Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

Εκδρομή στήν Κρώμνη, Λαραχανή, Άγουρσα και Λιβερά

 (Αποσπάσματα της μελέτης αυτής δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα του  Βατούμ «Αργοναύτης» τον Σεπτέμβρη και  Οκτώβρη 1912).

 Την 10 Ιούλη του 1908 ακριβώς την  μέρα που ανακηρύχθηκε το τούρκικο σύνταγμα βγήκαμε απ' τη Σαντά  εγώ, ο Λευτέρης Περσείδης, ο Λιβερίτης αγωγιάτης Σάνταλης και ένας βιβλιοπώλης με τα  εκκλησιαστικά του βιβλία, με σκοπό να επισκεφτούμε την Κρώμνη. Το απόγευμα της  ίδιας μέρας κατεβαίναμε από τον Άγιο Ζαχαρία τον κατήφορο του Μαντσιάντων και βλέπαμε με συγκίνηση τα ωραία κάτασπρα σπιτάκια των ενοριών Μαντσιάντων, Φραγκάντων, Σιαμανάντων  και απέναντι τα σπιτάκια του Αληθινού και των άλλων ενοριών με τις πανώριες  εκκλησίες τους. Το θέαμα μας ήταν ευχάριστο.
Μετά μισή ώρα διασχίσαμε τους δρόμους  της ενορίας Μαντσιάντων και μπήκαμε στο θαυμάσιο σπιτάκι της καλής χήρας Σοφούλας γνωστής του Λευτέρη. Η κακόμοιρη αυτή γυναίκα μας υποδέχθηκε με μεγάλη καλοσύνη  και παρ' όλη της τη φτώχια μας   περιποιήθηκε θαυμάσια.
Οικισμός Σιαμανάντων
Ύστερα κατεβήκαμε στο Σιαμανάντων να δούμε τον καλό εφημέριο της Κρώμνης παπά Κωνσταντίνο, που του είχαμε παλιές γνωριμίες. Τον παπά Κωνσταντίνο τον βρήκαμε περιποιητικό με το παραπάνω . Σα μπήκαμε στ’ αρχοντικό του  μας θάμπωσαν οι πολλές δεκάδες των μπακιρένιων πιάτων και τεντσερέδων  που ήσαν αραδιασμένα όλα στα ράφια της μεγάλης σάλας του σπιτιού. Η σάλα αυτή είχε  σε μια άκρη το ταντούρ (είδος θερμάστρας ) όπου ζεσταίνονταν και κοιμόνταν μέσ’ στο βαρύ χειμώνα οι Κρωμναίοι. Το ίδιο έκαναν και όλοι οι κάτοικοι των μεσογείων του Πόντου.
 Ο καλός εφημέριος μας περιποιήθηκε και μας είπε πολλά για την ζωή των Κρωμναίων. Ο παπα Κωνσταντίνος μας υπενθύμισε τότε πως υπάρχει κάποια μαρμάρινη πλάκα με αρχαία λατινική επιγραφή στον Αληθινό και πως η πλάκα αυτή μαρτυρεί την  αρχαιότητα της Κρώμνης και  ανεβάζει  τη ζωή της στην  εποχή του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Κωνσταντίνου του ΣT'.
Μόλις μάθαμε την πολύτιμη αυτή είδηση σπεύσαμε προς τα εκεί μαζί  με τον Λευτέρη, βρήκαμε τον διευθυντή του σχολείου Αληθινού Κοσμανίδη και τον παρακαλέσαμε να μας οδηγήσει στο μέρος που μας είπε ο εφημέριος. Ο Κοσμανίδης μας συνόδεψε ως το σχολείο του Αληθινού. Εκεί κοντά στο σχολείο ήταν μια όμορφη εκκλησούλα με την πολύτιμη εκείνη πλάκα. Η επιγραφή ήταν λατινική I COSTΑΝ VEXT και την εξηγούσε ο Κοσμανίδης ως ιερόν Κωνσταντίνου του έκτου.  Αποδείκνυε δηλ. η επιγραφή πως ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο ΣΤ.' επιχειρούσε πολέμους εναντίον των Περσών και των άλλων εχθρών του βυζαντινού κράτους, και περνώντας απ’ την Κρώμνη χάραξε κάποια πλάκα για ανάμνηση τις νίκης του εναντίον των βαρβάρων.
