Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

ΟΙ ΜΩΜΟΓΕΡΟΙ ΣΤΙΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΓΑΜΗΛΙΕΣ ΤΕΛΕΤΕΣ ΤΩΝ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΕΛΛΗΝΟΠΟΝΤΙΩΝ ΣΤΗΝ ΑΤΖΑΡΙΑ (ΝΟΤΙΟΣ ΚΑΥΚΑΣΟΣ). Μέρος 2ο


ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ
1. Αφήγηση του Φιλίππου Πέτρου Χλωρίδη, έτος γεννήσεως 1922

«Πριν πολλά χρόνια τα νεαρά παιδιά (οι νέοι) προς το βράδυ ετοιμάζονταν για τα μωμογέρια. Προετοίμαζαν τις ενδυμασίες τους και τα απαραίτητα σκηνικά. Φορούσαν στο- κεφάλι κουκούλες (καπέλα), είχαν έναν λυράρη, μια κοπέλα που την είχανε μαζί τους και τον υποψήφιο γαμπρό της. Ο αρχηγός τους ήταν μεγαλύτερος από αυτούς. Είχαν επίσης μαζί τους έναν γιατρό, ο οποίος ήταν από το ίδιο χωριό.
Μετά από ορισμένες προετοιμασίες, προς το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, πήγαιναν σε όλο το χωριό. Όταν πλησίαζαν κάποιο σπίτι, για να δείξουν την παράσταση, το πρώτο πράγμα που κάνανε ήταν το τραγούδι «Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά» μπροστά στην πόρτα. Έπειτα μόλις τελείωναν το τραγούδι, άνοιγαν την πόρτα κι έμπαιναν μέσα.
Ξεκινούσαν το χορό, ενώ πίσω από αυτούς συνέχεια τριγυρνούσε ο διάβολος, ο οποίος συνέχεια παρακολουθούσε το νεαρό (γαμπρό) και την κοπέλα. Κι αυτός την αγαπούσε και συνέχεια προσπαθούσε να την κλέψει και να φύγει. Όταν έμπαιναν στο σπίτι, έπαιζε η λύρα, χόρευαν κάποιο χρονικό διάστημα, ενώ ο διάβολος τριγυρνούσε γύρω-γύρω.
Εκείνη την εποχή υπήρχαν στα σπίτια μεγάλα τζάκια, που άναβαν και που κρεμόταν στη μέση μια αλυσίδα από πάνω. Σε αυτήν την αλυσίδα κρεμούσαν το «χαλκόν», στο οποίο μαγείρευαν. Στο τζάκι κρυβόταν ο διάβολος. Κρυβόταν και περίμενε να φτάσει η κατάλληλη στιγμή να πιάσει την κοπέλα, να την κλέψει και να φύγει. Μετά από αυτό ξεκινούσαν το «χορόν». Αυτός (ο διάβολος) άρπαζε την κοπέλα και ορμούσε προς την πόρτα. Εκείνη την εποχή οι πόρτες ήταν μισάνοιχτες κι αυτός άρπαζε την κοπέλα κι έφευγε.
O διάβολος ήταν ντυμένος ως εξής: στα πόδια φορούσε τσαρούχια, όλη η στολή του ήταν από δέρμα κατσίκας. Ο ίδιος ήταν ντυμένος με το δέρμα, στο κεφάλι φορούσε τη μάσκα-προσωπίδα, στη μάσκα είχε να τόση μεγάλη μύτη, να τέτοιο στόμα, είχε δύο κέρατα και ήταν πάντα πολύ γρήγορος, άρπαζε την κοπέλα και την τραβούσε προς την πόρτα. Η κοπέλα φώναζε, ο διάβολος βιαζόταν να τη βγάλει έξω. Ο γαμπρός προλάβαινε να του την αρπάξει στην πόρτα, δηλαδή δεν τον άφηνε να την κλέψει.
