Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

Οι διωγμοί και η γενοκτονία των Ελλήνων της Α. Θράκης, αρχές του 20 ού αιώνα. Μέρος 2ο

Οι διωγμοί στην Ανατολική Θράκη
Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο πως οι ελληνικοί πληθυσμοί της Ανατολικής Θράκης ήταν οι πρώτοι αλύτρωτοι της οθωμανικής αυτοκρατορίας που υπέστησαν ενωρίτερα από τους Μικρασιάτες και τους Ποντίους τις τουρκικές διώξεις, πρώτα ατιό τους νεότουρκους, και στη συνέχεια από τον Μουσταφά Κεμάλ, εξαιτίας των βαλκανικών πολέμων του 1912 -1913 . Τους διωγμούς και τους εκτοπισμούς των Ελλήνων της Ανατολικής Θράκης πληροφορούνταν από ελληνικές εφημερίδες οι Έλληνες των άλλων περιοχών της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά δεν φαντάζονταν ότι σε λίγο καιρό Οα επεκτείνονταν και σ’ εκείνους.
Σκηνές προσφύγων στην Ανατολική Θράκη,μετά τη Συνθήκη των Μουδανιών (Σεπτέμβρης 1922)

Πρώτος στόχος τους η ομοιογένεια και κυριαρχία
Ο πρώτος στόχος των νεοτούρκων ήταν η διασφάλιση της ομοιογένειας και της αριθμητικής κυριαρχίας του μουσουλμανικού στοιχείου στον γεωγραφικό χώρο της Ανατολικής Θράκης, μέσω της μεταφοράς συμπαγών μουσουλμανικών πληθυσμών από τη Βοσνία, την Ερζεγοβίνη και την ελληνική Μακεδονία, μετά από την απελευθέρωση αυτών των περιοχών, κατά τη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων. Αυτό ήταν το πρώτο στάδιο ενός μακρόπνοου και μακροπρόθεσμου τουρκικού σχεδίου, με σκοπό τον εκτουρκισμό των εθνοτικών μειονοτήτων.

Εθνολογική σύσταση των κατοίκων της Ανατολικής Θράκης
Σύμφωνα με την επίσημη οθωμανική στατιστική υπηρεσία, το 1908, όταν άρχισε το κίνημα των νεοτούρκων, η σύσταση του πληθυσμού των σαντζακιών Λδριανούπολης, Σαράντα Εκκλησιών, Ραιδεστού και Καλλίπολης, από τα οποίοι απαρτιζόταν η Ανατολική Θράκη, είχε ως εξής:

Απογραφή 1908 στήν Ανατολική Θράκη
Σαντζάκια
Μουσουλμάνοι
Έλληνες
Βούλγαροι
ΣΥΝΟΛΟ
Ανδριανουπολης
127.386
113.284
31.850
284.770
Σαράντα Εκκλησιών
53.187
76.502
28.635
159.604
Ραιδεστό
63.725
55.550
2,980
144.251
Καλλίπολης
32.613
71.431
2.000
109.174
Σύνολο πληθυσμού
276.911
316.767
65.465
697.799


Από τον παραπάνω πίνακα φαίνεται καθαρά ότι ο ελληνικός πληθυσμός της Ανατολικής Θράκης το 1908. όταν άρχισαν οι πρώτοι ομαδικοί διωγμοί, ήταν μεγαλύτερος από τον μουσουλμανικό, σχεδόν κατά 40.000 άτομα. Η αριθμητική διαφορά των Ελλήνων από τους Τούρκους ήταν ακόμη μεγαλύτερη, αν ληφθεί υπόψη ότι οι μουσουλμάνοι δεν ήταν στο σύνολό τους Τούρκοι, αλλά σε αυτούς περιλαμβάνονταν και οι Πομάκοι και οι Γύφτοι, που ήταν μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα. 
Ανατολική Θράκη (Πηγή: Χρίστος Καράσσος, Η Ανατολική Θράκη, Στρατιωτική Γεωγραφία, Αθήνα 1927) 