 Στις δύο μέρες που καθίσαμε στην Κρώμνη συναντήσαμε κι έναν γέρο ηλικίας 70 χρονών, γέννημα και θρέμμα της Κρώμνης, ήταν αυτός τύπος εύθυμος, ήταν φαγάς, λάγνος, φλύαρος,  Κρωμέτες με τα όλα του.
Λαραχανή
Στις 13 Ιούλη ξεκινήσαμε απ’ την Κρώμνη για την Ματσούκα.  Ανεβήκαμε στον Άη Ζαχαρία κι αμέσως πήραμε τον  κατήφορο που οδηγούσε στις δασωμένες χαράδρες της Λαραχανής. Αφού δρασκελίσαμε κάμποσες αποψιλωμένες κατωφέρειες μπήκαμε μετά μία ώρα σε απέραντα δάση έλατου κι ακολουθήσαμε τον κατήφορο της Λαραχανής. Ύστερα από πορεία 4—5  ωρών μπήκαμε στο χωριο Λαραχανή που ήταν πολύ όμορφο. Τα κτίρια του χωριού ήσαν αρκετά ευπαρουσίαστα, μα οι δρόμοι ακάθαρτοι, τρισάθλιοι. Η Λαραχανή χρησίμευε σαν  ενδιάμεσος σταθμός των ταξιδιωτών μεταξύ Κρώμνης-Τραπεζούντας.
Δεν καθίσαμε πολλή ώρα στη Λαραχανή και ξεκινήσαμε για την Άγουρσα. Mε  αυτήν μ' ένωναν παλιές ευχάριστες αναμνήσεις. Σ' αυτό το χωριό έζησε η οικογένεια μου τον χειμώνα του1888-89. Στα 20 χρόνια που απουσίασα από το χωριό αυτό νοσταλγούσα το σχολικό του κτίριο, το μαγαζάκι του χωριού , τους συμμαθητές  μου και πολλούς από τους κατοίκους του χωριού  που ήρθαν  σε επαφή με τη παιδική μου ψυχή.
Πρώτος και καλύτερος απ'  τους μαθητές του σχολείου ήταν ο Ευστάθιος Καλλιανίδης, παιδί με άγια ψυχή, παιδί  μάλαμα που μ' έμαθε τα πρώτα γράμματα. Αυτόν τον είχε μη  στάξει και μη βρέξει ο πατέρας μου που ήταν διευθυντής του σχολείου της   Άγουρσσς κατά το 1888-89. 'Αλλο καλό παιδί ήταν ο Κατατικίδης.
 Σ' αυτό το χωριό δεν είδα βλοσυρά βλέμματα, δεν είδα κακούς ανθρώπους, δεν είδα μαλώματα και καυγάδες άγριους, δεν είδα τίποτε το κακό που ν' αφήσει μαύρες  εντυπώσεις στην παιδική ψυχή μου. Ήσαν όλοι άντρες και γυναίκες, απονήρευτοι, ευλαβείς στα θεία, φιλόμουσοι, όλα τα καλά μα λίγο δειλοί. Η δειλία άλλωστε ήταν χαρακτηριστικό των κατοίκων Ματσούκας και Γαλίανας και δεν μπορούσαν οι Αγουρσέτ να αποτελούν εξαίρεση. Νοσταλγούσα και τις υστερικές γυναίκες της Άγουρσας που έρχονταν ταχτικά στην εκκλησία και σε κάθε λειτουργία που περνούσαν τ' Άγια έβγαζαν φωνές σπαρακτικές χτυπούσαν τα στήθη τους, έπεφταν στο πάτωμα κι άφριζαν, πάθαιναν μια κρίση ψυχική αφάνταστη. Το κακό αυτό του ομαδικού υστερισμού κολούσε εξ υποβολής  από τη μια στην άλλη γυναίκα και προπαντός στις νέες νυφούλες σα να ήταν χολέρα ή πανούκλα μεταδοτική.
