Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

Έτσι πούλησα τα καπνά μου , κάποτε...

Η καπνοκαλλιέργεια στην Ελλάδα αναπτύχθηκε και βελτιώθηκε από τους πρόσφυγες, κυρίως από τους Πόντιους. Και ενώ οι άνθρωποι αυτοί έκαναν τόσα για τον καπνό - το ένα από τα δύο βασικά εξαγώγιμα προϊόντα, μαζί με τη σταφίδα — το κράτος αδιαφόρησε για τους καπνοπαραγωγούς και τους παρέδωσε ανυπεράσπιστους στα νύχια των μεγάλων εταιρειών καπνού. Ένα ενδιαφέρον περιστατικό από τα τερτίπια που χρησιμοποιούσαν οι μεσίτες - λέγονται και εξπέρ, ειδικοί - περιγράφει ο Παναγιώτης Ραφαηλίδης

Μια μέρα, ένα αυτοκίνητο είχε σταματήσει στην πλατεία του χωριού μας και από μέσα βγήκαν δυο καλοντυμένοι άντρες με τσάντες στα χέρια κατευθυνόμενοι προς το καφενείο. Γρήγορα μαθεύτηκε πως επρόκειτο για καπνεμπόρους οι οποίοι ήρθαν να αγοράσουν τα καπνά μας. Ως καλλιεργητής καπνού έσπευσα και εγώ να μάθω τις τιμές που θα προτείνουν οι εν έμποροι.
Πέρασε μια ώρα και το καφενείο γέμισε με παραγωγούς που αγωνιούσαν για το τι θα γίνει. Στο τραπέζι, μαζί με τους καπνεμπόρους, κάθονταν οι πρόεδροι της κοινότητας και του συνεταιρισμού, καθώς και ο καπνομεσίτης του χωριού και έπιναν τον καφέ τους.

Σκάρτος ο καπνός - κόλπα των καπνεμπόρων
Κάποια στιγμή και αφού ήπιαν τον καφέ τους ο κυρ Στέφανος, που ήταν εκπρόσωπος της εταιρείας «Αμέρικαν Τομπάκο Κόμπανι», άνοιξε την τσάντα του και έβγαλε έναν κατάλογο βαθμολογημένο για κάθε μαξούλι καπνού. Άρχισε να φωνάζει τα ονόματα των συγχωριανών μου: Τζελίλης Χρήστος Οκάδες 1.200, 600 οκάδες καλό με 32 δραχμές, 400 οκάδες ρεφούζι με 24 δραχμές. Το υπόλοιπο σκάρτο με 5 δραχμές την οκά. Ο κακομοίρης ο Τζελίλης πάγωσε μόλις άκουσε για το υπόλοιπο σκάρτο. Άρχισε να εκλιπαρεί τον καπνέμπορο που ήταν ανένδοτος.
Συνεχίζοντας να διαβάζει τον κατάλογο, κάλεσε τον επόμενο που ήταν ο Γιώργος Παναγιωτίδης.
«Ο καπνός σου, κυρ Γιώργη, είναι δεύτερης ποιότητας. Τις 800 οκάδες τις παίρνω με 24 δραχμές και τις 100 σου αφήνω για το σπίτι».
Ούτε τον Παναγιωτίδη δεν βρίσκει σύμφωνο και συνεχίζει με τον επόμενο, που λεγόταν Ζεϊμπέκης Βασίλειος.
«Κυρ Βασίλη, από τον καπνό σου, τις 700 οκάδες τις κοστολογώ με 28 δραχμές και τις 150 οκάδες σκάρτο με 8 δραχμές.
Ο Παναγιώτης Τανιμανίδης, νεαρός δουλεύει στα καπνά , στους Τοξότες Ξάνθης