Ο νεαρός ήταν ντυμένος σαν γαμπρός: φορούσε παλιά ζίβρα (δίφρας), εμείς τα λέγαμε ζίβρα και δε μοιάζανε με τα σημερινά παντελόνια. Τα δένανε με κορδόνια πάνω και κάτω. Στα πόδια φορούσε τσαρούχια και από τον αστράγαλο μέχρι το γόνατο κρέμονταν μικρά κουδουνάκια. Έπρεπε να ήταν δυνατός και χόρευε ωραία. Και όταν χόρευαν το «χορόν», ή όταν κάνανε τα πηδήματα «τρομαχτόν», τα κουδουνάκια αυτά ηχούσαν και έβγαζαν ήχο σαν της λύρας.
Όλοι οι υπόλοιποι υποτίθεται ότι ήταν φίλοι του (με το μέρος του). Επίσης φορούσαν τα ίδια ρούχα, μόνο ο αρχηγός, που ήταν μεγαλύτερος, ήταν ντυμένος λίγο αλλιώς. Επειδή ήταν και αρχηγός και μεγαλύτερος στην ηλικία, ήταν ντυμένος κατάλληλα σαν μεγάλος. Αυτός είχε μουστάκια, είχε κουκούλα, στα πόδια Φορούσε τσαρούχια, φορούσε παντελόνι, τσόχα και ήταν αρχηγός τους.
Εκτός από αυτούς ήταν μαζί τους κι ένας γιατρός, ο οποίος είχε μαζί του διάφορα φάρμακα, τα οποία εκείνη την εποχή λέγονταν «βότανα, γιατρικά, φάρμακα». Κάνοντας το γύρο στο χωριό και τραγουδώντας, υπήρχε πιθανότητα κάποιος σκύλος να δαγκώσει κάποιον από την παρέα ή κάποιος να πέσει γλιστρώντας γι’ αυτό χρειαζόταν να υπάρχει ο γιατρός που θα είχε φάρμακα μαζί του, για να μπορέσει να τους γιατρέψει.
Στη μέση της παράστασης, όταν ο διάβολος άρπαζε την κοπέλα και προσπαθούσε να την κλέψει, εκείνη λιποθυμούσε και ο νεαρός φώναζε: «βιαστείτε» (εδώ σημαίνει «βοήθεια»). Και όταν την έφερναν πίσω στο σπίτι, αυτή ήταν λιπόθυμη. Φώναζαν το γιατρό, έμπαινε ο γιατρός, εξέταζε την κοπέλα κι έλεγε ότι η κοπέλα είναι πληγωμένη και χρειάζεται ιατρική περίθαλψη.
Αυτός είχε μαζί του ένα μεγάλο χωνί, το οποίο έβγαζε και τοποθετούσε στο σώμα της κοπέλας και τη ρώταγε: «πού πονεί, τι πονεί, πώς πονεί;». Μετά από αυτό και για κάποιο χρονικό διάστημα η κοπέλα έμενε έτσι και ύστερα, όταν συνερχόταν, τη σήκωναν, τη γιάτρευαν. Μετά από αυτό ξεκινούσε η παράσταση, θέατρο, όπως λέμε σαν θέατρο, σύμφωνα με τα έθιμα. Εδώ έπαιζαν, έλεγαν στίχους ο ένας στον άλλο, έπαιζε η λύρα και χόρευαν τον «ίσιο χορό».
Έπειτα κουβέντιαζαν με το νοικοκύρη και την οικοδέσποινα λέγοντας διάφορα τραγούδια, συζητούσαν μεταξύ τους, άρχιζαν να πειράζουν ο ένας τον άλλον, χόρευαν. Μετά ο νοικοκύρης έστρωνε ένα τραπεζάκι. Στο τραπεζάκι που τους έκανε, έφερνε διάφορα φρούτα, βότκα και κουβέντιαζαν. Έπειτα αυτός τους ευχαριστούσε, δηλαδή τους έδινε όσα καπίκια ή ρούβλια είχε. Τους τα έδινε και οι άλλοι τον ευχαριστούσαν και μετά έφευγαν και πήγαιναν σε άλλο σπίτι».