Νοσταλγούσα και τα κοπάδια των τσακαλιών που πολιορκούσαν όλα τα σπίτια της Άγουρσας κάθε νύχτα και φώναζαν άγρια κι απειλητικά κάτω απ' τα παράθυρα των σπιτιών. Θυμάμαι πως οι γονείς μου μια νύχτα άνοιξαν την πόρτα του σχολείου και κυνήγησαν τα τσακάλια με δαυλιά αναμμένα ως 100 μέτρα μακριά, μα ξαναγύρισαν τα άτιμα μόλις έκλεισε η πόρτα.
Θυμάμαι πως παίζανε κατά τα Κάλαντα οι  άντρες του χωριού τα μωμογέρια ( καρναβάλια ) με τις μάσκες τους, με τις αρκουδίσιες γούνες τους, με τα κουδούνια στα πισινά τους και μας κρατούσαν σκλάβους εμάς τα παιδιά με τα νόστιμα καμώματα , με τους χορούς με τα γέλια και τα ξεφαντώματα τους. Θυμάμαι πως μου πήραν τα μυαλά  οι μωμογέροι  σε τέτοιο βαθμό που να μην ξέρω που κάθομαι και που βρίσκομαι, κι έτσι αφηρημένος έβαλα το χέρι μου στο κατώφλι ενός μαγαζιού, ο δε μαγαζάτορας τον καιρό που ήθελε να κλείσει το μαγαζί δεν με πρόσεξε, χτύπησε με ορμή την  πόρτα και απέκοψε το άκρο του μικρού δακτύλου μου. Η άγια μητέρα μου σαν  έμαθε το κακό που μούγινε ήταν να τρελλαθεί.
Η Μαρούλα
(μητέρα του Μ. Νυμφόπουλου)
Θυμάμαι τον πόνο της, τους  αναστεναγμούς της, την αλλοίωση του προσώπου της. Aς είναι άγια τα χώματα που την σκεπάζουνε!
Οι παραπάνω  αναμνήσεις και τόσες άλλες ακόμα με κρατούσαν υποχείριο τον καιρό που  ετοιμασθήκαμε να ξεκινήσουμε απ' τη Λαραχανή για την Άγουρσα. Μόλις από τα  ακραία σπίτια της Λαραχανής αντικρύσαμε την περιοχή της Άγουρσας μαγευτήκαμε. Είδαμε βράχους θεόρατους, μεγαλοπρεπείς με τα γύρω τους δάση που κρέμονταν  πάνω απ' τον ποταμό Νικάχολα, ακούσαμε τον τρομακτικό ρόχθο του ποταμού, αυτού με τα καταρρακτώδη νερά του και διακρίναμε από μακριά στην άκρη του δάσους γυναίκες της  Αγουρσας που μάζευαν καυσόξυλα απ' το  δάσος και τραγουδούσαν το μακρόσυρτο τραγούδι της Ματσούκας. Κατεβήκαμε τότε στο γεφύρι του ποταμού το περάσαμε και πέσαμε σ’ ένα άγριο δάσος γεμάτο από χαμόκλαδα  αγκαθωτά.
Επιτέλους περάσαμε το δάσος, πήραμε κατεύθυνση προς την Αγουρσα και τραβήξαμε για την  εκκλησία και το σχολείο. Εκεί το 20 χρόνο όνειρο μου πραγματοποιήθηκε.