«Δεν μπορώ να αγοράσω όλα τα καπνά σας! ...»
Ούτε και ο Ζεϊμπέκης συμφώνησε μαζί του. Τότε ο κυρ Στέφανος τσαντίστηκε και κλείνοντας την τσάντα του, σηκώθηκε να φύγει, λέγοντας στους παριστάμένους: «Λοιπόν, παιδιά, εγώ παραπάνω λεφτά δεν μπορώ να δώσω, αλλά ούτε και όλα τα καπνά του χωριού σας μπορώ να τα αγοράσω. Αυτές είναι οι φετινές τιμές που προτείνει η εταιρία. Αν ήταν στο χέρι μου, θα σας έδινα παραπάνω, αλλά, όπως ξέρετε, και εγώ είμαι ένα φτωχόπαιδο, σας καταλαβαίνω, πλην όμως δεν μπορώ να κάνω τίποτε, διότι ως υπάλληλος δεν έχω πολλά περιθώρια. Αυτά σας λέω, σκεφτείτε τα, νοικοκυραίοι άνθρωποι είστε, εσείς αποφασίσετε. Η γνώμη μου είναι να συμφωνήσετε με τα λεγάμενα μου, γιατί κανείς άλλος δεν πρόκειται να σας δώσει παραπάνω».

«Δεν τα δίνουμε!», φωνάζουν οι καπνοπαραγωγοί
«Δεν τα δίνουμε!», φώναξαν οι καπνοπαραγωγοί με μια φωνή. «Τα ψίχουλα που μας προτείνετε, δεν φτάνουν ούτε για το σπάγκο και το καναβάτσο για τις μπάλες. Έχουμε οικογένειες και είμαστε καταχρεωμένοι στην τράπεζα. Βρισκόμαστε σε απόγνωση. Πώς θα ζήσουμε; Αυτός ο καπνός είναι ποτισμένος με αίμα και ιδρώτα, έλεος πια! Ποιος μας ακούει;».
Ο κυρ Στέφανος, αφού τα άκουσε όλα, μάζεψε την τσάντα του και σηκώθηκε να φύγει μαζί με τον καπνομεσίτη του χωριού μας, τον Αποστόλη, πηγαίνοντας προς το σπίτι του τελευταίου. Πέρασε μια ώρα και οι καπνοπαραγωγοί μαζεύτηκαν ξανά στο σπίτι του μεσίτη.

Απελπισμένοι οι καπνοπαραγωγοί, υποκύπτουν
Πλησίασα τον μπάρμπα Βασίλη και τον ρώτησα :τι έγινε. «Αναγκάστηκα», μου λέει να τα δώσω, αφού περισσότερα κανένας δεν δίνει. Έχω ανάγκη».
«Μα», του λέω, «δεν είπαμε ότι θα αντισταθούμε, μήπως και πετύχουμε κάτι παραπάνω;»
Μάταια προσπαθούσα να τον πείσω, το κακό είχε γίνει, έπρεπε να παραδεχτούμε την ήττα μας .Λαχανιασμένοι ορμήξαμε στην είσοδο του σπιτιού του Αποστόλη φωνάζοντας: «Κυρ Στέφανε, γράψε και τα δικά μου». Ο κυρ Στέφανος δεν προλάβαινε να γράφει τα συμβόλαια και ο συνέταιρός του να δίνει τις 200 δραχμές καπάρο.
Κάποια στιγμή ο κυρ Στέφανος σταματάει το γράψιμο και απευθυνόμενος στους αγρότες, τους λέει: «Φτάνουν, άλλα καπνά δεν αγοράζω. Το ποσόν συμπληρώθηκε, αργότερα βλέπουμε».
Αυτό το «αργότερα» ξέραμε όλοι ότι σήμαινε πως θα ερχόταν μετά από δυο μήνες και Οα έλεγε: «Όποιος θέλει, τα υπόλοιπα τα παίρνουμε με 8 και 10 δραχμές».

Χαμένοι, όπως και να είναι, oι καπνοπαραγωγοί
Το παιχνίδι έχει χαθεί και δεν υπάρχει άλλος τρόπος να αντιδράσουμε. Κανένας έμπορος από τις τρεις εταιρίες δεν θα μας επισκεπτόταν, διότι τα είχαν κανονίσει μεταξύ τους σε ποια χωριά θα πάει ο καθένας τους.
Τα πάνα ήταν κανονισμένα. Π. χ., αν κάποιο χωριό είχε 1.500 οκάδες για πούλημα, θα αγόραζαν τα μισά με 32 δραχμές και τα υπόλοιπα με 8 και 10 δραχμές. Αλίμονο σε αυτούς που δεν πρόλαβαν να τα δώσουν με την πρώτη αγορά!
Μια τέτοια περίπτωση ήταν και η δική μου. Με τις 600 οκάδες που είχα για πούλημα, ούτε το δάνειο που πήρα δεν θα μπορούσα να ξοφλήσω. Σταμάτησε το μυαλό μου και σκέφτηκα ότι κάτι πρέπει να κάνω. Πλησίασα τον κυρ Στέφανο εκλιπαρώντας τον να τα πάρει, αλλά αυτός ούτε που μου έδινε σημασία. Τότε παρακάλεσα τον Αποστόλη, τον μεσίτη, αλλά και αυτόν δεν τον άκουσε. Βγήκα έξω στην αυλή και σκεφτόμουν τι να κάνω, όταν μου ήρθε ξαφνικά η ιδέα να κάνω τον τρελό και ίσως έτσι καταφέρω να τον πείσω.

