Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

Χωρίς εσέν κι ίνουμαι χωρίς εσέν ’κ’ευτάω. Δ' μέρος

Στο βιβλίο του Γεωργίου Ηλ. Σακκά «Η ιστορία των Ελλήνων της Τριπόλεως τον Πόντου» (1990) αναφέρεται ότι στην κοιλάδα του ποταμού Χαρσιώτη, σε απόσταση μιας ώρας από τη θάλασσα, υπήρχε μια βραχώδης άκρα, μι το οχυρό φρούριο «Πέτρα Καλέ» ή «Πέτρωμα», που προστάτευε τους κατοίκους της Τρίπολης από επιδρομείς, προερχόμενους από το εσωτερικό.
Τρίπολη - Πόντου
Το φρούριο αυτό εγκαταλείφθηκε στην τύχη του μετά την κατάκτηση του Πόντου (1461) από τους Οθωμανούς.
Οι ντερεμπέηδες (μουσουλμάνοι φεουδάρχες, μερικοί από τους οποίους ήταν ελληνικής καταγωγής και ήταν οι πιο σκληροί)» που κατέλαβαν την αρχή στην Τρίπολη και την περιοχή της, παρά τις διάφορες συγκρούσεις μεταξύ τους για την απόκτηση των εδαφών γύρω από το ποτάμι Γιαγλί Ντερέ (ντερέμπεης σημαίνει άρχοντας του ποταμού), δεν χρησιμοποίησαν το φρούριο, γιατί πλέον οι συγκρούσεις γίνονταν με νέα όπλα. Ο τελευταίος ντερέμπεης της Τρίπολης (στις αρχές του 19ου αιώνα) ήταν ο Κετχούτ ζαδέ Μεμέτ αγάς ή Κεχαγιόγλου, τον οποίο - μαζί με πολλούς άλλους ντερεμπέηδες - εξόντωσε ο σουλτάνος Μαχμούντ (αυτός που αντιμετώπισε την ελληνική επανάσταση του 1821).
Η Τρίπολη, που είναι χτισμένη σε βραχώδες ύψωμα, στη θέση της παλαιός Ισχόπολης ονομάστηκε έτσι από τις τρεις πόλεις που την αποτελούσαν: την Ισχόπολη, τα Αργύρια (από τα μεταλλεία αργύρου στην περιοχή Χαλκάβαλα) και τη Φιλοκάλεια.
Ο Γεώργιος Φιρτινίδης αναφέρει στο βιβλίο του για την Κρώμνη ότι οι μεγάλες οροσειρές της περιοχής, με τις πανύψηλες κορυφές, αποτελούσαν, για την εποχή εκείνη, κατάλληλα στρατηγικά σημεία και για τον λόγο αυτόν, στα βυζαντινά χρόνια, που η Κρώμνη είχε διαμορφωθεί σε συγκροτημένο χωριό, έγινε κέντρο για την οργάνωση κάστρων και φρυκτωρίων - ένα είδος φάρων πάνω στα κάστρα, από όπου έπαιρναν και έστελναν σήματα με πυρσούς.
Στην οροσειρά που απλώνεται από τον Άεν Ζαχαρέα έως το Καρατάς (ή Γαρατάς), υπήρχαν τα «Μαύρα τα Γωνέας», ερείπια κάστρου (Τη Καμελή το στούδ’), φρυκτώριο και άλλα, που εξαφανίστηκαν με το πέρασμα του χρόνου και ξεχάστηκαν κατά τη διάρκεια της τουρκικής σκλαβιάς. Όλα αυτά δεν καταγράφηκαν, γιατί ο Πόντος, κατά την πρώτη περίοδο της τουρκικής κατάκτησής του δεν είχε σχολεία, οι Έλληνες ζούσαν χωρίς καμία παιδεία και, ήταν φυσικό να σβήσουν και οι παραδόσεις, που μεταδίδονταν από γενιά σε γενιά.
Ανατολικά από τα «Μαύρα τα Γωνέας» της Κρώμνης, κοντά στον δρόμο από το Μαντέν προς το Καρατάς, υπάρχει μία τοποθεσία, που την έλεγαν «Τα κάστρα». Η ονομασία, βεβαίως, μαρτυρεί ότι κάποτε, κατά τη βυζαντινή αυτοκρατορία, υπήρχε εκεί συγκρότημα κάστρων. Ερείπια αυτών των κάστρων διασώζονταν μέχρι και τις ημέρες της ανταλλαγής των πληθυσμών.
Σιαμανάντων- Κρώμνης
Για τη Γλούβαινα, όπου βρισκόταν «τη Γλούβαινας ο κάστρεν», ο Γεώργιος Φιρτινίδης σημειώνει: «Δυτικά της ενορία Σιαμανάντων, σε απόσταση μικρότερη από ένα χιλιόμετρο, ήταν η ενορία της Γλούβαινας. Ο δρόμος που ένωνε τη Γλούβαινα με τις άλλες ενορίες ήταν στενός, αλλά ομαλός. Εκείνος που αντίκριζε τη Γλούβαινα από τον Καστρότοιχο ή από την ενορία Σαράντων και τον Αληθινό, την έβλεπε να βρίσκεται απλωμένη μέσα σε μια επικλινή κοιλάδα. Φαινόταν να στεφανώνεται από βορρά με τον όγκο των δυτικών Λεοσταριών, που παίρνοντας κατεύθυνση προς τον νότο, χαμηλώνει προς το Καλούλ’ και ακολούθως υψώνεται, λίγο ομαλά, προς τον λοφίσκο Ζαρογλία, και από εκεί χαμηλώνει συνεχώς προς την ποταμιά. Ο Κάστρεν είναι βυζαντινό χτίσμα, κυκλικό (ροτόντα) και στο βάθος του υπάρχει παλαιό πηγάδι, που έχει διασωθεί. Ψηλότερα από τον Κάστρεν ήταν η θέση «Ο Κουδούσκον», με άφθονο και κρύο νερό, από το οποίο υδρευόταν η περιοχή».

Κάτω από τον μεγαλύτερο συνοικισμό της Κάτω Γλούβαινας, των Βαϊζάντων - οι κάτοικοι ήταν κρυπτοχριστιανοί και βαΐζ σημαίνει κήρυγμα, που τους έκανε ένας χότζας, επισκεπτόμενος, κατά καιρούς, την περιοχή - υπήρχε μια μικρή περιοχή που την ονόμαζαν Γαβρά, που πιθανόν να σημαίνει ότι εκεί υπήρχε κάποιο φρούριο των Γαβράδων.

Πάνος  Καϊσίδης
Δημοσιογράφος- Συγγραφέας