Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

«Η Γυναίκα μέσα από την Ποντιακή Λο­γοτεχνία»

Κυρίες και κύριοι, η ερευνά μου αυτή, «Η Γυναίκα μέσα από την Ποντιακή Λο­γοτεχνία», έχει αρχίσει πριν από πέντε χρόνια και ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί και φυσικά δεν θα μπορούσε να παρουσιαστεί μέσα στο στενό χρονικό πλαίσιο της ση­μερινής μου εισήγησης. Θα προσπαθήσω να παρουσιάσω την Πόντια γυναίκα, την ξεχωριστή της προσωπικότητα, όπως αυτή διαμορφώθηκε κάτω από ειδικές συνθή­κες, γεωγραφικές, ιστορικές, πολιτικές και κοινωνικές. 
Γυναίκες ατον Πόντο
Στις καθημερινές μας συζη­τήσεις, όταν λέμε Πόντια γυναίκα, εννοούμε μία γυναίκα με δυναμισμό και δεν είναι απλός παραλληλισμός, μια και οι Αμαζόνες έζησαν στον Πόντο. Οι γυναίκα του Πόντου έζησε δίπλα στον άντρα της και τον υπερασπίζεται, διαψεύδοντας το μύθο του ανίσχυρου φύλου. Μέσα στο πλαίσιο της ελληνικής κοινωνίας του Πόντου, με τους αυστηρούς κανόνες και τις ανάλογες αρχές, παρά την επιβολή του ανδροκρα­τικού πατριαρχικού συστήματος, πρόβαλε πάντα στο προσκήνιο η ευγενική μορφή της γυναίκας - συζύγου, ο δυναμισμός της οποίας θεμελίωνε το ηθικό δικαίωμά της για αναγνώριση της προσφοράς της και εξουδετέρωνε την ανδρική αντίληψη για τη θέση της.
 Το δυναμισμό αυτό της Πόντιας γυναίκας μας τον δίνει η ποντιακή μού­σα στο τραγούδι «Του Μονόγιαννε». Όταν ο δράκος απειλεί τον Γιάννεν και ενώ όλοι είναι τρομοκρατημένοι, η γυναίκα είναι αυτή που δεν αφήνει τον άντρα της να υποκύψει στη μοίρα του και αναγκάζει το δράκο να γίνει ικέτης στα πόδια της. Σε ερώτηση του δράκου από που κρατάει η γενιά της, απαντά:
 Ο κύρη μ’ απ’ τους ουρανούς κι η μάνα μ’ ας σα νέφια,
 τ' αδέρφια μου στράφτνε και βροντούν κι εγώ γρυλεύω δράκους
 σου πεθερού μου το τσακόν σεράντα δράκων δέρμα.
 Ένα θα πέρω και τεσόν ίνταν σεράντα έναν. 
Και ση μωρί μ’ κες το κουνίν σεράντα δρακοδόντια.
 Έναν θα πέρω και τεσόν ίνταν σερανταέναν.
Χότζα Μετζάρι
Αυτά λέει το τραγούδι. Αρχίσαμε δυναμικά, μα τα πράγματα δεν είναι και τόσο ποιητικά. Ο ρόλος των γυναικών ήταν καθορισμένος, όπως και σε κάθε κοινωνία εκείνης της εποχής, με κάποιες διαφορές όμως. Στον Πόντο το «κορίτσι» δεν ήταν «κορίτσι πράμα», όπως συνήθιζαν να λένε σε όλη την Ελλάδα. Σίγουρα όμως ήταν «κορίτσ’ παιδίν» και όχι «αγούρ’ παιδίν». 
Ο ρόλος της άρχιζε με το χάραγμα της κούνιας, συνεχίζονταν με το σύρσιμο, την απαγωγή της κόρης (Ο Παντελής Μελανοφρύδης μας έδωσε ένα υπέροχο έργο το «Το σύρσιμο τη Τσοφούλας») και όλα σφραγίζονταν με τη φράση «το κορίτσ’ ο κυρ διατάχτ’ άτο». 
Με το γάμο, από την πρώτη μέρα, καθόριζαν και πάλι το ρόλο της. «Τον έγαμον χαρίσνατον πρόγατα αλμεγάλια
την έγαμον χαρίσν’ ατεν χαλκά και χαλκοπούλια
ν’ αλμέει απές σα πρόγα­τα και να κολλήζ’ το γάλα».
