Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Χωρίς εσέν κι ίνουμαι χωρίς εσέν ’κ’ευτάω. Μέρος Α'

Την ομορφιά της ποντιακής διαλέκτου τη χαίρονται μόνον εκείνοι που μπορούν να διαβάσουν με ευχέρεια κείμενα γραμμένα σε αυτήν. Οι άλλοι τη θεωρούν «τραχιά», «δυσνόητη» και «αρκετά τουρκική»!
Και όμως, η ποντιακή διάλεκτος, όχι μόνον δεν έχει σχέση με τα παραπάνω χαρακτηριστικά, που της αποδίδουν κάποιοι, αλλά ως κατ’ ευθείαν προερχόμενη από την ιωνική και λεπτή είναι και εύκολα μπορεί να την καταλάβει κανείς, εφόσον προσέξει, και τις λιγότερες τουρκικές - δηλαδή περσικές και αραβικές - λέξεις περιέχει από την κοινή νεοελληνική και τις άλλες ελληνικές διαλέκτους.
Για να μπορούν να χαίρονται τα γραμμένα στην ποντιακή κείμενα όσο γίνεται περισσότεροι αναγνώστες , το blog μας αρχίζει τη δημοσίευση του θεατρικού έργου του φιλόλογου και συγγραφέα Δημήτρη Νικοπολιτίδη «Χωρίς εσέν κι ίνουμαι χωρίς εσέν ’κ’ευτάω», μαζί με λεξιλόγιο και γραμματική.

Α' πράξη. Το σκηνικό δείχνει δέντρα, σπαρτά και μια βρύση. Κοντά της ένα κύπελο για να πίνουν νερό οι περαστικοί. Στα παρασκήνια ακούγεται ο ήχος λύρας και το τραγούδι «Εμέν η μάνα μ’ είπε με έπαρ’ την Πελαΐαν, κορτσόπον πολλά έμορφον, ψεμένον σην δουλείαν». Με το άνοιγμα της αυλαίας ο Πάντζον βρίσκεται κοντά στη βρύση και σε λίγο λέει:

ΠΑΝΤΣΟΣ: Πολλά άσκεμα ξάφτ’ οσήμερον ο ήλον, έκαψεν την κοτύλα μ’. Καλά κ’ ευρέθεν αδακά αβούτο το πεγάδ’ και κόφτ’ την δίψαν εμουν. Ας πίνω ολίγον νερόν και δροσίσκουμαι, εξεράθεν η γλώσσα μ’.
(Γεμίζει το κυπελο και πίνει. Μετά από λίγο λέει) Ας κάθουμαι αδαφκά σην εβόραν (στη σκιά τον δέντρου) κι αναπάουμαι ολίγον. Πολλά νεγκασμένος είμαι, κατασκοτωμένος. Ας σο πολλά την νεγκασίαν τα ποδάρα μ’ τεντελίζ νε. Ωφ, ωφ και ξαν ώφ.
 (Σε λίγο λέει) Έι κιτί χρόνα, έι κιτί βαχούτα, πότε έρθετε κ' εδέβετε. Ακομάν οψεκέσ’ έτον. Το χωρίον τ’ απάν’ αφκά έκλωθα. Ελεύτερον πουλίν έμ'νε, τιδέν 'κ' ενούνιζα. Έτρωγα έναν έμορφα το μαλέζ’ και τ’ έμνοστον το χαβίτσ’ και η λαλία ’κ’ έβγαινεν. Ασσό εγυναίκ’σα όλα έλλαξαν. Ας σο τουρτουλάεμαν και ας σην κρεβατοπουσπουρίχτραν ’κι θα γλυτώνω. Πολλά αγνός εν’ αβουτος ο κόσμον. Άλλα νουνίεις κι άλλα έρταν σο κιφάλι σ’.
(Σε λίγο σηκώνεται και λέει) Ας πίνω ολίγον κι άλλο νερόν και πάν’ κα τα φαρμάκια.
(Την ώρα που πίνει νερό, έρχεται πίσω του αθόρυβα ο Νάστον και τον χτυπάει ελαφρά στον ώμο. Ο Πάντζον τινάζεται από το ξάφνιασμα και το νερό, που έχει στο στόμα του, το φτύνει πάνω στον Νάστο. Μετά αρχίζει να βήχει).

ΝΑΣΤΟΣ (τον χτυπάει στην πλάτη και λέει) Χαλάλι σ’, Πάντζο, χαλάλι σ’. Άλλο κακόν να μη ευρήκ’σε.

ΠΑΝΤΣΟΣ: (μισοκομμένα) Ξερο ... ξεροκέ ... ξεροκέφαλε ...

ΝΑΣΤΟΣ: Πάντζο, λουλούτσ’ εποίκες με.

ΠΑΝΤΣΟΣ: Καλά εποίκα σε, αφρισμένε ζούρντελη.

ΝΑΣΤΟΣ: Ντο λαγοτσίκαρος είσαι εσύ ο άνθρωπον!

ΠΑΝΤΣΟΣ: Εσύ, αφορισμένε τράτσο, μετ’ ατά τα μασχαρίας-ι-σ’ θα ευτάς μίαν έναν κακόν.

ΝΑΣΤΟΣ: Μη φογάσαι, Πάντζο, και με το παράμικρον μη τρομάεις.