Ξαναείδα τους  ιερούς εκείνους τόπους όπου είδα τόσο καλούς  ανθρώπους. Οι γλυκιές μου αναμνήσεις έρχονταν η μια κατόπιν της άλλης, με συγκινούσαν, με κλόνιζαν, με αναστάτωναν.
Φίλησα την πόρτα του σχολείου, αγκάλιασα τους τοίχους του και δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Ήθελα να μπω στη σχολική αίθουσα  σαν προσκυνητής του πλέον ιερού για εμένα χώρου  και να φιλήσω τα θρανία, την έδρα του δασκάλου τους πίνακες και ότι άλλο σχολικό έπιπλο νοστάλγησα μέσ' στα 20 χρόνια της απουσίας μου. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού απούσιαζαν τότε στις αγροτικές τους εργασίες και δεν βρήκα κανένα να του ζητήσω το κλειδί του σχολείου, έτσι  αρκέστηκα να κοιτάξω τη σχολική αίθουσα απ' τα παράθυρα και να πάρω λίγη παρηγοριά. Τέλος πήγαμε στο σπίτι του Ευστάθιου  Καλλιανίδη που στο μεταξύ χειροτονήθηκε παπάς.
Ο Παπα Στάθης  Καλιανίδης
Την ώρα εκείνη απουσίαζε ο Παπα Ευστάθιος στο μοναστήρι του Άγιου Ονούφριου της Μούζενας, μα κατά το βράδυ φάνηκε να κατεβαίνει απ' το βουνό με κάτι καλογριές του  Αγ. Ιωάννη  του Κουσπιδή, κι άμα μας είδε μας υποδέχθηκε με ανοιχτή καρδιά χωρίς να ξέρει την ταυτότητά μας. Μιλήσαμε  αρκετά λεπτά της ώρας, εγώ  για να του παρουσιάσω έκπληξη δεν του φανερώθηκα αμέσως, παρά του παρουσίασα μια του αγγελία γιά καποιο σύγγραμμα που ήθελα να εκδώσω τότε  και άμα είδε εκεί την  υπογραφή μου έβγαλε κραυγή χαράς και έκπληξης μαζί.
Η συγκίνηση μας  έπνιγε και τούς δύο για κάμποσα λεπτά της ώρας και ύστερα αναπολήσαμε όλη μας την περασμένη ζωή, κι η καρδιά μας σκιρτούσε από χαρά και αγαλλίαση. Δεν ξέρω  αν θα μπορούσα να δείξω στους  Αγιους Τόπους περισσότερη ευλάβεια παρ’ όση έδειξα στο σχολείο της Άγουρσας, στο μαγαζί όπου έκοψα το μικρό μου δάχτυλο  και στο σπίτι του Καλλιανού που νοσταλγούσα να το ξαναδώ  εδώ και 20 χρόνια!  Η νοσταλγία μου προς την Άγουρσα μου την παρουσίαζε σαν δεύτερη πατρίδα  και κανένα πράγμα στον κόσμο ούτε κι αυτός ο παμφάγος χρόνος δε μπόρεσε να σκεπάσει κι  αμαυρώσει τη λατρεία μου αυτή, λατρεία που θα με συνοδέψει ως την τελευταία μου κατοικία.
Την άλλη μέρα  αποχαιρετίσαμε τον Παπά Ευστάθιο και ξεκινήσαμε για την Λιβερά. Πονούσαμε για τον αποχωρισμό μας κι οι δύο μέχρι θανάτου! Μας ξεπροβόδισε ο Παπά Ευστάθιος ως το γεφύρι και μας ευχήθηκε γειά και καλό ταξίδι με μάτια βουρκωμένα. Κατεβήκαμε στο Κουσπιδή, μα δεν σταματήσαμε πουθενά, προχωρήσαμε κι ανεβήκαμε έναν λοφίσκο απ' όπου αντικρίσαμε την Λιβερά.