«Αναγκάστηκα να κάνω τον τρελό, για να πουλήσω!»
Αφού  καλόφαγαν και ήπιαν το κρασί που πρόσφερε ο Αποστόλης, κατευθύνθηκαν στην έξοδο, όπου τους περίμενε το αυτοκίνητο για να φύγουν. Πλησίασα το αυτοκίνητο, πριν από αυτούς, και έστριψα ένα τσιγάρο 15 εκατοστών από εφημερίδα. Τη στιγμή που ο οδηγός έβαζε εμπρός τη μηχανή και άναψαν τα φώτα, πλησίασα και κόλλησα το πούρο μου, δήθεν για να το ανάψω. Τη στιγμή εκείνη περνούσε ο κυρ Στέφανος με την ακολουθία του. Έγειρε προς τον Αποστόλη και κάτι του είπε για μένα. Αμέσως τους πλησίασα και άλλο. Στάθηκα δίπλα τους και ζήτησα φωτιά για να ανάψω το πούρο μου. Με την πρώτη ρουφηξιά, πήρε φωτιά το τσιγάρο, πράγμα που προκάλεσε το γέλιο στον κόσμο που ήταν γύρω μας. Συνεχίζοντας το ρούφηγμα, πλησίασα πολύ κοντά στον κυρ Στέφανο και τον ρώτησα:
«Θα μου τα πάρεις τα καπνά;» Για λίγο τα είχε χαμένα ο έμπορος και μου λέει:
«Τρελός είσαι;».
Και ο  κυρ Στέφανος  απάντησε:
«Καλά, άλλη φορά θα σου τα πάρω».
«Εδώ και τώρα, κυρ Στέφανε», του είπα,
«δεν υπάρχει άλλη φορά». «Μα δεν έχω λεφτά ούτε για καπάρο», μου λέει. «Πάρτα εσύ και τα βρίσκουμε μετά», του απαντάω. Στο μεταξύ, κρατούσα την πόρτα του αυτοκινήτου κλειστή, για να μην μου ξεφύγει. Ανάγκασα τον κυρ Στέφανο να συμφωνήσει και να υπογράψει το συμβόλαιο αγοράς του καπνού μου.

Αυτή ήταν η κατάντια του καπνοπαραγωγού
Αυτή ήταν η κατάντια του καπνοπαραγωγού στον ελληνικό παράδεισο που ζούσαμε. Το κράτος δεν έδινε καμία σημασία, αφήνοντας τους αγρότες στο έλεος των αδίστακτων και αχόρταγων εμπόρων που μας ξεζούμιζαν. Από την άλλη μεριά, η Τράπεζα και οι συνεταιρισμοί, κατευθυνόμενοι από την ολιγαρχία, συνεπικουρούσαν σε αυτό το ανελέητο παιχνίδι της εκμετάλλευσης, χωρίς ο αγρότης να μπορεί να βρει το δίκαιο του πουθενά. Είχε απόλυτο δίκαιο ο βουλευτής του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδας Κώστας Γαβριηλίδης, όταν έλεγε:
«Στα χωριά βρίσκεται το κεφάλι της αγελάδας για να την ταΐζουμε και στην πόλη τα μαστάρια της για να της αρμέγουν το γάλα. Στον αγρότη μένει η κοπριά».

Τασκένδη 1962


Παναγιώτης  Ραφαηλίδης (1903-1969)
Ήταν λογοτέχνης και  συλλέκτης στοιχείων της ποντιακής λαϊκής παράδοσης.