Στην Ανατολική Θράκη η αναμέτρηση Βουλγάρων -Τούρκων.
 Κατά τη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων, η Ανατολική Θράκη αποτέλεσε μια από τις κύριες εστίες του πολέμου, κατά τον οποίο αναμετρήθηκαν οι δύο αντίπαλοι, οι Τούρκοι και οι Βούλγαροι, αν και οι Βούλγαροι της περιοχής ήταν μόνον το 9% του πληθυσμού. Στον πόλεμο αυτόν, ολόκληρα ελληνικά χωριά βρέθηκαν ανάμεσα στα πυρά Βουλγάρων και Τούρκων και ισοπεδώθηκαν, είτε κατά την προέλαση είτε κατά την υποχώρηση των δύο στρατών. Οι τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις διέταξαν την εκκένωση μερικών χωριών της στρατιωτικής ζώνης  και άλλα χωριά τα κατέστρεψαν.
Οι Βούλγαροι, από την πλευρά τους, διέπραξαν πολλές βιαιότητες σε βάρος του τουρκικού, αλλά κυρίως του ελληνικού στοιχείου των αστικών κέντρων. Για να επιβάλλουν τη βουλγαρική κατοχή στους Έλληνες της Ανατολικής Θράκης, οι Βούλγαροι διέπραξαν δολοφονίες, παραβίασαν τα κατοχυρωμένα εκκλησιαστικά και εκπαιδευτικά προνόμια των Ελλήνων, άσκησαν διώξεις κατά του διδακτικού προσωπικού και των ιερέων, επιδιώκοντας τον βίαιο εκβουλγαρισμό και την εθνική αλλοίωση του ελληνικού στοιχείου.

Βία και καταστροφές από Βουλγάρους και Τούρκους
Για μεγάλο χρονικό διάστημα, ο ελληνισμός της Ανατολικής Θράκης βρέθηκε στις συμπληγάδες της βουλγαρικής προέλασης και της τουρκικής υποχώρησης. Οι Τούρκοι κατέστρεφαν τα ελληνικά χωριά υποχωρώντας και οι Βούλγαροι εφάρμοζαν ανελέητη πολιτική για τον αφελληνισμό των κατοίκων.
Τον Φλεβάρη του 1913, οι Βούλγαροι κατέλαβαν την Αδριανούπολη, που μέχρι τότε ήταν τμήμα της οθωμανικής επικράτειας. Κατά τη διάρκεια του β’ βαλκανικού πολέμου, όταν η Βουλγαρία είχε εμπλακεί σε πολεμο με την Ελλάδα, τη Σερβία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι Τούρκοι ανακατέλαβαν όλες τις περιοχές της Ανατολικής Θράκης, που είχαν περιέλθει στην κατοχή των Βουλγάρων, κατά την πρώτη φάση του βαλκανικού πολέμου. Οι Τούρκοι, εκμεταλλευόμενοι τον πόλεμο μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας, κατέστρεψαν 48 αμιγώς ελληνικά χωριά, είτε ολοκληρωτικά είτε κατά το μεγαλύτερο μέρος τους
Οι Βούλγαροι εισέρχονται στις παρυφές της Αδριανούπολης

Λεηλατούν και καίνε τα ελληνικά χωριά οι Τούρκοι
Στις 13 Ιουλη 1913, Τούρκοι στρατιώτες διατάχτηκαν να λεηλατήσουν και στη συνέχεια να πυρπολήσουν τα χωριά πολλών υποδιοικήσεων της Ανατολικής Θράκης. Οι περισσότεροι κάτοικοι των χωριών αυτών εκτελέστηκαν και όσοι πρόλαβαν να καταφύγουν στα δάση, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, είτε παραφρόνησαν είτε πέθαναν από την πείνα.
Οι πρόκριτοι των χωριών που είχαν καταστραφεί, αναγκάστηκαν να υπογράψουν δήλωση, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της περιοχής «Ταχυδρόμος», ότι τα συμβάντα στα κατεστραμμένα χωριά διαπράχθηκαν δήθεν από τον βουλγαρικό στρατό και ότι η οθωμανική κυβέρνηση είχε λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία των κατοίκων που είχαν διασωθεί. Ιδιαίτερα σκληρή, κατά τη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων, υπήρξε η τύχη των γυναικών, ανεξαρτήτως ηλικίας.
Στα τέλη του 1913 και στις αρχές του 1914, οι καταστροφές ήταν τέτοιας έκτασης, που η Ανατολική Θράκη εμφάνιζε την όψη ερειπωμένου τόπου. Οι βιαιαοπραγίες των Τούρκων βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη.

