Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

Σεπτέμβρης '21 : Η σφαγή των νηπίων...Μέσα από τα γραφόμενα Σανταίων ιστορικών


Μιλτιάδης Νυμφόπουλος
Άποψη Μιλτιάδη Νυμφόπουλου:
(Στηριζόμενος στις αφηγήσεις των ανταρτών: Πολίτα Τσουμπάνου, Αλέξη Τσουμπάνου, Χαράλαμπου Λαζαρίδη, Γιάννη Σωτηρόπουλου, Λαμπρίκα Σισμανίδη και πολλών άλλων που πήραν μέρος στις μάχες)

Εκείνο το βράδυ ελιποψύχησαν δύο άν­δρες και 5—10 δειλές γυναίκες που είχανε μωρά βυζανιάρικα. Αυτοί από την υποψία  τους μήπως τα μωρά με τους κλαυθμυρισμούς τους προδώσουν την παρουσία τους, σκοτώσανε κάνα δυο, και τα άλλα παραδώσανε σε δύο αντάρτες, τον Ι.Κ. και τον Γ.Κ. και τους παρακαλέσανε να τα εκτελέσουν.
Οι αντάρτες αυτοί χωρίς να το πολυσκεφθούν και χωρίς να ρωτήσουν τον αρχηγό Ευκλείδη εκτέλεσαν τα παιδιά. Έτσι συντελέστηκε το φοβερό δράμα της σφαγής των 8 βρεφών των οποίων τα πτώματα έμειναν εκτεθειμένα στο πεδίον της μάχης.

Αυτήν την τελείως αδικαιολόγητη θυσία, που δεν διαφέρει καθόλου από την θυσία του Ζαλόγγου, ήταν πεπρωμένο να την υποστεί και η πονεμένη μάνα μας, η Σαντά. Την υποψία αυτή των γυναικών μας την λέγει πο­λύ παραστατικά ο ποιητής Δ. Ηλιόπουλος με το εξής δίστιχο:
 Γιατί υποψιάστανε να μη γίντ' αν αιτία
 και χάται όλεν το μιλλέτ εφτά οχτώ παιδία.
 Την λι­ποψυχία αυτή των γυναικών στην επικίνδυνη εκείνη στιγμή κάθε άλλος ιστοριογρά­φος θα την χαρακτήριζε ως παραφροσύνη, εγώ όμως επιεικώς φερόμενος θα την χαρα­κτηρίσω ως παραλήρημα. Και πως είναι δυνατόν να μην χαρακτηρισθεί αυτή ως πα­ραφροσύνη αφού πλην των μητέρων των 8 βρεφών παρουσιάστηκαν και άλλες 8 μη­τέρες που παρακαλούσαν τους δύο αντάρτες να σφάξουν τα βρέφη τους;
Οι αντάρτες απέρριψαν τότε την παράκλησή τους γιατί στο μεταξύ  τους έτυψε η συνείδηση για την σφαγή των 8 βρεφών  και έτσι σώθηκαν αρκετά παιδιά.
 Μία από τις πολλές γυναίκες ήταν και η Κερέκη σύζυγος του Ισαάκ Τσουμπάν, που παρακαλούσε τους αντάρτες με δάκρυα να σφάξουν και το δικό της παιδί, μα οι αντάρτες δεν δέχθηκαν.
 Η υποψία των λίγων αυτών γυναικών μας ήταν αστήρικτη, γιατί oι Τούρκοι δεν επρόκειτο να περιμένουν κλαυθμυρισμούς για ν’ αρχίσουν σφαγές και κα­ταστροφές. 0ι Τούρκοι θα έκαναν τις σφαγές όταν θα έκριναν κατάλληλη την περί­σταση, χωρίς όμως θυσίες εκ μέρους τους.
 Το μόνο που μπορούσε να συγκρατήσει τους Τούρκους, όπως και τους συγκράτησε, ήταν η σκέψη πως θα διατρέχανε άμεσο κίνδυνο αν τολμούσανε να διεισδύσουν στα δάση για την καταδίωξη των γυναικόπαιδων, γιατί σε τέτοια περίπτωση αυτοί μεν θα έμεναν ακάλυπτοι, οι δε συνοδοί των γυναικόπαιδων αντάρτες θα τους έριχναν εκ του ασφαλούς. Γι’ αυτόν τον λόγο oι Τούρ­κοι επί 3 ολόκληρα χρόνια δεν τόλμησαν να εισβάλουν στα δάση της Σαντάς για την καταδίωξη των ανταρτών.
Εκείνη τη νύχτα ο οπλαρχηγός Δαμιανός Τσιρίπ που δεν παρευρέθηκε στη μάχη περισυνέλεξε από άλλα δάση όσα γυναικόπαιδα των ανταρτών βρήκε και τα κατέβασε στην Όλασα. Τα γυναικόπαιδα αυτά την άλλη μέρα με πολλές προφυλάξεις κατέβηκαν στην Τραπεζούντα και κρύφτηκαν σε μερικά ελληνικά σπίτια της Δαφνούντας. Ο οπλαρχηγός αυτός απεδοκίμασε τη σφαγή των 8 βρεφών, και είχε την γνώμη πως ήταν ακατανόητη η θυσία αυτή.
1920: Το λιμάνι της Δαφνούντας στην Τραπεζούντα

