Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

Γιάννης Γερμανίδης & Γιώργος Τσιρίδης απο την Κρώμνη

Στις περισσότερες ανθρώπινες μορφές, που καταγράφηκαν σε φωτογραφίες ως το 1950, διακρίνονται χαρακτηριστικά προσώπων και βλέμματα, όπου η ανιδιοτέλεια και η καθαρότητα της ψυχής αναδύονται για να συνθέσονν μια ομορφιά, που σήμερα οι άνθρωποι σπάνια διαθέτουν. Μια ομορφιά περικυκλωμένη από τον ξεριζωμό, τις κακουχίες, τη φτώχεια, την ορφάνια, τους πολέμους, που άντεξε, όμως, και ρίζωσε.
Η εσωτερική ομορφιά του σωστού ανθρώπου δεν είναι κάτι που έρχεται και φεύγει με τρόπο τυχαίο. Είναι αποτέλεσμα μακρών και σε βάθος χρόνου προσπαθειών των προγόνων να μεταβιβάσουν τον σπόρο της ανθρωπιάς στους απόγονους και στους τριγύρω ανθρώπους.
Με αυτόν τον σπόρο είχαν γαλουχηθεί και ο Γεώργιος Τσιρίδης και ο Γιάννης Γερμανίδης, στην Κρώμνη, όπου είχαν γεννηθεί, ο πρώτος το 1893 και ο δεύτερος το 1914. Έτσι, ο σπόρος φύτρωσε, άνθισε και έδωσε και αυτός, με τη σειρά του, νέους σπόρους...
Κρώμνη. Οικισμός Σαμανάντων

Ο Γιάννης Γερμανίδης
Ο Γιάννης Γερμανίδης ήταν το όγδοο παιδί του Ηρακλή, του φούρναρη της Κρώμνης, και της Ευμορφίλης. Τα υπόλοιπα επτά ήταν κορίτσια: η Φωτεινή, η Μαρία, η Ουρανία, η Ιφιγένεια, η Περσεφόνη, η Βηθλεέμ και η Στυλιανή. Τόση ήταν η χαρά του Ηρακλή με τη γέννηση του γιου του, που στο νεαρό κορίτσι που έτρεξε να του φέρει τη χαρμόσυνη είδηση έδωσε δύο λίρες.
Ο Ηρακλής, τα πρώτα ψωμιά που έβγαζε, τα έστελνε με τα κορίτσια του στους φτωχότερους και στους ανήμπορους. Πέθανε σε ηλικία 45 ετών, όταν ο γιος του Ιωάννης ήταν πέντε ετών παιδί. Έτσι, τον ανέλαβαν οι αδελφές του και έφτασε στην Ελλάδα το 1924. Ένα παιδί μεγαλωμένο στην προσφυγιά και στη φτώχεια.
Με τα χρόνια, άρχισε να ασχολείται με το χτίσιμο σπιτιών και στη συνέχεια δούλεψε στα οχυρά του Ρούπελ, κ. τ. λ. Μετά τη λήξη του πολέμου, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, ξεκίνησε αρχικά ως υπεργολάβος και αργότερα ως εργολάβος, οικοδομώντας πολυκατοικίες. Ήταν από τους πρώτους εργολάβους στη Θεσσαλονίκη.
 Μια καινοτομία του στην οικοδομική ήταν ότι κατασκεύασε ένα από τα πρώτα λυόμενα σπίτια στην Ελλάδα. Επρόκειτο, αν όχι για την πρώτη, σίγουρα, όμως, από τις πρώτες επινοήσεις για προκατασκευασμένα εξοχικά σπίτια. Συνέβαλε σημαντικά στην ανέγερση κτιρίων ποντιακών συλλόγων και του ξενώνα των Κρωμναίων στην Παναγία Σουμελά, στο Βέρμιο. Εκεί, στο κοιμητήριο που δημιουργήθηκε για τους επιφανείς Πόντιους της Ελλάδας των νεότερων χρόνων, βρίσκεται και ο τάφος του.
Μια από τις προσωπικές μου αναμνήσεις από τον Ιωάννη Γερμανίδη, θείο της μάνας μου, λίγο πριν φύγει από τον κόσμο αυτό, το 1976, είναι η εξής: Φτάσαμε με το αυτοκίνητό του στον χώρο, όπου χτιζόταν η Παναγία Σουμελά, με τους ξενώνες της, μια ή δύο ημέρες μετά τον Δεκαπενταύγουστο. Η εξέδρα, όπου χόρεψαν τα ποντιακά χορευτικά συγκροτήματα από διάφορες περιοχές της Ελλάδας, εξακολουθούσε να βρίσκεται ακόμη εκεί. Από κάποιο μεγάφωνο ακούγονταν ποντιακά λαλίας και ένα τσούρμο μικρών παιδιών χόρευε. 
Ο Γιάννης Γερμανίδης, που αγαπούσε υπερβολικά τα παιδιά, μόλις τα είδε, σταμάτησε αμέσως το αυτοκίνητο και, με γρήγορο βήμα, κατευθύνθηκε στην εξέδρα. Έπιασε τα χεράκια των παιδιών, μπήκε ανάμεσά τους και άρχισε να χορεύει και αυτός μαζί τους. Πρόκειται για την ωραιότερη εικόνα που διατηρώ στη μνήμη ως ένδειξη ενός συνόλου ιδιοτήτων της ποντιακής κρωμέτικης ψυχής...
Στην Παναγία Σουμελά. Διακρίνονται από αριστερά οι Γιώργος Πολατίδης, Γιάννης Γερμανίδης, Λεωνίδας  Παπαδόπουλος, Παναγιώτης Βιόπουλος, Αθανάσιος Κοσμίδης , οι γυναίκες και τα παιδιά τους.