Τους εξανάγκαζαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους
Πριν θέσουν σε εφαρμογή τις μαζικές απελάσεις και εκτοπίσεις των Ελλήνων στις άγριες περιοχές της Μικράς Ασίας, με τα διάφορα καταπιεστικά μέσα και τις τρομοκρατικές μεθόδους που χρησιμοποίησαν, οι οθωμανικές αρχές επιδίωκαν τον αυτόβουλο εκπατρισμό των Ελλήνων, δηλαδή τους εξανάγκαζαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τις περιουσίες τους και να καταφύγουν στην Ελλάδα.
Τον Αύγουστο του 1913, σε τηλεγράφημά του στην Αθήνα, ο πρέσβης της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη  Ε. Κανελλόπουλος, μεταξύ άλλων, ανέφερε και τα ακόλουθα:
«Ταύτα πάντα ενδεικνύουσιν ότι ευρισκόμεθα πιθανώς προ συστηματικού σχεδίου καταστροφής των χριστιανικών πληθυσμών της Θράκης και εγκαταστάσεων εν ταύτη μουσουλμάνων προσφύγων».
Πράγματι, οι Τούρκοι μετέφεραν μουσουλμάνους από τη Βοσνία και την Ερζεγοβίνη, περιοχές της Βαλκανικής Χερσονήσου, που απελευθερώθηκαν κατά τον α’ βαλκανικό πόλεμο, και τους εγκατέστησαν στις περιοχές, από τις οποίες είχαν διώξει τους Έλληνες. Από μια στατιστική της Τουρκικής Διεύθυνσης Προσφύγων, που βρέθηκε στα αρχεία της Αδριανούπολης, κατά την προέλαση του ελληνικού στρατού στην Ανατολική Θράκη το 1919, προκύπτει ότι εγκαταστάθηκαν στην Ανατολική Θράκη συνολικά 132.500 μουσουλμάνοι, κυρίως σλαβικής καταγωγής, από τις δύο προαναφερόμενες περιοχές, καθώς και Τούρκοι από τις ανατολικές περιφέρειες της Μικράς Ασίας.
Σε 120.000 υπολογίζονται οι Έλληνες της Ανατολικής Θράκης, που κατέφυγαν στην Ελλάδα πριν από την έναρξη του α’παγκόσμιου πολέμου, τον Αύγουστο του 1914, ύστερα από το κλίμα τρόμου και πανικού, που προκάλεσαν τα βίαια μέτρα των Τούρκων, όπως η βαριά φορολογία, η λεηλασία περιουσιών, η καθολική στράτευση των ανδρών, οι ατιμώσεις των γυναικών και άλλα πολλά.

