Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

Οι προαιώνιες αμαρτίες του ορθόδοξου ιερατείου....(κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας)

Το ήθος και ο πατριωτισμός του ανώτερου και ανώτατου κλήρου στο παρακάτω σατυρικό ποίημα...μιλάει ένας μητροπολίτης:
Εγώ τον ζυγόν δεν τον γνωρίζω 
τρώγω, πίνω, ψάλλω με ευθυμίαν
δεν υποφέρω ποτέ τυραννίαν.
...................................
Αφού το ράσο τούτο φόρεσα 
πλέον τινα ζυγόν δεν γνώρισα.
Δύο ποθώ, ναι, μα τες εικόνες 
   άσπρα πολλά και καλές κοκώνες.

Δεκατρία μόλις χρόνια μετά την Άλωση αρχίζει η εξαγορά του πατριαρχικού θρόνου. Δύο χιλιάδες φλουριά σε ασημένιο δίσκο και ο σουλτάνος Μουράτ προσ­φέρει, το 1476, το ύπατο αξίωμα της Ορθοδοξίας στον μητροπολίτη Διονύσιο. Πο­λιτειακός παράγοντας το πατριαρχείο, νόμιμος εκπρόσωπος και ταγός των υπόδου­λων Ελλήνων ο πατριάρχης. Έχει εξουσία και ισχύ — και όχι μόνο πνευματική. Αλλά το οθωμανικό κράτος είναι διεφθαρμένο και τα υπουργήματα γίνονται αντι­κείμενο αισχρής συναλλαγής.
Μαύρη σελίδα του ελληνικού βίου στην τουρκοκρατία οι συναλλαγές της εκκλησιαστικής ηγεσίας με τον δυνάστη. Όργιο φατριασμών, διαγκωνισμών, ραδιουρ­γιών και άλλων αθλιοτήτων για την αρπαγή του χρυσοφόρου θρόνου. Σήψη στην κορυφή της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Διαφθορά απροσμέτρητη στον ανώτερο και ανώτατο ορθόδοξο κλήρο. Αλλεπάλληλες ανατροπές προκαθημένων με δωρο­δοκίες, τερατώδη σκάνδαλα. Μέσα σε 75 χρόνια 50 αλλαξοπατριαρχίες!..
Ανάρρηση στον πατριαρχικό θρόνο δεν γινόταν χωρίς άφθονο χρυσίον για εξαγορά της σουλτανικής εξουσίας και χωρίς ραδιουργία για υπονόμευση των κο­ρυφαίων του ιερατείου. Στις μηχανορραφίες υπήρχε πλούσια παράδοση από το Βυ­ζάντιο. Το χρήμα για τη συναλλαγή εξασφαλιζόταν με δάνεια από Τούρκους μποσταντζήδες και καπιτζιμπασήδες, Έλληνες γουναράδες και χασάπηδες και από Εβραίους, Αρμένιους ή Φράγκους σαράφηδες. Και η αποπληρωμή γινόταν με άγρια φορολόγηση και καταπίεση του ποιμνίου. Καθώς η σουλτανική «ταρίφα» για το πατριαρχικό αξίωμα ανέβαινε χρόνο με το χρόνο — από 2.500 φλουριά το 1467 έφτασε τα 100.000 το 1622 — οι οφειλές πολλαπλασιάζονταν και πολλοί πατριάρχες σέρνονταν στη φυλακή. Και όπως έλεγε ο πατριάρχης Σαμουήλ τα χρέη είχαν γίνει «των της Αιγύπτου πυραμίδων υπερογκωδέστερα».
Στον πατριαρχικό θρόνο μπορούσε να αναρριχηθεί οποιοσδήποτε. Αναλφάβη­τος, αχρείος, οινόφλυξ, ακόμα και ηλίθιος. Αρκεί να υπήρχαν φλουριά, το «πατριαρχικόν πεσχέσιον». Το 1486 εξαγόρασε το αξίωμα ένας καλόγερος, Θεοφάνης το όνομά του, «ανήρ χαμερπής και τη μέθη όλος έκδοτος, όστις καίτοι βλακώδης ων, γνωρίμους τινάς των εν τω τέλει εκτήσατο», έταξε στον σουλτάνο 2.000 φλου­ριά εν τη παλάμη και 500 το χρόνο. Και καθώς ήταν αδιάκοπα μεθυσμένος τρέκλιζε την ώρα της λειτουργίας. Κάποτε ξέφυγε από το χέρι του η ποιμαντορική ρά­βδος και θρυμματίστηκε(1). Ύστερα από 327 χρόνια, το 1813, ένας άλλος οινόφλυξ και απαίδευτος κληρικός ανεβαίνει στον θρόνο, ο ανιψιός του πατριάρχη Ιερεμία, ο διαβόητος «μπεκρήμπασης»(2). 
