Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

Οι Γυναίκες της Σάντας όπως τις γνώρισα...(της Πόπης Τσακμακίδου-Κωτίδου)



Πόπη Τσακμακίδου- Κωτίδου
Μπορεί ένα βιβλίο αφιερωμένο σε γυναίκες που έζησαν και πέθαναν πριν από πολλές δεκαετίες να συγκινεί τους ση­μερινούς κατοίκους της Νέας Σάντας; Εξαρτάται. Αν πρό­κειται για ένα βιβλίο με τίτλο «Οι Γυναίκες τις Σάντας του Πό­ντου», αφιερωμένο στις μητέρες και τις γιαγιάδες μας, και η συγγραφέας του ακούει στο γνώριμο όνομα Πόπη Τσακμα­κίδου-Κωτίδου, τότε η απάντηση είναι αναμφίβολα θετική!
Γεννημένη το 1928 στη Νέα Σάντα από γονείς Σανταίους, η Πόπη Τσακμακίδου-Κωτίδου σπούδασε φιλολογία στο Πα­νεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Ασχολείται εδώ και χρόνια με την καταγραφή της ιστορίας των Σανταίων στον Πόντο και στην Ελλάδα, με την ποντιακή ποίηση και με τη συλλογική λαογραφικού υλικού γενικότερου ενδιαφέροντος.
 Ποιήματα και μελέτες της έχουν δημοσιευθεί σε πολλά ποντιακά έντυπα της Θεσσα­λονίκης και της Κοζάνης. Είναι παντρεμένη με το γεωπόνο Χαράλαμπο Κωτίδη και έχει δύο παιδιά, τη Γωγώ, πρώην πρόεδρο του Τεχνικού Επιμελητηρίου Κεντρικής Μακεδονίας, εντεταλμέ­νη σύμβουλο του Ολυμπιακού Χωριού της Αθήνας και υποψή­φια βουλευτή του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στις εκλογές του 2000 στην Α’ Θεσ­σαλονίκης, και τον πολιτικό μηχανικό Κώστα Κωτίδη, ο οποίος ζει και διαπρέπει στην Αγγλία.
Εμείς τη συναντήσαμε στο διαμέρισμα της στην περιοχή Χα­ριλάου της Θεσσαλονίκης. Ένα διαμέρισμα που φέρει έντονη τη σφραγίδα της ιδιοκτήτριάς του, καθώς είναι γεμάτο από βιβλία, που κατακλύζουν την κάθε γωνιά του σπιτιού, από παραδοσια­κές γυναικείες φορεσιές απ’ όλη την Ελλάδα, αλλά και από πο­λύτιμα οικογενειακά κειμήλια, σπάνια έγγραφα από τον Πόντο ή τη Ρωσία, παλιά έπιπλα κ.λ.π. Μας μίλησε για το βιβλίο της, θυ­μήθηκε μαζί μας πρόσωπα και πράγματα από το παρελθόν του χωριού και μας ανέπτυξε τα μελλοντικά συγγραφικά της σχέδια
 ­
Κυρία Τσακμακίδου, πως αποφασίσα­τε να γράψετε ένα βιβλίο για τις γυναίκες της Σάντας;

Το βασικό μου κίνητρο ήταν η αγάπη μου για τις γυναίκες αυτές. Μέσα από τις διηγή­σεις τους είχα βιώσει και εγώ την προσφυ­γιά τους και τις δυσκολίες της ζωής τους στην Ελλάδα. Τις θυμάμαι, μεγάλες γυναί­κες, να κουβαλούν πουρνάρια με το «σιαλιάκ'». Έβλεπες δύο πόδια να περπατάνε κι από πάνω ένα τεράστιο βουνό από πουρνά­ρια. Άκουγα από τη μάνα μου τα τραγούδια της ξενιτιάς, με τα οποία τραγουδούσαν τον πόνο τους  και μάτωνε η ψυχή μου. Και κάθε φορά που πήγαινα στο χωριό και δεν έβρι­σκα κάποια από τις γερόντισσες των παιδι­κών μου χρόνων ένιωθα ότι  η γενιά εκείνη  έφευγε οριστικά. Έτσι αποφάσισα να γράψω κάτι γι αυτές τις γυναίκες. Αλλά και κάτι ακόμη. Μ' έπιασε το "φεμινιστικό" μου γιατί έβλεπα ότι δεν έχει γραφεί σχεδόν τίποτε για την πόντια γυναίκα και τη συμβολή της στη διαμόρφωση της ποντιακής κοινωνίας και ιστορίας. 
Ωστόσο, γνωρίζουμε ότι -τουλάχι­στον στη Σάντα- η γυναίκα ήταν αυτή που δια­μόρφωσε αυτό το φρόνημα, για το οποίο σή­μερα είμαστε περήφανοι. Μην ξεχνάμε ότι αυτά τα παλικάρια, για τα οποία σήμερα καυχόμεθα, τα γέννησαν και τα ανέθρεψαν γυναίκες, οι γυναίκες της Σάντας, διότι οι πα­τεράδες τους ήταν όλοι στην ξενιτιά.