Οι διωγμοί κατά τη διάρκεια του α'παγκοσμίου πολέμου
Πριν ακόμη από την α’ παγκόσμιο πόλεμο, η Γερμανία καλλιεργούσε φιλικές σχέσεις με την Τουρκία, για να προωθήσει τα οικονομικά της συμφέροντα στη Μικρά Ασία και τη Μέση Ανατολή. Όταν, πριν από την έκρηξη του α’ παγκοσμίου πολέμου, τον Αύγουστο του 1914, οι Μεγάλες Δυνάμεις αναγνώρισαν την ελληνική κυριαρχία στα νησιά του Αιγαίου, εκτός από τα Δωδεκάνησα, τα οποία κατείχε η Ιταλία από το 1911, προπαγανδίστηκε, κυρίως από τη Γερμανία, το δόγμα ότι τα νησιά του Αιγαίου, και ιδίως η Λέσβος, η Χίος, η Κως και η Ρόδος ανήκουν οργανικά στην απέναντι μικρασιατική ακτή και, ως εκ τούτου, έπρεπε να παραμείνουν υπό τουρκική κατοχή. Επιπλέον, η Γερμανία ισχυριζόταν πως η απόδοση των νησιών στήν Ελλάδα, εξαιτίας του μεγάλου ελληνικού πληθυσμού στα παράλια της Μικράς Ασίας, θα μπορούσε να αποβεί ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την ασφάλεια της Τουρκίας.
Οι Τούρκοι χρησιμοποίησαν επιδέξια τις παραπάνω εκτιμήσεις της Γερμανίας και δικαιολογούσαν ως αντίποινα τους διωγμούς κατά των Ελλήνων της Ανατολικής Θράκης, οι οποίοι εντάθηκαν κατά τη διάρκεια του α' παγκοσμίου πολέμου. Τότε, η Τουρκία, πρώτα, και στη συνέχεια η Βουλγαρία, από άσπονδοι εχθροί που ήταν, έγιναν σύμμαχοι της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας κατά τον α'παγκόσμιο πόλεμο.
Οι Νεότουρκοι, που έλεγχαν την κυβέρνηση στήν Τουρκία, διαπιστώνοντας ότι οι προσπάθειες τους για τον εκτουρκισμό των Ελλήνων δεν έφερναν τα ποθούμενα αποτελέσματα, μέσα στην αναμπουμπούλα του πολέμου, έθεσαν σε εφαρμογή το πρόγραμμα των βίαιων εκτοπίσεων των Ελλήνων της Ανατολικής Θράκης, πρώτα, και στη συνέχεια του Πόντου και της υπόλοιπης Μικράς Ασίας, σε απόμακρες περιοχές της Ανατολίας, υπό την καθοδήγηση των Γερμανών στρατιωτικών, οι οποίοι είχαν τον έλεγχο των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων. Ο Γερμανός στρατηγός Λίμαν Φον Σάντερς (Liman von Sanders) ήταν επιθεωρητής του τουρκικού στρατού.
Στις αρχές του 1914, άρχισε ο εξαναγκασμός των Ελλήνων της Ανατολικής Θράκης να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τις περιουσίες τους και να πάνε στην Ελλάδα και στα σπίτια τους εγκαθιστούσαν μουσουλμάνους, πρόσφυγες από τη Βοσνία, την Ερζεγοβίνη και τη Μακεδονία.
Ενόψει αυτών των εξελίξεων, η ελληνική κυβέρνηση επιδίωξε και ήρθε σε διαπραγματεύσεις με την οθωμανική κυβέρνηση, για την ανταλλαγή ελληνικών πληθυσμών της Ανατολικής Θράκης και της Μικράς Ασίας με τους μουσουλμάνους της Μακεδονίας και της Ηπείρου, που είχαν μείνει στις περιοχές εκείνες μετά από την απελευθέρωσή τους κατά τους βαλκανικούς πολέμους. 
Η πρώτη νύξη για την ανταλλαγή πληθυσμών είχε γίνει τον Απρίλη  του 1914, σε συνομιλία που είχε ο Ελευθέριος Βενιζέλος με τον Τούρκο πρεσβευτή στην Αθήνα Η ελληνική κυβέρνηση είχε εκτιμήσει ότι με την ανταλλαγή θα αποφεύγονταν οι θηριωδίες σε βάρος των ελληνικών πληθυσμών της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Για να αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις, η Ελλάδα έθεσε ως προϋπόθεση να σταματήσουν οι διωγμοί στην Ανατολική Θράκη. Για την έναρξη των διαπραγματεύσεων είχε συσταθεί μεικτή επιτροπή, που απαρτιζόταν από δύο Έλληνες και δύο Τούρκους. Η πρώτη συνεδρίαση της επιτροπής έγινε στη Σμύρνη, στις 11 Ιουλη 1914.
Όμως, παρά την έναρξη των συνομιλιών, οι διωγμοί, αντί να περιοριστούν, κορυφώνονταν. Σύντομα φάνηκε η αδιαλλαξία της τουρκικής πλευράς, καθότι απέρριψε την πρόταση της Ελλάδας για πλήρη ισορροπία Ελλήνων και Τούρκων ανταλλάξιμων. Για τους Τούρκους, ο αριθμός δεν έπρεπε να έχει σχέση με το μέτρο της ανταλλαγής. Αμέσως έγινε, από ελληνικής πλευράς, η κακοπιστία των Τούρκων. Μέχρι την τελευταία συνεδρίαση της
επιτροπής, στις 14 Δεκεμβρη 1914, καμία συμφωνία δεν είχε επιτευχθεί. Ας σημειωθεί ότι Μικρασιάτες και Θρακιώτες τάχθηκαν κατά της ανταλλαγής πληθυσμών και ζητούσαν την επάνοδο των προσφύγων και την εξασφάλιση της ζωής, της τιμής και της περιουσίας τους.
Κατά το διάστημα 1914 - 1918, οι Έλληνες της Ανατολικής Θράκης που κατέφυγαν στην Ελλάδα, ως αποτέλεσμα των διωγμών που είχαν υποστεί από τους Τούρκους, υπολογίζονται σε 122.000. Όταν προστεθούν σε αυτούς και οι 120.000, που είχαν καταφύγει στην Ελλάδα από το 1908 μέχρι το 1914, για να σωθούν από τις βιαιότητες των Νεοτούρκων, ο αριθμός των εκπατρισμένων από τη Θράκη φτάνει στους 242.000. Από τους 316.000 Έλληνες που ήταν το 1908 στην Ανατολική Θράκη, έμειναν μόνον 74.000. Και από αυτούς, πολλοί είχαν μετακινηθεί από τα χωριά τους στα αστικά κέντρα, για να πάρουν τις περιουσίες τους μουσουλμάνοι από άλλες περιοχές.