2. Αφήγηση της Κυψελίδου Εμορφίλης του Αλεξίου, έτος γεννήσεως 1915.

 «Να τώρα θυμάμαι πώς ερχόντανε αυτοί στο σπίτι. Γυρίζανε όλα τα σπίτια, όλο το χωριό και χτυπάγανε την πόρτα. Όταν ανοίγαμε την πόρτα, τρομάζαμε. Αλά μαλάι! (εδώ: Θεέ μου) —βλέποντάς τους τρομάζαμε και κρυβόμασταν κάτω από τα κρεβάτια, κάτω από τα τραπέζια —ήμασταν φοβητσιάρηδες, μικροί. Δεν είχαμε μυαλό.
Αυτοί ήτανε μεταμφιεσμένοι. Είχανε το διάβολο, το γέρο και τη γριά, τη νύφη και το γαμπρό, υπήρχε και παπάς. Ναι. Κι όταν τους ανοίγαμε την πόρτα, μπαίνανε και αρχίζανε. Και χορεύανε αυτοί, και παίζανε και πηδάγανε και κάνανε διάφορα χαζά. Εμείς τους κρυφοκοιτάζαμε μέσα από τις τρύπες, αφού τους φοβόμασταν, επειδή ήταν ντυμένοι κάπως άγρια: φοράγανε κάτι δερμάτινα από αγελάδα και ταύρο, είχανε ουρές, κουδουνάκια, τα μάτια τους ήτανε άγρια, μάσκες, μούσι, μουστάκια.
Ο γαμπρός και η νύφη ήταν ντυμένοι ωραία. Ναι. Ο γαμπρός είχε μουστάκι. Η νύφη φορούσε ζουπούνα, παλιά ζουπούνα από τη Σάντα (εδώ από το χωριό Σάντα του βιλαετίου Τραπεζούντας). Και έτσι φορούσε ωραία μακριά τάπλα, επίχρυση από πάνω, με χρυσά διακοσμητικά στους κροτάφους. Όταν χόρευε αυτή, αυτά παίζανε τάγκα τάγκα τάγκα σαν να ήτανε κουδουνάκια. Διαφορετικό ήχο έβγαζε το νταούλι ντάμπα ντουμπ, ντάμπα ντουμπ, ντάμπα ντουμπ.
Εκεί στη μέση (της παράστασης) σκότωναν το γαμπρό. «Μπουμ!». Σκότωσαν το γαμπρό. Ο γαμπρός έπεφτε. Ο διάβολος έτρεχε στη νύφη και της έλεγε: «Εσύ πήγαινε και κλάσε πάνω του και θα συνέλθει αυτός». Έτρεχε η νύφη: «Πρ-ρ-ρ-ρουτς!» πάνω στο γαμπρό. Ο γαμπρός συνερχόταν και σηκωνόταν.
Πάλι: ντούμπου ντουμπ, ντούμπου ντούμπ. Ο γέρος άρχιζε να πειράζει τη γριά. Η γριά ήταν έγκυος. Ο γέρος με το μπαστούνι: λακς! τη γριά. Αυτός ήθελε να παίξει μαζί της, αλλά αυτή δεν ήθελε. Αυτός τη χτυπούσε: «Εσύ γιατί δε θέλεις;». Και άρχιζαν να μαλώνουν. Και έτσι γενικά άρχιζαν τα θαύματα, ωραία, γελούσανε εκείνοι, γελάμε κι εμείς. Και μετά άρχιζαν να χτυπούν το νταούλι και να παίζουν τη λύρα και να Χορεύουν εκείνο το χορόν, τον ωραίο παλιό κυκλικό χορό. Και να:
γκραν, γκραν, γκραν κουδουνάκια, γκραν-γκραν-γκραν, αυτό κρατούσε περίπου μια ώρα και μετά εμείς τους δίναμε λεφτά και έβγαιναν και έφευγαν. Αυτό!