Πόσο καιρό σας πήρε η συγγραφή του βιβλίου;

Μου πήρε χρόνια, ακριβώς γιατί δεν ξε­κίνησα να γράψω βιβλίο. Στην αρχή δημοσί­ευσα μερικές αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων στο Ποντιακό Βήμα της Ευξείνου Λέ­σχης Κοζάνης. Είδα λοιπόν ότι βρήκαν ανα­πάντεχη ανταπόκριση. Με έπαιρναν στο τη­λέφωνο -κυρίως γυναίκες- και μου έδιναν συγχαρητήρια. Περισσότερο απ’ όλα τους άρεσαν τα τραγούδια της ξενιτιάς. Συνέχι­σα λοιπόν για τρία-τέσσερα χρόνια, ώσπου αποφάσισα να συγκεντρώσω όλο αυτό το υλι­κό σε ένα βιβλίο.

Το βιβλίο περιέχει πολλές επώνυμες αναφορές σε γυναίκες της Σαντάς, όπως επίσης και πολλές φωτογραφίες. Πόσο δύσκολο  ήταν να συγκεντρώσετε όλο αυτό το υλικό;

Νομίζω ότι το δυσκολότερο μέρος ήταν η συγκέντρωση των φωτογραφιών. Τα υπό­λοιπα τα είχα λίγο-πολύ καταγεγραμμένα ή μπορούσα να ανατρέξω σε πηγές, όπως το βιβλίο του Γεροστάθη ή εκείνο του Νυμφο­πουλου. Τις φωτογραφίες όμως έπρεπε να τις συγκεντρώσω μία προς μία. Δεν θα ήταν υπερβολή αν σας έλεγα ότι για κάθε μία φω­τογραφία που δημοσιεύω στο βιβλίο μου, χρειάστηκε να τηλεφωνήσω μέχρι και δέκα φορές, ενώ για να τις συγκεντρώσω ανέβη­κα στο χωριό πάνω από είκοσι φορές.
 Στην αρχή οι συγχωριανοί μας είχαν μια δυσπιστία. Ίσως και να μην είχαν αντιληφθεί τι ήθελα να κάνω... Μόνο ορισμένες γυναίκες έδειξαν ενδιαφέρον, όπως η Ξανθίππη Πιστοφίδου, η οποία ζει στο κέντρο του χωριού και ανέλαβε να συγκεντρώσει τις φωτογραφίες, η Υβόννη Κουρτίδου και η Βικτωρία η Σαββίδου. Η Ξανθίππη, με την οποία ήμασταν και συμμαθήτριες, ανέλαβε να κινητοποιήσει τους πάντες. Με βοήθησε πολύ και την ευ­χαριστώ ιδιαίτερα γι αυτό.

Ποιά ήταν η απήχηση του βιβλίου σας στους σημερινούς κατοίκους της Νέας Σάντας;

Μπορώ να πω ότι την αρχική τους επιφυλακτικότητα διαδέχθηκε η ικανοποίηση, ο εν­θουσιασμός. Δέχτηκα πολλά συγχαρητήρια από συγχωριανούς μας που βρήκαν στις σε­λίδες του βιβλίου μου δικούς τους ανθρώ­πους. Και φυσικά θα ήταν παράλειψή μου να μη σημειώσω την πολύ ωραία εκδήλωση που οργάνωσε ο Σύλλογος Γυναικών Νέας Σά­ντας με την ευκαιρία της ημέρας της γυναί­κας, και στην οποία με κάλεσαν   να μιλήσω   για   τις γυναίκες της Σάντας.
Σαντά του Πόντου (Ακόμα αέτ'ς κουβαλούν τα χορτάρια)
Αρχείο Θεόφιλου Τεμερτσόγλου
Πως θα περιγράφατε με δυο λόγια τη θέση της Σανταίας Γυναίκας στον Πόντο και στην Ελλάδα;