Στάθης  Αθανασιάδης (Γεροστάθης)

Οι αντάρτες συνεσκέφθησαν καί αποφάσισαν τα μεν γυναικόπαιδα να τα στείλουν για να κρυφθούν στη Βιαϊβιάτιαρα όπου το δάσος ήταν πυκνό και απάτητο από το ανθρώπινο ποδάρι' επειδή ομως είχαν και βρέφη και νήπια που με τις φωνές τους μπορούσαν να τους προδώσουν, γι’ αυτό τα έσφαξαν και τα τοποθέτησαν πλάι στο δρόμο. Οι δε αντάρτες για να ξεγελάσουν το στρατό και να τους ακολουθήσει αυτούς και όχι τα γυναικόπαιδα, άφησαν ίχνη καταφανή πάνω στο δρόμο, ανέβηκαν στ’  Ουζούν - σουρτι και  κρύ­φθηκαν στο δάσος της Πογιαχανάς.

Από το ημερολόγιο του Κώστα Κουρτίδη,  αδελφού του καπετάν Ευκλείδη

Και παίρνοντας τα γυναικόπαιδα ανέβημεν εις το Μερτσιάν Λιθάρ’ όπου είχαμε τους συντρόφους μας και εμείναμε εκεί μέχρι τις 3 μετά τα μεσάνυχτα.
Ήτο η τρομεροτέρα νυξ που είδα στην ζωήν μου. Διότι υπήρχαν μικρά παιδιά νηστικά και μη μπορώντας οι μητέρες των να τα θηλάζουν και να τα περιποιηθούν έκλαιγαν και εφώναζαν και υπήρχε κίνδυνος να προδώσουν το μέρος μας.
Ο τουρκικός στρατός επί τόπου κατεσκήνωσε και έμεινε, δια να εξακολουθήση την επομένην την μάχην. Συνήλθαμεν εις σύσκεψιν και αποφασίσαμε τα γυναικόπαιδα και μερικοί άοπλοι από διάφορα μονοπάτια να φθάσουν εις Βάϊβαϊ Τερέν και εκεί εντός πυκνού δάσους που δεν πάτησε ανθρώπινο ποδάρι να κρυφτούν και εμείς από τον δρόμον αφήνοντας σημάδια, δια να διακρίνωνται τα ίχνη μας να ανεβούμε εις το Ουζούν σιρτ και εκείθεν να κρυφθούμε εις το δάσος Πογιά χανέ. 
Το σχέδιον ήτο πολύ καλόν, αλλά πολλές γυναίκες αντέστησαν μη θέλοντας να αποχωρισθούν από εμάς, φοβούμενες την αιχμαλωσίαν. Αμέσως τότε εδώσαμε οδηγίας εις την οικογένειάν μας και τον γέρο πατέρα μας που ήτο μαζί και αποχαιρετίσαντες αυτούς προσωρινώς, τους στείλαμε, ενώ ηκολούθησαν και άλλοι και οι περισσότεροι έφθασαν σύμφωνα με τις οδηγίες μας εις το μέρος που τους υποδείξαμε.
Πολλά παιδιά ( σ.σ. αντάρτες)  τότες, επειδή οι γυναίκες των δεν μπορούσαν να σταματήσουν τας φωνάς των παιδιών τους και δεν ήθελαν να χωρισθούν εξ ημών τα σκότωσαν και τα άφησαν επί τόπου. Ομοίως και μία μητέρα έπνιξε το παιδί της και το πέταξε στους θάμνους, μη δυνάμενη να το κουβαλήση μαζί της . 
Κατά τα μεσάνυχτα ελιποτάκτησαν και οι τρεις Αρμένιοι που ήσαν μαζί μας, διά να γλιτώσουν την ζωήν τους συμβουλεύοντας και εμάς να παρατήσωμε τα γυναικόπαιδα και να φύγωμε, διότι έλεγαν, θα γίνουν αιτία και θα χαθούμε και εμείς. Πολλοί εκ των αόπλων άφησαν τας οικογενείας των και νύχτα έγιναν άφαντοι, δια να σώσουν τα τομάρια τους. Ήταν ώρα 3 μετά τα μεσάνυχτα, οπότε, παίρνοντας μαζί μας τους αόπλους και όσες γυναίκες έμειναν, ανέβημεν εις το Ουζούν σιρτ, όπου είχε κι εκεί στρατόν κατασκηνωμένον και πλησίον αυτών περάσαντες εφθάσαμε εις το δάσος Πογιά χανέ κατά το σχέδιό μας...