Αυτοί οι μωμόγεροι που γύριζαν τα σπίτια είχανε κουδουνάκια. Είχαν κουδουνάκια ο διάβολος, ο γέρος, η γριά. Ο διάβολος τα είχε στην ουρά του. Αυτός φορούσε δέρμα κατσικίσιο με ουρά. Ο γέρος και η γριά τα είχανε στο λαιμό. Και χτυπάγανε αυτά τα κουδουνάκια. Πλησιάζοντας στην πόρτα εκτελούσαν έναν πολύ ωραίο χορό, γκραν γκρουν, χτυπάγανε παλαμάκια, έπαιζε η λύρα και το νταούλι. Οι νοικοκυραίοι. ανοίγανε την πόρτα και τους αφήνανε να μπουν μέσα.
Καμιά φορά ο κόσμος κοιμότανε, αλλά αυτοί τους ξυπνάγανε και μπαίνανε μέσα. Μπαίνανε μέσα και αρχίζανε να λένε αστεία: ο γέρος φιλούσε τη γριά, η γριά φιλούσε το γέρο. Ο γέρος τσίμπαγε τη γριά, η γριά ήταν έγκυος και δεν ήθελε. Αυτή γέλαγε, του φώναζε και τον μάλωνε. Και αυτοί που μπαίναν στο σπίτι φορούσαν διάφορες μάσκες.
Αυτές οι μάσκες ήταν πολύ άγριες. Και όταν τις έβλεπαν τα παιδιά, φοβόντουσαν. Κι εκείνοι χορεύανε, παρουσίαζαν την παράστασή τους, χτυπάγανε τα κουδουνάκια τους και η νύφη ήταν πάρα πολύ ωραία. Ο γαμπρός τη φύλαγε για να μην την κλέψει κανείς. Κι έτσι πηγαινοερχόντανε και πειράζανε τους νοικοκυραίους: «Ωραία νύφη, να την είχες στο σπίτι, ωραία νύφη!». Την άρπαζαν και τη φιλούσαν, την αγκάλιαζαν και οι άλλοι μωμόγεροι που ήταν εκεί. Όλοι οι μωμόγεροι πείραζαν τη νύφη, αλλά ο γαμπρός θύμωνε και τους χτύπαγε με Το μπαστούνι: κρακς, κρακς!
Είχανε ραβδιά από ξύλο μηλιάς, ναι. Και έτσι ερχόντανε και φεύγανε. Αυτά. Τους δίνανε ξερά φρούτα, φουντούκια και καρύδια, τσίρια (ξερά αχλάδια και μήλα). ‘Όταν τους τα έδιναν όλα αυτά, αυτοί τα έβαζαν στις τσάντες τους, τους δίναμε λεφτά και συνέχιζαν. (Γύριζαν όλο το χωριό. Ήταν μια ομάδα. Κι αυτό γινόταν σε μια νύχτα, —το χωριό ήταν μικρό). Γύριζαν όλο το χωριό. Εκείνα τα παλιά χρόνια το χωριό μας είχε Περίπου 60—70 σπίτια. Αυτοί πήγαιναν σε όλα τα σπίτια. Όλοι έμεναν ευχαριστημένοι. Όλα αυτά γίνονταν για διασκέδαση. Μαζευόταν καλός κόσμος, και για να ευχαριστήσουν τον κόσμο χόρευαν. Αυτό ήταν σαν πανηγύρι. Πανηγύρι — γιορτή, πανηγύρι, ναι. Οι μωμόγεροι μιλούσαν λίγο. Μόνο κουνιόντουσαν και πρόφεραν αυτούς τους ήχους:
«γκα γκα γκα, γκο γκο, γκο, οπ οπ οπ!» και χτυπούσαν παλαμάκια».