ΠΑΝΤΣΟΣ: Νέπαι, ντο μη φογάσαι και ντο μη τρομάεις λες με εσυ ο παιδάς! Έλα αδακά τέρεν πως κρούει η καρδία μ' (δείχνει την καρδιά του). Εθαρρείς άμον χαμαιλέτες κραγκανάκ'. Ολίγον κι άλλο και θα ετάγκευεν ο νους-ι-μ’.

ΝΑΣΤΟΣ: Καλά, Πάντζο, άλλο ’κι θα μασχαρεύω μετ’ εσέν.

ΠΑΝΤΖΟΣ: Πολλά καλά και πολλά έμορφα θα ευτάς, αφορισμένε τρίχειλε.

ΝΑΣΤΟΣ: Τε, Πάντζο, μη χολάσκεσαι, εξέρτς πόσον αγαπώ σε.
Σαντά (Ισχανάντων- Πινιατάντων- Τερζάντων)



ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
ξαφτ’ = καίει (ρ. ξάφτω),
 κοτύλα = αυχένας, σβέρκος,
 αδακά = εδώ κοντά,
 πεγάδ’(ιν) = βρύση,
αδαφκά = εδώ κάτω,
εβόρα = σκιά,
νεγκασμένος = κουρασμένος μετοχ. του ρ. νεγκάσκο(υ)μαι,
 νεγκασία = κούραση,
τεντελίζ’νε = τρέμουν (ρ. τεντελίζω),
ξαν = ξανά,
 έι κιτί = καλά χρόνια (περασμένα),
 βαχούτα = εποχές,
 οψεκέσ’=προχθές (οψεκέσ' έτονε = δεν πέρασε πολύς καιρός),
τ’ απάν’ αφκά έκλωθα = γυρνούσα όλο το χωριό,
τιδέν ’κ’ ενούνιζα = δεν σκεπτόμουν τίποτε, δεν είχα καμιά έγνοια,
μαλέζ’ = αλευρόσουπα,
τρίμμαν το κουστάρ’= είδος σούπας από πολύ μικρά τρίμματα ζυμαριού,
 χαβίτσ’(ιν) = είδος φαγητού από αλεύρι και ανθόγαλα ή βούτυρο,
έμνοστον = νόστιμο,
ασσό εγυναίκ’σα = αφότου πήρα γυναίκα, δηλ. παντρεύτηκα,
 ας σο τουρτουλάεμαν = από το τουρτούρ,
 κρεβατοπουϋπουρίχτρα= κρεβατομουρμούρα,
αδακέσ' = σ’ αυτόν εδώ τον τόπο,
 αγνός = παράξενος,
αβούτος = αυτός,
 νουνίεις = σκέφτεσαι (ρ. νουνίζω),
 έρταν=- έρχονται,
κα = κάτω,
 χαλάλι = ας είναι, δεν πειράζει,
λουλούτσ’ εποίκες με = μούσκεμα με έκανες,
 ζούρντελη = θεοπάλαβε,
λαγοτσίκαρος= δειλός, φοβητσιάρης, αυτός που έχει καρδιά λαγού,
 τράτσος = χοντρός,
 άμον = σαν,
χαμαιλέτες κραγκανάκ’ = εξάρτημα νερόμυλου που κάνει πολύ θόρυβο, που χτυπάει δυνατά,
θα ετάγκευεν ο νους-ιμ’ = θα έφευγε το μυαλό μου από τη θέση του,
 μασχαρεύω = αστειεύομαι
τρίχειλε= με τρία χείλη, δηλ. χοντρά χείλη,
μη χολάτσκεσαι = μη θυμώνεις (ρ. χολάσκουμαι).


ΚΛΙΣΗ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΚΟΒΩ

Ενεργητική φωνή

ΕΝΕΣΤΩΣ
ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ
ΑΟΡΙΣΤΟΣ
κόφτω
έκοφτα
έκοψα
Κόφτεις (κόφτς)
έκοφτες
έκοψες
κόφτ’(ει)
έκοφτε
έκοψεν
κόφτο(υ)μ’
έκοφταμε
έκοψαμε
κόφτετε
έκοφτετε
έκοψετε
κόφ’νε
έκοφταν
έκοψαν

    
Παθητική φωνή

ΕΝΕΣΤΩΣ
ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ
κόφκο(υ)μαι   &    κόπομαι
εκόφκουμ’νε   &  εκόπουμ’νε
κόφκεσαι        &   κόπεσαι
εκόφκουσ’νε   &   εκόπουσ’νε
κόφκεται        &    κόπεται
Εκόφκουτον    &  εκόπουτον
κόφκουμες     &    κόπουμες
εκόφκουμ’νες  &   εκόπουμ’νες
κόφκεστε        &    κόπεστε
εκόφκουστουν &  εκόπουστον
κόφκουνταν (ουν)  & κόπουνταν
εκόφκουνταν  & εκόπουνταν


ΑΟΡΙΣΤΟΣ
εκόφτα & εκόπα
εκόφτες & εκόπες
εκόφτεν & εκόπεν
εκόφταμε & εκόπαμε
εκόφτετε & εκόπετε
εκόφταν & εκόπαν


Προστακτική: κόφτ' κοφτέστε
Μετοχή: κομένος



Στην ποντιακή διάλεκτο το β τρέπεται σε φτ: αλείβω -αλείφτω, ανάβω - ανάφτω, θρύβω — θρύπτω, κλέβω - κλεφτω, κόβω - κόφτω, κρύβω - κρύφτω, νίβω - νίφτω, ράβω - ράφτω, σκάβω - σκάφτω, τρίβω - τρίφτω.



Δημήτριος Νικοπολιτίδης
Φιλόλογος-Συγγραφέας