Ο Γεώργιος Τσιρίδης
Ο Γεώργιος Τσιρίδης του Παναγιώτη και της Σοφίας, από μικρός έμαθε την τέχνη του πατέρα του, που ήταν οπλουργός της Κρώμνης. Το ίδιο και τα άλλα αδέλφια του, άλλος λίγο και άλλος πολύ. Ο μεγαλύτερος αδελφός του, ο Κωνσταντίνος, του «Τσίρ’ ο φέγγον», όπως τον ονόμασαν, λόγω της επιβλητικής κορμοστασιάς, της ομορφιάς και της εξυπνάδας του, χάθηκε, μαζί με άλλους, στην Αμάσεια. Μετά ήταν ο Γεώργιος και ακολουθούσαν ο Νικόλα-ος, ο Ιωάννης, ο Χαρίλαος και ο Ηρακλής.Είχαν και μια αδελφή, την Αναστασία.
Μετά τον θάνατο του αδελφού του, ο Γεώργιος, που ήταν άριστος μαθητής στο σχολείο της Κρώμνης, πήγαινε και βοηθούσε τον πατέρα του στο οπλουργείο. Τη νύχτα κρατούσε το φανάρι, φέγγοντας τον πατέρα του που ακολουθούσε. Μια νύχτα που δεν ήταν μαζί του, - θα ήταν δεκαπέντε ετών τότε ο Γιώργος - σκότωσαν τον πατέρα του, ενώ επέστρεψε στο σπίτι. Τη φορά αυτή, μετά από μέρες, ήταν το δεκαπεντάχρονο παιδί, που άνοιξε το οπλουργείο. Από μικρός στη δύσκολη προσπάθεια, τη απαραίτητη για την επιβίωση. Λίγα χρόνια αργότερα, πήγε υποχρεωτικά στον τουρκικό στρατό, όπου υπηρέτησε επί τεσσεράμισι χρόνια. Πολλά μου διηγήθηκε από τη ζωή του εκεί, από τα οποία θα αναφέρω το ακόλουθο περιστατικό:
Τους πήγαιναν προς το Χασάν Καλέ, χειμώνα, μέσα στα χιόνια. Πολλοί πέθαναν, τότε, από το κρύο και την πείνα. Ο Γιώργος ο Τσιρίδης ανήκε στο τεχνικό προσωπικό, όπου η κατάσταση ήταν κάπως υποφερτή. Έτσι, κρυφά βοηθούσε, όσο του ήταν δυνατόν, κάποιους συναδέλφους του που ήταν είτε από την Κρώμνη ή από τα γύρω χωριά. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και ο γιος του Χατζηπαύλου, του προύχοντα της Κρώμνης, που του είπε:
Έικιτι Γιώργο, η αξία τον ανθρώπου εδώ φαίνεται...
Αμάσεια
Το είπε αυτό, επειδή πριν πάνε στον στρατό, ως γιος του προύχοντα της Κρώμνης, δεν του έδινε σημασία και τον προσπερνούσε σαν παρακατιανό. Αλλά στους δύσκολους αυτούς καιρούς, συνειδητοποίησε πού βρίσκεται η αξία του ανθρώπου, δεν προσπέρασε με αχαριστία, αλλά είπε την αλήθεια μετανιωμένος.
Στην Ελλάδα ήρθε ο Γεώργιος Τσιρίδης με τη γυναίκα του Ουρανία, μία από τις αδελφές του Ιωάννη Γερμανίδη. Δύσκολα χρόνια, σκληροί καιροί! Η επιβίωση δύσκολη. Συνέβηοαν τραγικά γεγονότα στην οικογένειά του, που δεν επέτρεψαν σε αυτήν να ριζώσει σε ένα μέρος. Πέθανε τον Απρίλιο του 1988 στη Θεσσαλονίκη.
Η πιο συνηθισμένη του έκφραση, που όταν την έλεγε χαμογελούσε στοχαστικά, ήταν:
...Αούτον ο κόσμον ψεύτικον εν’!... δηλαδή, ...αυτός ο κόσμος είναι ψεύτικος. Λίγο χρόνο πριν φύγει από τη ζωή, θυμάμαι που πήγαμε με το αυτοκίνητο σε κάποιο βουνό. Καθώς πλησιάζαμε και μόλις το είδε, θυμήθηκε, φαίνεται, τα βουνά όπου γεννήθηκε και έζησε νέος στην Κρώμνη, και άρχισε να σιγοψιθυρίζει, να σιγοτραγουδάει έναν ποντιακό σκοπό σαν μοιρολόι, σαν ένα παλιό παράπονο χωρίς γιατρειά στον τραγικό αυτόν κόσμο ...

Χρήστος Κοπτερόπουλος