3. Αφήγηση της Σιδηροπούλου Βαλεντίνας του Δημητρίου, έτος γεννήσεως 1935

«Εμείς παίζαμε τους μωμόγερους, όταν ήρθαμε για πρώτη φορά στην Ντάγκβα. Συμμετείχαν 12 άτομα, οι γυναίκες ντυμένες σαν άνδρες και οι άνδρες σαν γυναίκες. Και κάνανε, να τέτοιο στήθος, τεράστιο, βάζανε κάτι από μέσα, φορούσανε παλιά ζακέτα, κουρελιασμένη, κουκούλες, και μαύριζαν το πρόσωπο, και έπειτα πήγαιναν στους συγγενείς και έπαιζαν τους μωμόγερους, μαζί με τον άντρα της Καλής, αλλά αυτή φοβήθηκε ν’ ανοίξει την πόρτα. Τον φοβήθηκε και η Μάγδα (ένας από τους μωμόγερους), και μετά πήγαμε στα σπίτια των άλλων 12, και μπαίνουμε μέσα και λέμε: «Δεν είμαι μόνος, είμαστε 12 άτομα!». Και άνοιξαν αυτοί την πόρτα και μας καλούσαν να μπούμε μέσα.
Εμείς χτυπάγαμε τα κουδουνάκια και μπαίναμε, χυνόμασταν μέσα και τους τρομάζαμε. Τσιμπάγαμε τη νοικοκυρά, το νοικοκύρη, κι αυτοί προσπαθούσαν να μας αναγνωρίσουν, ποιοι είμαστε, αλλά δε μας αναγνώριζαν, είμασταν βαμμένοι στο πρόσωπο, κουρελιασμένοι. Και να έτσι κάναμε, ορμάγαμε μέσα και τότε ένας από μας αρρώσταινε και έπεφτε κάτω. Εμείς είχαμε και το γιατρό μαζί μας, φωνάζαμε το γιατρό: «Πού είναι ο γιατρός;». Και τότε ερχόταν ο γιατρός και σαν να γιάτρευε, ζωντάνευε τον άρρωστο. Ο άρρωστος σηκωνόταν. Μετά με τη νύφη, —ο διάβολος συνέχεια προσπαθούσε να τσιγκλήσει τη νύφη, κι εμείς όλοι την προστατεύαμε, για να μην πειράξει τη νύφη. Κι έτσι τελειώναμε, πηγαίναμε παρακάτω στα άλλα σπίτια, σ’ όλα τα σπίτια, αλλά στα σπίτια που είχαμε συνεννοηθεί νωρίτερα ίνα τους επισκεφθούμε).
Μας δίνανε λεφτά κι εμείς λέγαμε: «Είναι λίγα, εμείς πολλά θέλουμε, πολλά!» Τότε αυτοί: «Αλλά δεν έχουμε μόνο αυτά». Εμείς: «Δώστε κι άλλα!», —και πάλι τους τσιμπάγαμε, και πάλι τους πειράζαμε. Και είχαμε ένα σάκο στην πλάτη, βάζαμε εκεί ξερά φρούτα, μανταρίνια, —ό,τι βρίσκαμε.
[...] Κότσακαρη γριά. Φώναζε ο γέρος τη γριά: «Εγώ έχω γριά». — «Ελάτε μέσα, πού είναι αυτή η γριά; φώναξέ την». Και να, έρχεται η γριά, ο γέρος την έπιανε από τη μασχάλη και χόρευαν το «χορόν». Τη λέγανε Κοτσάκαρη. «Έλα έλα», φώναζε αυτός τη γριά του. Και να, μπήκε η γριά του. Ο διάβολος φορούσε κουκούλα και είχε κέρατα. Ψηλή κουκούλα φορούσε αυτός και επίσης είχε 2 κέρατα. Μικρά κέρατα, που προεξείχαν λίγο από μπροστά, είχε ουρά σαν της αγελάδας, μόνο πιο μακριά.