Πόπη Τσακμακίδου- Κωτίδου

Όμως το πιο τραγικό, το πιο σπαρακτικό γεγονός ήταν η θυσία των μικρών παιδιών:
Πολλοί Σανταίοι, περίπου τριακόσια άτομα, φίλοι και συγγε­νείς καθώς και οι οικογένειες των ανταρτών, για ν’ αποφύγουν τον εκτοπισμό, ανέβηκαν στο βουνό, κλείστηκαν στη σπηλιά της Μάγαρας, απ’ όπου, με τη βοήθεια των ανταρτών θα κατέβαιναν στην Τραπεζούντα. Ανάμεσα στο πλήθος ήσαν και αρκετά βρέφη και μι­κρά παιδιά.
Οι αντάρτες βλέποντας ότι βρίσκονται σε δύσκολη θέση, γιατί οι Τούρκοι ήσαν πολλοί ενώ αυτοί λίγοι, αποφάσισαν να φυγαδεύσουν τα γυναικόπαιδα προς το πυκνό δάσος κι από ’κει θα τα οδη­γούσαν αργότερα στην Τραπεζούντα. Στο σχέδιό τους αυτό ήταν ε­μπόδιο τα μικρά παιδιά και τα βρέφη.
Φοβήθηκαν, μήπως με το κλάμα τους κατά την έξοδο από τη σπηλιά θα προδίδονταν το σχέδιό τους. Και τότε συνέβηκε το πιο τραγικό, συνταρακτικό και δεν ξέρω πώς αλλιώς να το πω γεγονός, στην ιστορία της Σαντάς.
Αποφάσισαν και έσφαξαν επτά βρέφη και τα άφησαν στην ά­κρη του δρόμου.
Την άλλη μέρα οι Τούρκοι, όταν τα είδαν, κατάλαβαν ότι οι Σανταίοι ήταν αποφασισμένοι για όλα, γι’ αυτό και δεν τους κυνή­γησαν.
-  Επτά αγγελούδια, επτά χερουβείμ, φύλακες των Τριακοσίων!
-  Καημένες μάνες! Τραγικές γυναίκες!
Δεν εξετάζω το πώς και το γιατί. Δεν μπορώ και δεν θέλω να εμβαθύνω για το αν έπρεπε ή δεν έπρεπε. Αυτό το αφήνω στους ιστορι­κούς και στους ψυχολόγους στρατιωτικούς. Ξέρω πως ο πόλεμος εί­ναι σκληρός και δημιουργεί μιαν άλλη, διαφορετική ψυχολογία.
Όμως μου κάνει εντύπωση πως οι καθ’ όλα άξιοι ιστορικοί μας, που και σεβασμό και ευγνωμοσύνη τους οφείλουμε, δεν ερεύνησαν και δεν ασχολήθηκαν μ’ ένα τέτοιο γεγονός, το τραγικότερο της ι­στορίας της Σαντάς. Σπατάλησαν τόσο χρόνο για να ερευνήσουν πόσοι Τούρκοι και πόσοι Έλληνες σκοτώθηκαν στην άλφα και στην βήτα μάχη και δεν άξιζε ν’ ασχοληθούν με το γεγονός αυτό;
