Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Ιστορία και Λαογραφία της Σαντάς

Στα 1910 άρχισα τη συλλογή λαογραφικού υλικού της Σαντάς· χωρίς όμως οδηγίες από ειδικούς και εξαιτίας των πολέμων που ακολούθησαν, είχα περιορισθεί στη συλλογή λεξιλογίου, μερικών παραμυθιών, αινιγμάτων, παιγνιδιών, ποιημάτων και παροιμιών. Η συλλογή αυτή έχει υποβληθεί στην Επιτροπή Ποντιακών Μελετών (ΕΠΜ) κατά το 1928, από την οποία και έχει βραβευθεί. Από τότε δεν ασχολήθηκα με τη Λαογραφία, παρά μόνον όσες φορές μου δόθηκε αφορμή.
Στα 1953 παραιτήθηκα από την εκπαίδευση· τότε κάπου διάβασα ότι: «Κάθε τόπος με κάποια ιστορία, κάθε χωριό που έχει καταφέρει να διατηρηθεί καλά μέσα στους αιώνες, είναι για σήμερα και πολύ περισσότερο για αύριο ένα μουσείο, με αντικείμενα παλιάς ζωής και τέχνης. Μακάρι, τουλάχιστο, τα κυριώτερα να είχαν βρει τον άνθρωπο που θα αφιερωθεί σ’ αυτά, να τα μελετήσει και να τα περισώσει».
Από τη στιγμή αυτή άρχισα να ασχολούμαι στη Λαογραφία με ζέση· αλλά η Λαογραφία είναι ολόκληρη επιστήμη χωρίς τέλος· και σε περίπτωση που θα ζούσα δέκα ακόμη χρόνια, θα εύρισκα υλικό να περισυλλέξω, με την προϋπόθεση ότι θα ζούσαν μερικοί τουλάχιστο άνθρωποι από τη γενεά εκείνη που μεγάλωσε στον Πόντο και μετέφερε και εδώ ήθη και έθιμα και ό,τι άλλο παρέλαβε από τους προγόνους· δυστυχώς, η υγεία μου έχει κλονισθεί σοβαρά, και αμφιβάλλω αν θα ζήσω ακόμη μερικά χρόνια- γι’ αυτό αποφάσισα να δώσω στη δημοσιότητα ό,τι ως σήμερα έχω περισυλλέξει.
Κατά τη συλλογή του υλικού κατέβαλα κάθε προσπάθεια για να το αποδώσω ακριβώς, με απλότητα και σαφήνεια, και χωρίς να παρασύρομαι από τα γειτονικά ιδιώματα. Για την απόδοση των ιδιαιτέρων φθόγγων της ποντιακής διαλέκτου έχω ακολουθήσει τις οδηγίες της ΕΠΜ. Όσον αφορά την ορθογραφία, για να μην προσθέσω κι εγώ ένα λιθάρι στη γλωσσική μας ακαταστασία, ακολούθησα την επίσημη γραμματική του κράτους (Μανόλη Τριανταφυλλίδης εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις. Μειονέκτημα βέβαια του βιβλίου είναι ότι η γλώσσα του δεν είναι στρωτή δημοτική, αλλά έχει και μερικές λέξεις και τύπους της καθαρεύουσας, διότι έτσι μπορούσα να αποδώσω καλύτερα τις σκέψεις μου.
Επειδή δεν είμαι κάτοχος ούτε της ευρωπαϊκής ούτε και της εκκλησιαστικής παρασημαντικής, δεν μπορούσα να αποδώσω και το μέλος των δίστιχων και ασμάτων.
Τα ανέκδοτα δεν είναι πλαστά, ούτε και δάνεια, αλλά αναφέρονται σε γνωστά πρόσωπα της Σαντάς. Στα παραμύθια, στα διηγήματα και στα ανέκδοτα πρόσθεσα απλότητα, σαφήνεια και χιούμορ, που διακρίνουν τα έργα μου. Από τα ονόματα που θα ιδεί ο αναγνώστης σε κάθε κεφάλαιο, θα συμπεράνει πόσους έχω συμβουλευθεί· υπάρχουν όμως και άλλοι, όχι λίγοι, των οποίων τα ονόματα έχουν λησμονηθεί.
Σαντά
Και τώρα για την ιστορία- σήμερα είναι δύσκολο να γράψει κανείς ιστορία της Σαντάς· πρώτα, διότι όλα τα έγγραφα, δημόσια, κοινοτικά και ιδιωτικά έχουν καταστραφεί, και δεύτερο, διότι και τα πρόσωπα, από τα οποία θα μπορούσε να πάρει κανείς
πληροφορίες, και αυτά δεν υπάρχουν πια. Γι' αυτό το πρώτο μέρος της ιστορίας, από τη σύσταση της Σαντάς ώς τα 1850 είναι περίληψη της ιστορίας του μακαρίτη Φιλίππου Χειμωνίδη, στον οποίο χρωστάμε ευγνωμοσύνη, διότι το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του στηρίζεται σε δημόσια έγγραφα (χοτζέτια, ιλάμια, ταπούδες) και μόνον μικρό μέρος σε παραδόσεις ή υποθέσεις.