 Δεν θα επεκταθώ σε λαογραφικά θέματα, μα θα σταθώ για λίγο στο έθιμο «μας» που έχει συζητηθεί πάρα πολύ. Η νύφη δεν μιλούσε στα πεθερικά της ανοιχτά, παρά μόνον με νοήματα και γενικά πάντα χαμηλόφωνα και με πλάγιους τρόπους. Η σιωπή αυτή καθιερώθηκε για λόγους σεβασμού και ήταν ένας εύσχημος τρόπος αποφυγής συγκρούσεων μέσα στην οικογένεια. Αυτό έδινε νύφη χρόνο προσαρμογής στο νέο της περιβάλλον. Το έθιμο είχε τη φιλοσοφία, αν βέβαια εξαιρέσουμε κάποιες υπερβολές στην εφαρμογή του. Πάντως, το έθιμο αυτό έδωσε έμπνευση σε πολλούς συγγραφείς, κυρίως θεατρικούς, που μας χάρισαν υπέροχα έργα, ευτράπελα στο σύνολό τους.
Όλγα Νυμφοπούλου
Πριν κλείσουμε το θέμα του γάμου, θα ήθελα να αναφερθώ σε δύο σχετικά βιβλία. Το ένα, που εκδόθηκε και κυκλοφόρησε πρόσφατα, είναι «Η γιαγιά μου η Τσόφα» της Όλγας Νυμφοπούλου. Θα σας διαβάσω τις συμβουλές του πατέρα στην κόρη που παντρεύεται: 
«Τον άντρα σ’ ν' αγαπάς και να τιμάς ατόν. Σα πεθερ’κά σ' να ίνεσαι το παιδίν άτουν. Οταν θα έχ’νε την ανάγκη σ’, να ευρίεσαι εμπροστά άτουν, όταν ριγούν να χουλέντσ’ ατς κι όταν ζεστάουνταν, να ίνεσαι άνεμος και να σεριαλαεύσ’ ατς. Θεγατέρα μ’, τα καλά σ’ ν’ ακούμε, να μην εντροπιάεις μας, δείξον πουλί μ’ ση γκαεφ’ τ’ Αβραάμ τη Πολιτίδη πως ο Ισαάκ Σαϊδονίδης κ’ έν εφτωχός, αφού έσ’ την Τσόφαν θεγατέραν».
Το κορίτσι εξακολουθεί να είναι κομμάτι της πατρικής οικογένειας και μετά το γάμο της. Είναι ένας θησαυρός που χαρίζεται σε μία άλλη οικογένεια. Μέσα σε αυτή την καινούργια οικογένεια, ο ρόλος της δίνεται από τα ρήματα «να χουλέντσ’ ατς» και «να σεριαλαεύσ’ ατς». Με τις ίδιες σχεδόν συμβουλές «διαρμενεύ» μία μητέρα την κόρη της. Είναι γραμμένο από τον Ιωάννη Κιουρτσίδη, το 1934. Στο ποίημα «Η μάνα απορθών’ το κορίτσν’ ατς» η οικοδέσποι­να, η προκομένη μάνα «διαρμενεύ το κορίτσν’ατς». 
Από τους 22 στίχους, οι 10 είναι αφιερωμένοι στα πεθερικά, γιατί «ατοίν π’ έχνε τα μάγουλα, σα χέρια κρεμισμένα σ’ αντρούς πουλί μ’ την δύναμην εδέκαν». Δύο μόνο στίχοι, αλλά πολύ μεστοί στον άντρα της «τον άντρα σ’ μην πλανόντσαν τον, Θεού πλάσμα αν είσαι, ορθόν στρά­τα να δείξ’ ατον, σοδάτα μάνα κι είσαι». Ίσως οι σημερινές φεμινίστριες να κάναν πολλά σχόλια στα δύο αυτά κείμενα. Εγώ θα σταθώ μόνον σε μία φράση: «ορθόν στράτα να δείξ’ ατον». Η φράση αυτή μας δείχνει την πραγματική θέση της Πόντιας γυναίκας μέσα στην οικογένεια, που ήταν όχι μόνον ισάξια του άντρα, αλλά και κάτι παραπάνω.
Ίσως πιστέψουν πολλοί πως οι Πόντιοι συγγραφείς εξιδανικεύσανε την Πόντια
γυναίκα. Θα σας αναφέρω μία μαρτυρία από έναν μη Πόντιο συγγραφέα, τον Παπαμιχαλόπουλο, από το βιβλίο του «Περιήγησις εις τον Πόντον», γραμμένο στα 1911.
Γράφει για τις Σανταίες γυναίκες: «... και αι Σαντέαι γυναίκες φημίζονται ως ανδρίαι και εργατικαί και κατά την απουσία των ανδρών αυτές φροντίζουσι περί πάντων εν τω οίκω και τις έξω εργασίες και φορούσε δε αυτές εν ώρα ανάγκης τα όπλα των ανδρών, προς φύλαξιν της τιμής αυτών και προς υπεράσπισιν και άμυνα της οικογε­νειακής περιουσίας».