Οι εκτοπισμοί των Ελλήνων της Ανατολικής  Θράκης στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας
Με την έναρξη του α' παγκοσμίου πολέμου, τον Αύγουστο του 1914, και πριν ακόμη πάρει το μέρος της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας, η Τουρκία κήρυξε γενική επιστράτευση. Στα όπλα κλήθηκαν όλοι οι άνδρες ηλικίας 19 μέχρι 45 ετών, μουσουλμάνοι και μη. Η στρατιωτική θητεία για τους μη μουσουλμάνους είχε καθιερωθεί το 1912 με το νέο Σύνταγμα των Νεοτούρκων. Οι Έλληνες στην αρχή πίστεψαν ότι υπηρετώντας στις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις θα απολάμβαναν τα ίδια δικαιώματα και προνόμια με τους μουσουλμάνους, τα οποία δεν μπορούσαν να δικεδικήσουν ως μη στρατεύσιμοι. Γρήγορα, όμως, συνειδητοποίησαν το λάθος τους, καθότι, μετά τους βαλκανικούς πολέμους του 1912 — 1913, οι Τούρκοι και οι Γερμανοί εκπαιδευτές του τουρκικού στρατού θεώρησαν ως μία από τις αιτίες για την ήττα της οθωμανικής αυτοκρατορίας την ύπαρξη στον στρατό μη μουσουλμάνων και ιδιαίτερα Ελλήνων.
Οι χριστιανοί στρατεύσιμοι, εκτός από εκείνους που υπηρετούσαν τη θητεία τους κατά τη διάρκεια του α' παγκοσμίου πολέμου, δεν στέλνονταν στο μέτωπο, αλλά σχημάτιζαν ιδιαίτερα τάγματα εργασίας και στέλνονταν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας ή στις ερήμους της Συρίας και της Μεσοποταμίας, όπου άνοιγαν δρόμους, κατασκεύαζαν σιδηροδρομικές γραμμές, ή εργάζονταν σε άλλα βαριά έργα, κάτω από τις χειρότερες συνθήκες, χωρίς επάρκεια τροφής και ρουχισμού.
Παράλληλα, άρχισε και ο εκτοπισμός του άμαχου πληθυσμού της Ανατολικής Θράκης, που απαρτιζόταν από γέροντες και γυναικόπαιδα. Αυτούς τους μετέφεραν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας και τους σκόρπιζαν σε μικρές ομάδες σε τουρκικά χωριά, με σκοπό να εκτουρκιστούν και να αφομοιωθούν με το μουσουλμανικό στοιχείο.
Όταν ο α’ παγκόσμιος πόλεμος έληξε, τον Νοέμβρη του 1918, η Βουλγαρία και η Τουρκία βρέθηκαν με την ηττημένη Γερμανία και Αυστροουγγαρία. Ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος κατόρθωσε και εξασφάλισε για την Ελλάδα σημαντικές εδαφικές προσαρτήσεις, με δύο ευνοϊκές για την Ελλάδα συνθήκες.