Οι γυναίκας της Σάντας ζούσαν μια ζωή βασανισμένη. Άλλωστε, δεν πρέπει να ξε­χνάμε ότι στην πραγματικότητα η Σάντα ήταν μια κοινωνία γυναικών, στην οποία το μεγα­λύτερο μέρος του έτους ζούσαν μόνο γέροι, γυναίκες και παιδιά. Η γυναίκα ήταν ο στυ­λοβάτης του σπιτιού. Αυτή φρόντιζε για τα ζώα, από τα οποία προερχόταν το μεγαλύ­τερο μέρος της διατροφής τους, θέριζε τα χορτάρια και έκοβε τα ξύλα.
Οι άντρες, μπορεί να υπέφεραν κι αυτοί στην ξενιτιά, αλλά πότε έστελναν, ποτε δεν έστελναν και μερικοί "ξάϊ πα κι εκλώσκουσαν" και άλλοι αρραβωνιάζονταν ή παντρεύονταν εκεί.
Μερι­κοί μάλιστα θυμόντουσαν ότι είχαν οικογέ­νεια στα γεράματά τους και έρχονταν να γηροκομηθούν. Μια πολύ ωραία τέτοια περί­πτωση περιγράφει ο Σίμος Λιανίδης στο βι­βλίο του «Σα κρύα του λουτρού», όπου η ηρωίδα, η «Κοσμανάβα» τα βάζει διαρκώς με τον άντρα της γιατί θυμάται τη μοναξιά της νεα­νικής της ζωής και το ότι τη θυμήθηκε στα γεράματα. Όπως καταλαβαίνετε, οι γυναίκες αυτές δεν πρέπει να είχαν και πολύ καλές αναμνήσεις από τη ζωή τους. Από την άλλη, όμως είχαν μία σπάνια καρτερικότητα. Ίσως ο τρόπος της ζωής τους ήταν αυτός που τους έδωσε αυτή τη δύναμη. Είχαν έφεση στην ποίηση, έγραφαν πολύ ωραία τραγούδια, που τα έδινε η μοναξιά και ο πόνος της ξενιτιάς. Γιατί θέλει και ο πόνος το τραγούδι του....

Αν σας ζητούσαμε να μας αναφέρετε μερικές περιπτώσεις γυναικών από τη πα­λαιό φρουρά του χωριού, που έμειναν ανε­ξίτηλες στη μνήμη σας, ποιες θα μας κατο­νομάζατε;

Πρώτη και καλύτερη ήταν η «Βατικίνα», η πεθερά της αδερφής μου, την οποία νομί­ζω ότι θυμάται όλο το χωριό, γιατί ήταν λίγο «νευρική» -όπως λέτε τώρα εσείς «τα ‘παίρ­νε γρήγορα στο κρανίο»- και φοβόντουσαν να της αντιμιλήσουν. Ήταν όμως καλή και δίκαιη γυναίκα. Κάθε Κυριακή φορούσε πά­νω απ’ τα καλά της τη «φοτάν», που έφερε από την πατρίδα  και πήγαινε με αυτήν στην εκκλησία. Μάλιστα, όταν πέθανε την θάψανε με αυτή τη «φοτάν».
Καλλιόπη Χατζηαθανασιάδου (τη Χατζηθανάσ' η Κάλη).
Γεννήθηκε στο Πιστοφάντων Σαντάς το 1887.
Φωτογραφία στη Νέα Σάντα Κιλκίς με τη Σανταία Τέλλα
Μία άλλη ήταν η θεία μου η «Κάλη τη Χατσηθανάσ ». Ήσυχη γυ­ναίκα, καλός άνθρωπος, που τη θυμάμαι για­τί όταν «ωβάευα» μου έδινε πάντα εκτός απ' το «κερκέλ’» και ένα αβγό. Ύστερα η νονά μου, η «Νάζη τ’ Ασλάν’», η μητέρα του Μίκου του Ασλανίδη. Ολο το χωριό ξέρει πόσο καλή γυναίκα ήτανε και πόσο καλλιτεχνικές τάσεις είχε. Στόλιζε το σπίτι της με το τίπο­τε. Έπαιρνε χρωματιστά χαρτιά γλασέ, τα έκοβε σε διάφορα σχέδια και τα κολλούσε στον τοίχο, δημιουργώντας ένα πολύ ωραίο αποτέλεσμα. Μαθαίνω μάλιστα ότι και η εγγονή της έχει τέτοιες καλλιτεχνικές τάσεις. Πήγα στο σπίτι της, το είδα και θυμήθηκα τη νονά μου.
 Μια άλλη γιαγιά που θυμάμαι με αγάπη ήταν «τη Τσιαχούρ’ Ελένε», η μητέρα του Τιμολέοντα. Γλυκιά, ήσυχη, πολύ καλή. Επίσης «τη Γιοσήφ’ Ελέγκω» κι η «Στουλαράβα» που «εκάθουτον ση Κότογλη». Από τις κάπως νεότερες θυμάμαι τη «Χαρτοματσάβα» και την «Εβλιάβα», που ήταν γυναίκες της Εκκλησίας και άμα μιλούσαμε κατά τη διάρκεια της λειτουργίας, μας τραβούσαν τα μαλλιά!