Κ. Παπαμιχαλόπουλος
Η μαρτυρία αυτή του Παπαμιχαλόπουλου ανοίγει ένα άλλο κεφάλαιο από την ζωή της Πόντιας γυναίκας - τους διωγμούς. Η γυναίκα, η μάνα, ήταν η πηγή της ζωής, η συνέχεια του έθνους. Αν αφάνιζαν τη γυναίκα, θα αφανίζονταν ο Ελλη­νισμός. Για το λόγο αυτό, η γυναίκα στον Πόντο έγινε στόχος των Τούρκων. Στο ποίημα «Ο αιχμάλωτον» οι Τούρκοι πιάνουν την γυναίκα του Ανδρόνικου που ήταν έγκυος και ο Εμίρ Αγάς την παίρνει στο παλάτι του. Μα τα πρώτα λόγια που μαθαί­νει στο γιο της μόλις γεννήθηκε δικαιώνουν το ρόλο της στη συνέχεια της φυλής.
Δεν θα φτάναν τόμοι ολόκληροι για να περιγράψουμε τις διώξεις των γυναικών, ο χρόνος δεν μας το επιτρέπει. Θα αναφερθώ μόνον στο συγγραφέα Στάθη Χριστοφορίδη και στο βιβλίο του «Η Γενέτειρα Κουνάκα της Ματσούκας». Όταν οι Τούρκοι ανάγκασαν του κατοίκους της περιοχής να βγουν από το σπήλαιο Αγροτζάς, όπου πρόβαλλαν αντίσταση, πολλές γυναίκες έπεσαν στο ποτάμι και πνίγηκαν. Σκηνές αποκάλυψης, παρόμοιες με αυτές στο Ζάλογγο και στην Αραπίτσα.
Και η Οδύσσεια των Ελλήνων συνεχίζεται με τις εκτοπίσεις και τις εξορίες. Το βαρύ τίμημα το πλήρωσε και πάλι η γυναίκα. Πόσες γυναίκες κακοποιήθηκαν, πό­σες άφησαν την τελευταία τους πνοή σε εκείνες τις πορείες που τόπος προορισμού ήταν μόνον ο θάνατος. Όμως και ο δρόμος της σωτηρίας, για την Ελλάδα, ήταν γεμάτος τάφους. Ο Ελληνισμός του Πόντου ξεριζώθηκε, κάηκε, μαρτύρησε, ξεκλη­ρίστηκε, μα αγωνίστηκε σκληρά για να ριζώσει και να καρπίσει εδώ, στην αρχαία κοιτίδα της καταγωγής του, που τον έριξε το ξενοδαυλισμένο μίσος ενός λαού. Μα πάλεψαν, ξερίζωσαν την οξιά και την φτέρη, θρυμμάτισαν το βράχο και άνοιξαν χωράφια.
 Σπούδασαν παιδιά και ανάστησαν καινούργια φύτρα. Έκτισαν σχολεία και εκκλησίες. Μέσα από τη λάσπη ξεφύτρωσαν φτωχικά προσφυγικά σπιτάκια, με τις αυλές τους μέσ’ στα λουλούδια, ασβεστωμένες, κάτασπρες. Έκαναν τη Ρωμανία ν’ ανθεί και να φέρει κι’ άλλο. Και σ’ όλο αυτό τον αγώνα πρωταγωνιστής η γυναίκα. Μόνη ή δίπλα στον άντρα της; 
Ο συγγραφέας Γρηγοριάδης, στο βιβλίο του «Από τον Πόντο στο Καρς» γράφει: «... το σπίτι που τους έδωσαν ήταν ένα μισογκρεμισμένο κτίσμα. Η μάνα έβγαλε πρώτα από το μποχτσά τις εικόνες του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Θεοδώρου και τις ακούμπησε πάνω στο τζάκι. Ύστερα έστησε δύο λιθάρια έψεν τ’ άψιμον και έψεσεν ολίγον μακαρίνα». Πρώτα η πίστη που τους κρά­τησε ζωντανούς μέσα στους αλλόθρησκους και μετά η φροντίδα για την επιβίωση. Μα η μάνα της προσφυγιάς δεν αγωνίζεται μόνον για την επιβίωση, την μακαρίνα, το καλαμποκίσιο ψωμί και τη ρέγγα. Αγωνίζεται να δώσει μόρφωση στα παιδιά της. Για την προκοπή των παιδιών και την καταξίωσή τους μέσα στην κοινωνία, η κάθε θυσία είναι δυνατή. Και οι θυσίες δεν πάνε χαμένες. Ηθική επιβράβευση οι βαθμοί, οι επιτυχίες των μικρών προσφυγόπουλων, που γυμνά και πεινασμένα, χωρίς βιβλία πολλές φορές, φτάνουν στο Πανεπιστήμιο, θριαμβεύουν, διακρίνονται στα γράμμα­τα και τις τέχνες.


Βέρα Αντωνιάδου



 απο την εισήγηση της στο Δ' Παγκόσμιο Συνέδριο Ποντιακού Ελληνισμού
Θεσσαλονίκη Ιούνης 1997