Αναφέρεται επίσης η περίπτωση ενός άξεστου κα­λόγερου που με το χρήμα και τους ισχυρούς προστάτες χειροτονήθηκε την πρώτη μέρα διάκος, τη δεύτερη παπάς, την τρίτη μητροπολίτης και ύστερα κατ' ευθείαν στο πατριαρχείο!!! 
 Τη διαφθορά του ιερατείου στην τελευταία περίοδο της δουλείας εξεικονίζει ο Ανώνυμος συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» (αρχές ΙΘ' αι.). Την αγοραπωλησία των εκκλησιαστικών αξιωμάτων διαχειριζόταν η ίδια η Σύνοδος με κριτήρια καθαρά κερδοσκοπικά. «Αγοράζει τον πατριαρχικόν θρόνον δια μίαν μεγάλην ποσότητα χρημάτων, έπειτα τον πωλεί ούτινος της δώσει περισσότερον κέρδος και τον αγοραστήν τον ονομάζει πατριάρχην. Αυτός, λοιπόν, δια να ξαναλάβη όσα εδανείσθη δια την αγοράν του θρόνου, πωλεί τας επαρχίας, δηλαδή τας αρχιεπισκοπάς, ούτινος δώσει περισσοτέραν ποσότητα και ούτως σχηματίζει τους αρχιεπισκόπους. Οι οποίοι , πωλούσι και αυτοί εις άλλους τας επισκοπάς των. Οι δε επίσκοποι τας πωλούσι των χριστιανών, δηλαδή γυμνώνουσι τον λαόν δια να εβγάλωσι τα όσα εξώδευσαν».
Αρχιεπίσκοποι και μητροπολίτες, γιά να διατηρήσουν το αξίωμά τους, φόρτωναν με «πεσκέσια» τους Τούρκους πασάδες και με έκτακτες εισφορές τους πιστούς. Έτσι μπορούσαν ανενόχλητοι να ικανοποιούν τις αρπακτικές επιθυμίες τους, να θησαυρίζουν και να διεκδικούν πιο κερδοφόρες μητροπόλεις, ακόμα και τον πατριαρχικό θρόνο.
Διορισμένοι από τον σουλτάνο και τους βεζυράδες οι πατριάρχες, οι αρχιεπίσκοποι και οι μητροπολίτες, με χρηματισμούς και άλλες ατιμωτικές συναλλαγές, μεταβάλλονται σε πειθήνια όργανα της οθωμανικής Πύλης και κήρυκες της εθελοδουλείας και του σκοταδισμού. Πρέπει να κρατούν τους ραγιάδες νομιμόφρονες στο δοβλέτι με την απαιδευσία και την απειλή αφορισμού. Καταπολεμούν κάθε φιλελεύθερη και νεωτεριστική ιδέα και παρεμποδίζουν τη διάδοση των επιστημών στον ελληνικό χώρο γιατί αυτό εξυπηρετεί τα οθωμανικά συμφέροντα. 


1.«Τοσούτον δε προσέκειτο ταις οινοφλυγίαις, ώστε μη δύνασθαι στήναι εν ταις ακολουθίαις, άλλ’ ούτε εν αυτή τη πανσέπτω των Παθών εβδομάδι, ούτε ηδύνατο κατέχειν τη χειρί την ποιμενικήν ράβδον, ήτις  εκπεσούσα της χειρός αυτού τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη συνετρίβη» (Αθ. Κομνηνός- Υψηλάντης, Τα μετά την Άλωσιν, Εν Κωνσταντινσυπόλει 1870, σ. 25-26).
Ακόμα και παιδιά ανέβαιναν στον πατριαρ­χικό θρόνο. Το 1720 έγινε πατριάρχης ο 17χρονος Χιώτης Κύριλλος Γ' .
2.Ήταν τόσο συχνές οι αγοραπωλησίες του θρόνου που κρίθηκε αναγκαίο να χτιστεί στην Πριγκιπόννησο, όπου «εξορίζονταν» οι έκπτωτοι πατριάρχες, ένα συγκρότημα πολυτελών κατοικιών για την άνε­τη εγκαταβίωσή τους (Κυρ. Σιμόπουλος, Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τ. Β', σ. 319).