Δεν μπορώ να παραστήσω την εντύπωση που μούκανε η θέα της Λιβεράς που την έβλεπα για πρώτη φορά. Δεν πίστευα να δω με ζωντανά μάτια τον Παράδεισο. Δεν περίμενα να δω τόση φυσική καλλονή σε μια κωμόπολη περικύκλωση  από βουνά. Η κάτασπρη  εκκλησία με το πανύψηλο καμπαναριό, το πανώργιο σχολείο, τα καλοφτιαγμένα σπίτια των Λιβεριτών με τους κήπους τους, τα γύρω της Λιβεράς λιβάδια, οι  υπεράνω της Λιβεράς θεόρατοι βράχοι και τα γύρω μαγευτικώτατα δάση επρόσδιδαν στη Λιβερά μια  ομορφιά παραμυθένια!
Διασχίζαμε τους δρόμους της Λιβεράς γεμάτοι από εθνική υπερηφάνεια. Εκείνη τη στιγμή αντιπροσώπευε στη συνείδησή μας η Λιβερά όλη τη ζωτικότητα και την δύναμη του Ελληνισμού του Πόντου! Ζήτω η Λιβερά! Στη Λιβερά ανταμώσαμε τον καλό γραμματικό της Μητρόπολης Τριαντάφυλλο Γεωργιάδη  που μας περιποιήθηκε με το παραπάνω. Στάθηκε τόσο καλός ώστε δεν μνησικάκησε για την καταγγελία που του κάναμε όλοι μας οι Ισχανανταίοι στην Μητρόπολη την περασμένη χρονιά για κάποιο ζήτημα. Φάνηκε στα μάτια μας ανώτερος παθών και με την στάση του αυτή απέναντί μας μας υποχρέωσε να συνδεθούμε μαζί του με  ακατάλυτους δεσμούς φιλίας και συνεργασίας.
Αυτός μας  εξέμαθε λίγα χρόνια ύστερα την Βυζαντινή μουσική. Αιωνία  η μνήμη του αρίστου φίλου και διδασκάλου μας! Στη Λιβερά ανταμώσαμε και τον γηραιό διδάσκαλο Γεώργιο Εύθυβούλη. Άμα είδα αυτόν τον καλό δάσκαλο άφησα τη μνήμη μου να πετάξει σε παλιούς καιρούς.
Την  άφησα να δεί καθαρά πως  μιλούσε ο Ευθυβούλης με τον πατέρα μου αρκετά χρόνια πριν και τούλεγε σε μια του δυστυχία:«Φίλε Κωστή, αυτό το δασκαλικό μας επάγγελμα έχει πολλά πικρά ποτήρια, ανάγκη να τα πιούμε όλα. Κάμετε λίγη υπομονή.» Μιλήσαμε με τον Ευθυβούλη επί δύο ώρες για τα Εκπαιδευτικά ζητήματα του Πόντου, κι όταν ήρθε η σειρά στην πολιτική κατάσταση μου είπε πως  έγινε τρεις μέρες πριν η  ανακήρυξη του τουρκικού συντάγματος. Το γεγονός αυτό μας χαροποίησε σα να ευνοούσε την περαιτέρω πρόοδο του Ελληνισμού της Τουρκίας, μα ύστερα αποδείχθηκε πως όλη αυτή  η κίνηση των Νεοτούρκων  απόβλεπε στο να εξοντώσει όλα τα έθνη της Τουρκίας και προπάντων  το ελληνικό.
Στο γλυκοχάραμα της άλλης μέρας  αποχαιρετίσαμε την Λιβερά και κατά το βράδυ της ίδιας  ημέρας φτάσαμε στη Σάντα γεμάτοι από ευχάριστες  εντυπώσεις.

Μιλτιάδης Κ. Νυμφόπουλος
Δάσκαλος
Ιστοριογράφος της Σαντάς