Όταν έγραφαν την ιστορία της Σαντάς, ζούσαν ακόμη οι μάνες και οι θείες αυτών των παιδιών. Γιατί δεν τις ρώτησαν; Ας μην έ­κριναν. Ας κατέγραφαν μόνο μαρτυρίες. Ήταν παράλειψη.
θ’ ασχοληθώ με τα συναισθήματα, τον πόνο και τη βασα­νιστική σιωπή εκείνων των γυναικών. Τις ρώτησαν για το πόσο πό­νεσαν, πόσο μάτωσαν; Τις ρώτησαν για το σπαραγμό της καρδιάς τους; Πώς ένοιωθαν άραγε αργότερα, όταν η μπόρα πέρασε; Αν μετάνιωσαν; Αν καταράστηκαν, αν είχαν ήσυχη την συνείδησή τους, αν τα βράδια δεν έρχονταν τ’ αγγελούδια τους στον ύπνο τους;
Νάζη Ποταμοπούλου με τον σύζυγο της στο οχυρό Δράμας.
 Η Νάζη ήταν ένα από τα παιδιά που επέζησαν από τη σφαγή των νηπίων


Τις ρώτησε κανείς κάτω από ποιες συνθήκες δώσανε τα παιδιά τους;
- Αν κλαίγ’νε τα μωρά σουν", τις είπαν,"οι Τουρκάντ’ ολτς έμουν θα δεβάζ’νε ’ς σό μαχαίρ’"
("Αν κλάψουν τα μικρά σας" τις είπαν, "οι Τούρκοι θα μας σφάξουν όλους").
Δεν είναι ψυχολογική πίεση; Δεν είναι εκφοβισμός;
"Να παίρετεν τα μωρά ’σουν και να εβγαίνετε ας ς’σό σπέλεν".
 Να πάνε πού; Μέσα στο σκοτάδι και στη βροχή; Σκληρός ο πόλεμος, δεν λέω. Σκληρό, όμως, πολύ σκληρό και τραγικό για τις μάνες, που φοβισμένες, ζαλισμένες, κυριολεκτικά χαμένες, έδωσαν τα παιδιά τους. Φοβήθηκαν την αμαρτία, μη πάρουν στο λαιμό τους και τους άλλους.
Πόσο σας σκέπτομαι, καλές μου γιαγιάκες! Πόσο πονώ τον πό­νο σας!
Καταλαβαίνω πως περάσατε τη ζωή σας ολόκληρη με μια ανοι­χτή πληγή στην καρδιά.
Εμείς, έστω και τώρα, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε, είναι να σας θυμόμαστε, να σας ανάβουμε ένα κερί και να καθησυχά­ζουμε τις ψυχές σας, λέγοντας, πως αυτά έχει ο πόλεμος.
Από τη φουρνιά των παιδιών επέζησαν μερικά. Μία ήταν και η Όλγα τη Σωτήρ’ τη Κώστη. Έζησε, γέρασε στη Νέα Σάντα Κιλκίς και πέθανε πριν από μερικά χρόνια. Αυτήν, η μάνα της δεν θέλησε να την δώσει. Αντιστάθηκε.
-  Αν τερώ πώς κλαίει, με τα χέρα μ’ θα φουρκίζ’ άτο", είπε.
Ύστερα απ’ αυτή τη διαβεβαίωση την άφησαν.
Όλγα Σωτηροπούλου