Στο γέρο βάζανε καμπούρα στην πλάτη για να φανεί γέρος. Εκτός από αυτό κρατούσε ένα μπαστούνι που είχε και κουδουνάκια και (άλλο) κουδούνι κρατούσε αυτός στο χέρι του και κουνούσε: Γκριν γκριν γκριν. Όλη η παρέα πλησίαζε το σπίτι. Χτυπούσε αυτός την πόρτα και μετά έλεγε: «Πού είναι η γριά μου; πού είναι;». «Να την» και αλληλοπειράζονταν, τσιμπούσε α ένας τον άλλον.
[Σ η μ ε ί ω σ η: Ο μωμόγερος έπαιρνε οποιοδήποτε ραβδί, ξύλο, στο οποίο αναρριχάται φασολιά. Το κουδουνάκι της αγελάδας το κρεμούσε σ’ αυτό το ξύλο, στο οποίο αναρριχάται η φασολιά].
Παίζαμε εμείς στην πόρτα και αρχίζαμε να τραγουδάμε. Έπειτα η νοικοκυρά άνοιγε την πόρτα και μπαίναμε μέσα. Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να μπαίνω μέσα και να λέω: «Δεν είμαι μόνος, από πίσω μου έχω κι άλλους». Η νοικοκυρά τότε έλεγε: «Περάστε, περάστε. Ποιοι είστε; Περάστε, μη φοβάστε». Έμπαινα μέσα και άρχιζα να τσιμπάω τη νοικοκυρά, κι έπειτα έλεγε η νοικοκυρά: «Μαζί σου δεν είναι κανείς άλλος;». — «Πώς, μαζί μου είναι η γριά, αυτή η γριά είναι στην αυλή κι εκτός από αυτό είναι και έγκυος». «Και πού είναι αυτή η γριά, φώναξέ την, ας μπει μέσα». Έμπαινε η γριά, μετά ο διάβολος προσπαθούσε να περάσει. «Γριά, γριά πού είσαι; Έλα δω!». Έμπαινε η γριά, η οποία έγνεθε το μαλλί που κρατούσε στα χέρια της. «Εσύ ακόμα δουλεύεις, αλάι μαλάι» έλεγε (η νοικοκυρά) —αφού ήταν γριά— «γιατί;». — «Πρέπει να δουλεύει, πρέπει να δουλεύει, να πλέξει κάλτσες, Θα τις φοράνε τα παιδιά μου».
Έπειτα η γριά αρρώσταινε, έπεφτε. «Φωνάξτε το γιατρό, ας έρθει!». Ερχόταν ο γιατρός και σαν την εξέταζε από εδώ από εκεί, τη γιάτρευε. Η γριά σηκωνόταν.
«Από πού ήρθατε, από πού;». «Εεε, από μακρινό χωριό. ‘Ώσπου να φτάσουμε μας βγήκε η ψυχή μας, είμαστε διψασμένοι, πεινασμένοι. Με το ζόρι φτάσαμε σ’ αυτό το σπίτι. Περάσαμε λακκούβες, φθάρθηκαν τα ρούχα μας, γίνανε κουρέλια. Είμαστε ξυπόλυτοι, τσαρούχια κανείς μας δεν έχει. ‘Έχουμε να φάμε πολύν καιρό, συνάνθρωποι βοηθήστε μας, τι να κάνουμε; Είμαστε διψασμένοι». Μας έλεγαν: «Από πού ήρθατε;». Εμείς λέγαμε: «Από τη Σάντα, Σάντα, με τα πόδια είναι πολύ μακριά από δω, αυτοκίνητο δεν έχουμε, ώσπου να φτάσουμε με τα πόδια —σκοτωθήκαμε».

