X. Σαββίδη και του Ηλία Βαφειάδη.
Τις ώρες που συνέβαιναν όλα αυτά τα δραματικά γεγονότα, δύο παιδιά τότε από τα Αμάραντα, ο Νίκος Παπαγεωργίου και ο Δήμος Γεκουσίδης, βοηθούσαν στο σβήσιμο της φωτιάς που έκαιγε την αποθήκη και τον αχυρώνα του Πολυχρόνη Λαζαρίδη.

Φροντίδα για τους τραυματίες και ταφή των νεκρών 
Τους τραυματίες τους επισκέφθηκε ο τότε ιερέας τον χωριού Παπαστέφανος Κυριακίδης και, με κίνδυνο της ζωής του, φρόντισε, μαζί με τον Αμαραντιώτη Ηλία Χουνουζίδη και τον Πλατανακιώτη Γιώργο Κεχαΐδη, να τους μεταφέρουν στο νοσοκομείο Κιλκίς.
Ο ιερέας φρόντισε και για την ταφή των νεκρών Ελλήνων στρατιωτών. Οι στρατιώτες είναι οι:
1.Κωνσταντίνος Γεωργ. Κουρκουτάς, ανθυπίλαρχος του 192°" Μ. Σ., γεννημένος το 1920 στην Καλαμάτα Μεσσηνίας, κάτοικος Αθηνών, Ηλιουπόλεως 9.

2. Θεόδωρος Σωκρ. Κράκας ή Κρακράς, λοχίας Α’ Σ. Ιππικού, γεννημένος το 1917 στον Πειραιά. Στο βιβλίο του ΓΕΣ, ο Κρακράς αναφέρεται ως εξαφανισμένος στην περιοχή του χωριού Θεοδώροβο, στα σύνορα των νομών Κιλκίς και Σερρών.

3. Άγγελος Λεων. Σερέτης, στρατιώτης του 192ου Μ.Σ., γεννημένος το 1916 στο χωριό Παύλου Φθιώτιδας, κάτοικος του χωριού Παύλου Λοκρίδας.

4. Κωνσταντίνος Βαβάιτογλου, δικηγόρος, γεννημένος το 1908 στη Μανδρίτσα Αδριανουπόλεως Ανατολικής Θράκης, κάτοικος Θεσσαλονίκης.

5. Θεόδωρος Αντων. Μπαρής, στρατιώτης του 2ου λόχου ασφαλείας Θεσσαλονίκης, από τη Βάλτα Κασσάνδρας Χαλκιδικής.

6. Παναγιώτης Καράμπελας, στρατιώτης, κλάσης 1927 από τον Δομοκό (για τον στρατιώτη αυτόν δεν βρέθηκαν άλλα στοιχεία).

7. Νικόλαος Χατζηκώστογλου, στρατιώτης, από την Κασσάνδρα Χαλκιδικής.

8. Αλέξανδρος Παναγ. Βλαχάκης, στρατιώτης της 193ης μονάδας, από τη Θεσσαλονίκη.

 9. Αβραάμ Κοσμά Χουνουζίδης, στρατιώτης από τα Αμάραντα Κιλκίς.

 Οι στρατιώτες Νικόλαος Χατζηκώστογλου και Αλέξανδρος Βλαχάκης δεν αναφέρονται στο βιβλίο του ΓΕΣ, ούτε ως εξαφανισμένοι ούτε ως σκοτωμένοι.

Από τους Έλληνες στρατιώτες σκοτώθηκαν 8 και τραυματίστηκαν πέντε. Από τους Γερμανούς σκοτώθηκαν 17 και τραυματίστηκαν πολλοί. Οι τραυματίες Έλληνες στρατιώτες ήταν οι: 
1.Παναγιώτης Βασιλ. Λεπενιώτης, κάτοικος Παλαιοπαναγιάς Θηβών.
2. Γεώργιος Ισ. Καμπέλης, κάτοικος Σερρών.
3. Ιωάννης Ηλ. Αλεξανδρής, κάτοικος Βουνοχώρας Παρνασίδας.
4. Κωνσταντίνος Δημ. Βουρούκας, κάτοικος Νέας Ιωνίας Βόλου και
5. Νικόλαος Σπ. Ζαρουκάκης, κάτοικος Αυλώνα ή Κακιάς Σκάλας.

Αχιλλέας Πηλείδης
Δικηγόρος