Πόπη Τσακμακίδου- Κωτίδου
Γεννηθήκατε στη Νέα Σάντα. Ποιες αλ­λαγές -θετικές ή αρνητικές- βρίσκετε ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα στο χωριό;

Οι θετικές αλλαγές νομίζω ότι είναι πασιφανείς. Σπίτια ωραία, καθαρά, κυρίες χτενισμένες στο κομμωτήριο...Εδώ και μια δεκαετία αγοράζουν γάλα, γιατί δεν έχουμε αγελάδες. Η Νέα Σάντα 
 Η Νέα Σάντα είναι πλέον ένα αστικός οικισμός κι αυτό είναι βέβαια κάτι θετικό. Επί­σης συμπεθεριάσαμε και με «ξενοχωρίτας». Τότε το χωριό ήταν αυστηρά ενδογαμικό. Σπάνια παίρναμε νύφη από άλλο χωριό, ενώ και οι κοπέλες επίσης δεν πήγαιναν σε ξένα χωριά, εκτός αν επρόκειτο για κανένα καλό τυχερό στη Θεσσαλονίκη.
 Οι πρώτοι με τους οποίους συμπεθεριάσαμε ήταν τα προσφυγικά χωριά, όπως η Καμπάνη. Αφήνω στην άκρη τον Αγιο Παντελεήμονα γιατί τότε δεν τον θεωρούσαμε άλλο χωριό, αλλά Νέα Σά­ντα.

Ετοιμάζετε κάτι άλλο αυτήν την περίο­δο;

Γράφω ένα βιβλίο για τη Νέα Σάντα. Δεν έχω βρει ακόμη τον ακριβή τίτλο, αλλά θα εί­ναι ένα βιβλίο που θα ξεκινά από τη Σάντα του Πόντου, θα εστιάζεται στην εγκατάστα­ση των κατοίκων της στην Ελλάδα και στην ίδρυση της Νέας Σάντας και θα φθάνει μέχρι το σήμερα.

Βέβαια για το σήμερα δεν είμαι και πολύ σίγουρη. Δεν ξέρω καλά τα νέα παι­διά, δεν ξέρω πόσους επιστήμονες αναδείξαμε τα τελευταία χρόνια, πόσες καφετέριες έχουμε ή πόσα σούπερ μάρκετ. Νομίζω όμως ότι έχω περισώσει τα περισσότερα από τα παλιά. Τα μπακάλικα και τα θέατρα, τα «χορόντας» και «τη λυριτσήδες», τα «πεγάδια» και τα καφενεία, τα κορίτσια και τους έρωτες τους, τα μικρά «κουτσομπολιά» της καθημερινής μας ζωής. Τα περιέσωσα και εί­μαι χαρούμενη για αυτό.

Πηγή : "ΤΑ ΝΕΑ" της Νέας Σάντας
Συντακτική επιτροπή
1. Δημήτρης Πιπερίδης
2. Εύη Σοφιανού
3. Ηλέκτρα Κουρτίδου

Γενάρης- Φλεβάρης 2005