4. Αφήγηση, της Στεφανίδου Λευκής του Βασιλείου, έτος γεννήσεως 1911

«Και ερχόντανε αυτοί οι μωμόγεροι, δεν μπαίνανε μέσα στο σπίτι. Εκεί πάνω κρεμόταν μια αλυσίδα. Ο διάβολος πήδαγε στην αλυσίδα, μόνο εκεί, αλλά στο σπίτι δεν μπαίνανε. Εκεί αυτός έβλεπε τη σκάλα, η οποία ανέβαινε στο πατάρι, ανέβαινε στο πατάρι, και πήδαγε από εδώ από εκεί, φώναζε: «Ο γο γο γο!».
Αυτός χοροπηδούσε, τσίμπαγε τα κορίτσια, τσίμπαγε αυτούς με τους οποίους ήτανε (ήρθε). Οι άλλοι μωμόγεροι παίζανε τη λύρα, χορεύανε, χορεύανε και φεύγανε. Αυτοί πλησίαζαν το σπίτι έτσι: με κουδουνάκια, με κεμεντζέ. Έξω από το σπίτι χτυπούσαν τα κουδουνάκια. Είναι εκείνα τα κουδουνάκια, τα οποία κρεμάνε στο λαιμό των αγελάδων, κι αυτά τα κουδουνάκια είχαν. Ναι, κρεμόντανε, κρεμόντανε τα κουδουνάκια και κάνανε γκραν γκραν γκραν γκραν. Πίσω ο διάβολος στην ουρά είχε κουδούνια, και οι άλλοι είχανε κουδούνια, και ο διάβολος επίσης.
Το πιο μεγάλο κουδούνι. είχε ο διάβολος, Ο πιο μεγάλος μωμόγερος, αυτός έμπαινε μέσα και γκραν γκραν γκραν γκραν. Πλησίαζαν το σπίτι, ήταν πέντε, έξι, εφτά άτομα. Εάν θα σας πω όλα αυτά...
Και έτσι. παίζανε τη λύρα και το νταούλι.
Υπήρχαν γαμπρός και νύφη. Αυτή ήταν βαμμένη, για να μην τη γνωρίσουν. Της έβαφαν το πρόσωπο, αυτός (εδώ ο γαμπρός) ήταν ντυμένος γαμπριάτικα, αυτή είχε στήθος και κοιλιά, να τέτοια κοιλιά. Απλό φουστάνι. Και τη νύφη σκέπαζαν με τούλι.
Υπήρχε και γριά. Φορούσε γεροντίστικα ρούχα, κάτι σαν ποδιά, ζουπούνα, και γινότανε σαν γριά, και στο κεφάλι είχε ένα έτσι υψωμένο πράγμα. Και όλοι αυτοί ήταν βαμμένοι, έτσι απλώς (εδώ: μη βαμμένος) δεν υπήρχε κανείς.
Αλλά ο γέρος φορούσε μάσκα. Η μάσκα του γέρου ήταν βαμμένη και αυτός περπατούσε, να, έτσι: (αυτός είχε) γενειάδα, μουστάκι, τα μουστάκια του έφταναν μέχρι εδώ (η Λευκή έδειχνε μέχρι τη μέση), περπατούσε σαν κόκορας, και είχε γένια σαν της γίδας. Η γριά είχε στο κεφάλι τάπλα, ο γέρος φορούσε κουκούλα. Ο διάβολος φορούσε κάτι σαν κουκούλα, κέρατα δεν είχε. Η κουκούλα ήταν από πάνω με μύτη (μακριά)».

5. Αφήγηση Σάββα Τσαχουρίδη του Αβραάμ, έτος γεννήσεως 1883.