Το δεύτερο μέρος, από το 1850 ς το 1923, που είναι δικό μου, είναι ημερολόγιο- προσπάθησα όμως να δώσω ερμηνεία σε μερικά γεγονότα και να βρω την αιτία μερικών άλλων.
Για όσα γεγονότα δεν ήμουν αυτόπτης, δεν έκρινα ορθό να γράψω ρωτώντας τον πρώτο τυχόντα, αλλά να ρωτήσω όσο το δυνατόν περισσότερους αυτόπτες, μικρούς και μεγάλους, για να βρω την αλήθεια και να μην αδικήσω κανένα. Και ήθελε κόπους για να τα ξεχωρίσεις, διότι οι μάρτυρες του κάθε περιστατικού δεν έλεγαν τα ίδια πράγματα απαράλλακτα, παρά όπως τύχαμε να τα θυμάται ή όπως τύχαινε να συμπαθεί τον ένα ή τον άλλο.
Για την εξορία π. χ. ρώτησα τους Θεοδόσιο, Μωυσή και Ευριπίδη Χειμωνίδη, Χρίστο Πολιτίδη, Χαρίλαο Καμπουρίδη, Ηλία Τσαντεκίδη, Κώστα Ανδρεάδη, Ιωάννη Κωνστα-ντινίδη, Μαγδαληνή Τριανταφυλλίδου, Κυριακή και Χριστιανή Χειμωνίδου, εκτός από εκείνους που ρώτησε ο Ανδροκλής Γεωργιάδης στη Νέα Σάντα. Ξέρω πως δεν μπορεί να πάρει κανείς τη ζυγαριά του φαρμακείου, για να ζυγίζει τις πράξεις των άλλων. Ξέρω ακόμη ότι, τα οποιαδήποτε αισθήματα και οι πράξεις των άλλων δεν μπορούν να υπαχθούν σε περιορισμούς, που υπαγορεύει η ψυχρά λογική, σήμερα.
Το έργο μου το έχω ονομάσει «Ιστορία και Λαογραφία της Σαντάς», είναι ογκώδες, έχει χίλιες εκατόν είκοσι χειρόγραφες σελίδες. Για να το εκδώσω ο ίδιος ήταν αδύνατο, διότι απαιτεί πολλές δεκάδες χιλιάδων. Γι’ αυτό το χάρισα στην Επιτροπή Ποντιακών
Μελετών με έναν μόνον όρο, να το εκδώσει όπως έχει. Η επιτροπή μου έγραψε ότι, ολόκληρο δεν μπορεί να το εκδώσει, διότι μερικά κεφάλαια έχουν δημοσιευθεί, αλλά θα κάμει εκλογή. Επειδή έτσι τα σπουδαιότερα κεφάλαια θα έμεναν έξω και το βιβλίο θα έμοιαζε με τραγέλαφο, γι’ αυτό δεν έστερξα. Έγραψα τότε στην Ακαδημία, στο Βασιλικό Ίδρυμα, στα Μικρασιατικά Σωματεία και στο Υπουργείο, αλλά όλοι μου απάντησαν αρνητικά. Όπως λέγει ο μεγάλος μας Σολωμός, «δεν είν’ εύκολες οι θύρες όταν η χρεία τις κουρταλεί (χτυπάει)».
Αναγκάζομαι λοιπόν να εκδώσω το πρώτο μισό μέρος του βιβλίου. Από τον πίνακα των περιεχομένων ο αναγνώστης θα καταλάβει πόσα και ποια κεφάλαια υπολείπονται.
Η έκδοση του δευτέρου τόμου θα εξαρτηθεί από την αποδοχή που θα έχει ο πρώτος τόμος.
Αυτό είναι το έργο που παραδίδω στη δημοσιότητα. Έχει βέβαια ελλείψεις που δε στάθηκα ικανός να υπερπηδήσω, και για τις οποίες παρακαλώ τον αναγνώστη να με συμπαθήσει. Επαναλαμβάνω ότι, προσπάθησα να διερευνήσω τα θέματα με όση αντικειμενικότητα μπορεί να έχει ένας άνθρωπος που αγάπησε τη Λαογραφία με πάθος και που αρνήθηκε στον εαυτό του οποιαδήποτε προσωπική επιδίωξη. Απόδειξη τούτου είναι ότι αν χαθεί το εξώφυλλο του βιβλίου, ο αναγνώστης δεν θα μπορέσει να καταλάβει ποιος είναι ο συγγραφέας.
Καθήκον θεωρούμε να ευχαριστήσωμε τον κ. Ευριπίδη Χειμωνίδη, ο οποίος με προθυμία μας έδωσε την άδεια να περιλάβωμε σύντομη την ιστορία του μακαρίτη πατέρα του. Επίσης και τον Νικόλαο Τοπαλίδη, που έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για την έκδοση του έργου.

ΣΤΑΘΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ
Καστανια Βεροιας
06/06/1967