Οι συνθήκες του Νεϋγί και των Σεβρών το 1919 και 1920
Η πρώτη ήταν η Συνθήκη του Νεϋγί, τον Νοέμβρη του 1919, με την οποία η Δυτική Θράκη, που μετά τους βαλκανικούς πολέμους είχε προσαρτηθεί στη Βουλγαρία, δόθηκε στην Ελλάδα.
Η δεύτερη ήταν η Συνθήκη των Σεβρών, τον Αύγουστο του 1920, με την οποία οι Σύμμαχοι καθόρισαν τα σύνορα της μεταπολεμικής Ευρώπης. Με τη συνθήκη αυτή, η Ανατολική Θράκη και τα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου Ίμβρος και Τένεδος περιήλθαν στην Ελλάδα. Επιπλέον, η Σμύρνη, στα παράλια της Μικράς Ασίας, με τον μεγάλο ελληνικό πληθυσμό της, θα βρισκόταν υπό ελληνική κυριαρχία από το 1919 και ύστερα από πέντε χρόνια, οι κάτοικοί της, με δημοψήφισμα, θα αποφάσιζαν για την ένωση ή όχι με την Ελλάδα.
 Έτσι, τα βορειοανατολικά σύνορα της Ελλάδας, τα οποία μέχρι το 1919 έφταναν μόνον μέχρι την Καβάλα, με την προσθήκη της Δυτικής Θράκης, το 1919, και της Ανατολικής Θράκης, το 1920, έφτασαν λίγα χιλιόμετρα έξω από την Κωνσταντινούπολη, με προοπτική, ύστερα από πέντε χρόνια, να ενσωματώσουν και τη Σμύρνη. Για πρώτη φορά στην ιστορία του σύγχρονου ελληνικού κράτους, η Δυτική Θράκη και η Ανατολική Θράκη αποτέλεσαν περιφέρειές του.
Μετά τις εξελίξεις αυτές, ενθαρρυμένοι οι κάτοικοι της Ανατολικής Θράκης, που είχαν καταφύγει ως πρόσφυγες στην Ελλάδα, άρχισαν να επιστρέφουν στα σπίτια τους. Από τους πάνω από 242.000 Έλληνες της Ανατολικής Θράκης, που με τους διωγμούς κατά τη δεκαετία 1908- 1918 είχαν καταφύγει στην Ελλάδα ως πρόσφυγες, οι μισοί, μόνον γύρω στις 100.000, επέστρεψαν στα πατρικά τους εδάφη. Από τους 96.000 Έλληνες, που είχαν εκτοπιστεί από τους Τούρκους στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, επέστρεψαν γύρω στις 50.000, ενώ 46.000 πέθαναν από τις αγγαρείες, τις ασθένειες, τον υποσιτισμό και τις κακουχίες.
Εκεί, όμως, που στην ελληνική Ανατολική Θράκη η ζωή άρχισε να βρίσκει τον ειρηνικό της ρυθμό, από το 1919, ήρθε η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, με την ήττα του ελληνικού εκστρατευτικού στρατεύματος από τον στρατό του Μουσταφά Κεμάλ. Η νικήτρια, τότε, Τουρκία ήταν σε θέση να επιβάλει τους δικούς της όρους, πρώτα στη Διάσκεψη για την Ανακωχή, στα Μουδανιά, τον Οκτώβριο του 1922, και στη συνέχεια, με τη Συνθήκη της Λωζάνης, το 1923.
Το τελικό αποτέλεσμα ήταν η απόσυρση του ελληνικού στρατεύματος από την Ανατολική Θράκη και η συμφωνία για την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ της Τουρκίας και της Ελ­λάδας, που σήμανε τον οριστικό ξεριζωμό των Ελλήνων από την Ανατολική Θράκη, τη Μικρά Ασία και τον Πόντο. Συνολικά, πάνω από 1.300.000 Έλληνες από τις προαναφερόμενες περιο­χές υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τα πατρογονικά τους εδά­φη και να μεταφερθούν στην Ελλάδα, σε ανταλλαγή με 450.000 μουσουλμάνους από τη Μακεδονία, την Ήπειρο και την Κρήτη. Σε 220.000 υπολογίζεται ο αριθμός των Ελλήνων, που ξεριζώθη­καν από την Ανατολική Θράκη κατά τα τέλη του 1922.
Την αναφορά μας στους διωγμούς και τη γενοκτονία των Ελλήνων της Ανατολικής Θράκης την κλείνουμε με το ακό­λουθο τηλεγράφημα, με ημερομηνία 25 Σεπτεμβρη 1922, που έστειλε στην ελληνική κυβέρνηση, ο Ελευθέριος Βενιζέλος από το Παρίσι, όπου βρισκόταν ως αντιπρόσωπος της Ελλάδας για τον καθορισμό των ελληνικών συνόρων, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή:
«Ανατολική Θράκη απωλέσθη ατυχώς δι’ Ελλάδα. Ανάγκη Θράκες να εγκαταλείψωσι την γην, ήν από τόσων αιώνων κατοικούσιν, αυτοί και οι πρόγονοί των».
Αυτός ήταν ο επίλογος της τραγωδίας των Ελλήνων της Ανατολικής Θράκης, κατά την περίοδο 1908 — 1922.



Κυριάκος Αμανατίδης
Ομογενής στη Μελβούρνη της Αυστραλίας, είναι ερευνητής της ιστορίας και λογοτέχνης. Έχει δική του εβδομαδιαία στήλη στην εφημερίδα «Νέος Κόσμος», από όπου σχολιάζει επίκαιρα και άλλα γεγονότα.