«Πριν έρθουμε από την Τουρκία, εκεί κάποτε μαζεύονταν τ’ αγόρια, αποφάσιζαν: «Θα κάνουμε μωμοερλούχα». ‘Ήταν Πρωτοχρονιά. Μαζεύονταν δέκα άτομα: ένας με κουδουνάκι, άλλος στα μαύρα, άλλος στα άσπρα. Κάνανε γένια, παίρνανε μαλλί προβάτου και κάνανε γένια, μουστάκια. Στην αυλή ο ένας τραγουδάει και ο άλλος χτυπάει την Πόρτα και φωνάζει: «Νοικοκύρη!». — «Τι συμβαίνει; ’Οι, ποιος είναι εκεί;». — «Επιτρέπεται;». — «Επιτρέπεται! Περάστε!».
Μπήκαν μέσα κουτσαίνοντας. «Δείξε χώρο θα χορεύουμε». Τους έδωσαν χώρο. Σ’ αυτούς έδωσαν χώρο. Και απ’ έξω άρχισαν να χορεύουν. Μπήκαν ο ένας πίσω από τον άλλον. Μπήκε και η γυναίκα με κουδουνάκι, και άρχισαν (οι μωμόγεροι) να μαλώνουν. Ο ένας λέει: «Αυτή είναι η γυναίκα μου». Ο άλλος λέει: «Δικιά μου είναι!». Και άρχισαν να τσακώνονται. Ο νοικοκύρης λέει: «Τι συμβαίνει; Τι πάθατε;», (αλλά
αυτοί τσιμπάνε τη γυναίκα). Τον Μαύρο τον έδιωξαν. Τη νύφη επίσης τη διώξανε, εκείνος την πήρε και έφυγε.
Όταν τελειώναμε την παράσταση, αυτοί μας έδιναν λεφτά. Τότε πηγαίναμε σ’ άλλο σπίτι, στο επόμενο σπίτι και γυρίζαμε όλα τα σπίτια. Τρεις νύχτες πηγαίναμε από το ένα σπίτι στο άλλο και παίζαμε τα μωμοερλούχα.
Αφού αυτή η γυναίκα ήταν άντρας, μόνο γυναικεία ρούχα φορούσε: Κρεμότανε κουδούνι, να στήθος, ο γο γο! Ο νοικοκύρης θέλει να την τσιμπήσει. Του είπαν: «Όχι». Ο Άσπρος μωμόερος λέει: «Όχι. Δεν
επιτρέπεται. Πάμε». Φεύγουν.
Εκείνοι Θεωρούν ήτανε γυναίκα, αλλά όταν έβγαλε τα ρούχα βλέπουν: «ο ο ο! ήταν άνδρας!» Και αρχίζουν να γελάνε».

6. Αφήγηση Ευρεθής Σαββίδου του Χρήστου, έτος γεννήσεως 1912

«Οι μωμόεροι τρόμαζαν τα παιδιά. Ο γέρος είχε κουδουνάκια στη ζώνη. Έμπαιναν μέσα και χορεύανε, τα κουδουνάκια κάνανε: γκραν γκραν γκραν. Στη μέση αυτός είχε κουδουνάκια. Οι μωμόεροι άρχιζαν να τσακώνονται με το διάβολο, τον ρίχνανε στο πάτωμα και κάθονταν από πάνω. Ο διάβολος φορούσε στρογγυλό καπέλο και προεξείχαν κέρατα. Το καπέλο λεγόταν κουκούλα.
Όταν άκουγα ότι έρχονταν οι μωμόγεροι, τους έδινα λεφτά έξω, για να φύγουν αμέσως και να μην τρομάξουν τα παιδιά».
3 Δεκεμβρίου 1990, Μόσχα


ΖΑΪΚΟΦΣΚΑΓΙΑ ΤΑΤΙΑΝΑ ΒΛΑΔΛΕΝΟΒΝΑ
Ινστιτούτο Εθνογραφίας της Ακαδημίας Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ., Μόσχα


Πηγή: Αρχείον Πόντου τομ. 47.