Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

"Στραγαλοπωλείον ο Ηρακλής"

... Τι ήταν πιο πάνω, προς το τέρμα της ανηφόρας;
«Στραγαλοπωλείον ο Ηρακλής», ο θρυλικός Ηρακλής Καραφουλίδης, ο Ηράκλης όπως τον λέγαμε και εξακολουθούμε μέχρι τώρα να τον λέμε (σημ.σύντ. πέθανε υπέργηρος το 2011). Το μαγαζί από το 1946 στη Βενιζέλου. Στην τωρινή του θέση, Ολύμπου 59, μεταφέρθηκε το 1974, με το χτίσιμο της καινούργιας πολυκατοικίας, όπως συνέβη και με τα υπόλοιπα μαγαζιά, που στεγάζονταν εκεί και έπρεπε να μεταστεγαστούν.
Σήμα κατατεθέν για τη γειτονιά μας οι «ξηροί καρποί» του Ηράκλη που — και παραμένει — μια από τις σημαντικές αιτίες για την ιδιαίτερη αναγνωρισιμότητα και τη δημοφιλία της. Και ποιος δεν ψώνιζε ξηρούς καρπούς από τον Ηράκλη; Απ’ όλες τις γωνιές της Θεσσαλονίκης. Αλλά όχι μόνον. Η φήμη του είχε φτάσει σε όλη την Ελλάδα. Οι περαστικοί από άλλες πόλεις, με περιέργεια αναζητούσαν το μαγαζί, για να δοκιμάσουν κι αυτοί τα γευστικότατα σπόρια, μαύρα και άσπρα, τα φιστίκια, τα στραγάλια, μαλακά και σκληρά, φουντούκια, αμύγδαλα, σαν φιστίκ.
 Όταν δοκίμαζαν, καταλάβαιναν, γιατί η φήμη του Ηράκλη είχε φτάσει και σε αυτούς, μακριά από τη Θεσσαλονίκη. Ακόμη και παραγγελίες από μακρινά μέρη, με αεροπλάνα και με λεωφορεία του ΚΤΕΛ έστελνε ο Ηράκλης.
Εμείς, οι καθημερινοί πελάτες του, τη βγάζαμε με μαύρα σπόρια, «μπατιρόσπορα», όπως τα λέγαμε, γιατί ήταν τα πιο φθηνά. Σπανιότερα παίρναμε άσπρα, αυτά ήταν πιο ακριβά και δεν φτουρούσαν για τις ατέλειωτες ώρες κουτσομπολιού στο καφενείο ή στα μάρμαρα. Αγαπημένα μας και τα μαλακά στραγάλια με σταφίδες ξανθές, αρκετά φτηνά και αυτά. Αμύγδαλα, φουντούκια, σαν φιστίκ ήταν είδη πολυτελείας για το δικό μας βαλάντιο. Σε εξαιρετικές και μόνον περιπτώσεις τα γευόμασταν. Γιαυτό και τα απολαμβάναμε με την καρδιά μας τις γιορτινές μέρες, κυρίως τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, όταν στα σπίτια μας το έθιμο επέβαλλε να ψωνίζουν οι μανάδες μας και τέτοιους ακριβούς ξηρούς καρπούς. Όλο κι όλο, δυο τρεις φορές τον χρόνο.
Το κτίριο του Διοικητηρίου και τα μάρμαρα πριν ξηλωθούν
Αλλά και τα μαύρα σπόρια εμείς τα βρίσκαμε εξαιρετικά νόστιμα. Έξω από το καφενείο, στο πεζοδρόμιο, σε μια εξώπορτα πολυκατοικίας, με καναδυό φίλους, στα μάρμαρα, καθισμένοι στο τοιχίο γύρω γύρω, τσικ τσακ, τσικ τσακ, με τις ώρες μασουλούσαμε. Βουνό τα τσόφλια μπροστά, αφήναμε δουλειά για τους οδοκαθαριστές ή, αν μας έπιανε το φιλότιμο, τα μαζεύαμε, για να τα πετάξουμε σε κάποιο καλάθι ή τα σπρώχναμε με το πόδι σε καμιά γωνιά, τούφες τούφες. Για να μην βγάζει μάτι ο σωρός με τα τσόφλια, μερικές φορές, με το παπούτσι μας, τα κάναμε πέρα δώθε, τρεις τέσσερις φορές, μέχρι που η διασπορά τους να καλύψει την «απρέπειά» μας.
Στα μαύρα σπόρια είχαμε γίνει όλοι εξπέρ.. τα τσιμπολογούσαμε με δεξιοτεχνία και εκπληκτική ταχύτητα. Ήταν και αυτό ένα είδος τέχνης, που οι περισσότεροι από μας δεν την λησμονήσαμε και την ασκούμε όποτε μας δίνεται η ευκαιρία. Ειδικότητα «κτηθείσα εν τοις μαρμάροις» ...

Γιώργος Χαρ. Λυσαρίδης

















Απόσπασμα απο το βιβλίο : "Σε τούτα 'δω τα μάρμαρα"