Εκτός από την Όλγα Σωτηροπούλου, γλύτωσαν την φοβερή εκεί­νη νύχτα και η Νάζη Ποταμοπούλου το γένος Τσακμακίδου. Αυτήν, η μάνα της Αγγέλη Τσακμακίδου, τόλμησε, την άρπαξε και μέσα στην βροχή και στο πυκνό σκοτάδι, χάθηκε στο παρθένο δάσος απ’ όπου περπατώντας έφθασε στην Παναγία Σουμελά.
Στον δρόμο συναντήθηκε με μια άλλη μητέρα που κι αυτή τρο­μοκρατημένη, μη χάσει το παιδί της, κοριτσάκι κι αυτό, χώθηκε νυχτιάτικα στο δάσος, με κατεύθυνση το Μοναστήρι. Αυτή ήταν η Θαλεία Σιτμαλίδου το γένος Πενταζή με την μικρή Νάζη που αργό­τερα παντρεύτηκε στην Νέα Σάντα τον Κώστη Γεροντίδη, Γραμμα­τέα τότε της Κοινότητας. Πέθανε τα Χριστούγεννα του 2001.
Και οι τρεις παραπάνω περιπτώσεις αφορούσαν μάνες που είχαν από ένα μόνο παιδί, γι' αυτό και απετόλμησαν τη φυγή μέσα στο δάσος.
Τις πληροφορίες αυτές μου έδωσαν ο Θεόδωρος Ποταμόπουλος, πρώην Πρόεδρος του Συλλόγου Σανταίων Θεσσαλονίκης και η Ευ­θυμία Σπυριδοπούλου, ετεροθαλής αδελφή της Νάζης Γεροντίδου το γένος Σιτμαλίδου.
Ο Θεόδωρος Ποταμόπουλος μου είπε και κάτι άλλο: Η γιαγιά του η Αγγέλη, του είπε πως, όταν πήραν τα παιδάκια για να τα σφά­ξουν, οι μάνες τους φώναζαν: "Επάρ’ τεν κι εμάς"!
Ένα άλλο παιδί που σώθηκε είναι ο Φίλιππος Κουρτίδης, γιος του Κώστη Κουρτίδη, αδελφού του Καπετάν Ευκλείδη. Στα χωριά της Δράμας ζούνε ακόμη μερικά παιδιά από εκείνα. Δεν σκοτώθηκαν ό­λα, δεν γνωρίζω πιο ήταν το κριτήριο.
Αυτά έγιναν στα βουνά της Σαντάς!
Τραγικά, σπαρακτικά, θλιβερά!
Από τους κακόμοιρους τους εξόριστους, όσοι επέζησαν, ύστερα από τόσες κακουχίες, ήρθαν στην Ελλάδα, όπως και οι άλλοι Σανταίοι που είχαν μείνει στην Τραπεζούντα.
Ήρθαν με την Συνθήκη της Λωζάνης, όλοι στην Μητροπολιτική Ελλάδα, σό πλάν τήν Ρωμανίαν" στην αντίπερα Ελλάδα, όπως έλεγε ο μεγάλος Πόντιος ποιητής Ηλίας Τσιρκινίδης στο ποίημά του "ο Δήμον".
Εδώ τους περίμενε ένας άλλος Γολγοθάς, ένας σκληρός και ανε­λέητος αγώνας, ο αγώνας για επιβίωση.

Ο Α' ιστοριογράφος της Σαντάς Φίλιππος Απ. Χειμωνίδης μας παραπέμπει στο ημερολόγιο του Κώστα Κουρτίδη...