Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Μνήμες από την Καλαμαριά

Η τωρινή οδός Κομνηνών φαντάζει στη μνήμη μου σαν σκηνικό αμερικάνικου γουέστερν. Ένα σκηνικό, όπου γυρίστηκαν πολλά φιλμ, χωρίς τίποτε να έχει αλλάξει.
Στη μία γωνία της ήταν το μπακάλικο του Φουντουκίδη και απέναντι ο Τζώρτζης. Δίπλα στου Φουντουκίδη, ήταν ο φούρνος του Ταρασίδη, πιο κάτω ένα μικρό μαγαζάκι με το καφεκοπτείο ενός Αρμένη. Το πούλησε αργότερα στον Καρακασίδη, για να φύγει οικογενειακώς στην Αρμενία.
Το τσαγκαράδικο του Φιρφιρή και η καθημερινή παρέα
Δίπλα στο καφεκοπτείο ήταν ένα χασάπικο και τέλος το καφενείο του Γιάννη. Από τον τοίχο του καφενείου ξεκινούσε μια σειρά θαλάμου με πολλές οικογένειες. Ο θάλαμος αυτός έφτανε μέχρι τα μαγαζιά του Παντοφλά, του Νίκου. Μετά πάλι παράγκες. Το εργαστήρι του Σταύρου Μαβίδη, για ωρολόγια και επισκευές. Τεχνίτης ο ίδιος από το Ρίζε και το Βατούμ της Γεωργίας, είχε έρθει και αυτός με την οικογένειά του πρόσφυγας στην Καλαμαριά. Έβαζε συνέχεια στο μάτι του έναν οπτικό κύλινδρο, για να ελέγχει τις βλάβες των ωρολογίων. Τον Σταύρο Μαβίδη τίμησε η μεταξική δικτατορία με εξορία στη Φολέγανδρο.
Όλοι οι Πόντιοι νέοι ήσαν «επικίνδυνοι» εξαιτίας των προοδευτικών τους ιδεών. Έτσι τους τίμησαν με εξορίες, με εκτελέσεις και φυλακίσεις κατά τη γερμανική κατοχή και μετά, πάλι εξορίες και διώξεις, κατά τη μακρά μετεμφυλιακή περίοδο.
Δίπλα στου Μαβίδη, ήταν μια παράγκα, όπου, αργότερα, έκαμε το ζαχαροπλαστείο «Η Κυψέλη» ο «κατάσκοπος. Τον έλεγαν κατάσκοπο, αλλά ο άνθρωπος δεν είχε σχέση καμία με μυστικές υπηρεσίες ή ξένες δυνάμεις. Απλώς, συνήθιζε το απόγευμα να κάνει μια γύρα, για να δει εάν οι ανταγωνιστές του είχαν πελατεία ή όχι.. Πήγαινε μέχρι το περίπτερο της Φιλιώς, για να δει από εκεί το ζαχαροπλαστείο του Χαραλαμπίδη. Ε, αυτό έφτανε. Αμέσως του κόλλησαν το παρατσούκλι «ο κατάσκοπος».
Στην Κυψέλη είχαν ένα βαρελάκι ξύλινο, όπου με το χέρι περιέστρεφαν και έφτιαχναν παγωτό. Παγωτό πουλούσαν και περιφερόμενοι παγωτατζήδες, με οχήματα-ποδήλατα.
Μετά ήταν η παράγκα του Βουτυρά, η βρύση του Τριπολίτη, μια αλάνα και, τέλος, τα μαγαζιά του Σαμψώνογλου, τα μόνα που έμειναν όπως ήσαν. Ο γέρο Σαμψώνογλου κρατούσε το ένα μαγαζί και πουλούσε τσιμέντο, καρφιά, ασβέστη και άλλα παρόμοια. Τα άλλα δύο μαγαζιά ήσαν νοικιασμένα. Στη μέση το παπουτσάδικο του Φιρφιρή, που αργότερα έγινε το φωτογραφείο του Πέτρου Μουσικίδη και το μαγαζί του Λάζαρου. Ο Φιρφιρής εγκατέλειψε το μαγαζί αυτό και συνέχισε τις εργασίες του στην αυλή του σπιτιού του.
Είχαμε και έναν κινητό φωτογράφο, τον Χρήστο Πασαλίδη. Δεν υπάρχει, πιστεύω, Καλαμαριώτης, που να μην τον έχει φωτογραφίσει.
Μετά τον Σαμψώνογλου, ήταν πάλι αλάνα, όπου σήμερα είναι «Ο Καταναλωτής», η παράγκα του ποδήλατά και η αποθήκη του Αλέξη, που αργότερα έγινε ο θερινός κινηματογράφος «Ρεξ». Δίπλα στο «Ρεξ», ήταν ο μπαξές του Παπακωνσταντίνου και μετά, το μεγάλο δίπατο σπιτικό του Ασλανίδη. Κάτω μαγαζιά και πάνω σπίτι. Τα μαγαζιά ήσαν ένα μπακάλικο του ίδιου του Λεωνίδα και της γυναίκας του, της Σοφίας Ασλανίδη, μετά ένα κουρείο και το καφενείο του Κώτα.
Μέσα από το μπακάλικο του Ασλανίδη πέρασαν διάφοροι υπάλληλοι. Θυμάμαι τον Αλέκο Τσακαλίδη, που έγινε, μετά, μεγαλέμπορος στην ιχθυαγορά, και τον Βουτυρά τον Ηλία. Δίπλα στου Κώτα ξεκινούσαν πάλι παράγκες, με πρώτη το μανάβικο του Σιαμίδη. Το καφενείο του Κώτα άφησε εποχή, γιατί εκεί δέσποζε ο κεμεντζές και τα πρωτοπαλήκαρα, που είχαν έρθει από τον Πόντο. Είχε και γραμμόφωνο. Οι παράγκες κατηφόριζαν, μέχρι το Μάκερ, στη σημερινή οδό Πόντου.

Γιώργος Ανδρεάδης
Συγγραφέας