Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Ποντιακό Λεξιλόγιο (Ιδίωμα Σαντάς) Τ

ταβάν- κιρίσσια = δοκάρια ταβανιού
ταβάρα = εφιάλτης
ταβή (τ)= μάλωμα
ταβίζνε (τ)= μαλώνουν
τάβλα= στάβλος αλόγων
ταγαρτσιούχα(τ)= ασκοί
ταγή, ταή = ταγίνι
ταγιανίζ (τ)= αντέχει
ταγιανίζω (τ) = αντέχω
ταγιανεύ (τ) = αντέχει
ταγκαλάκ (τ)= ανόητε
ταγιανεύκεται (τ) = έγγίζει, κολλά τάγμαν = τάξιμο
τάγξ - μάγξ (εποίκεν) = σκόρπισε
ταγoυτεμένα (τ)= σκορπισμένα
τάη (τ)= θείε
τάϊ (τ)= πουλάρι

τάϊ (τ)= πουλάρι
τακάτ (τ) = δύναμη
ταμάχ (τ)= πλεονεξία
ταλγάδας (τ) = κύματα
ταλεύω = πιάνω με δύναμη, αρπάζω
ταμουά = αποτύπωμα
τάμαν, τάγμαν = τάξιμο
τάν (αρμεν.) = το υγρό που μένει στο βουτυρόκαδο, αφού αφαιρεθεί το βούτυρο
ταν- ταν =  ήχος αδειανής κοιλιάς
ταντανίζω = χορεύω το μωρό πάνω στα γόνατα
ταντανίτζα= χορός μωρού στα γόνατα
ταούλ (τ)= τύμπανο
ταουλτσής (τ)= τυμπανοκρούστης
ταπακέρα  = κουτί για τσιγάρα
ταπαχαδας (τ)= πατώματα
ταπάτια = ιδιώματα, χαρακτήρες
τάπλα= κάσ
ταραγά= ανάμικτα
 ταραγόν = ανάμικτον
ταράεις= ανακατώνεις
ταράεσαι = ανακατεύεσαι
ταράζ= ανακατώνει
ταραπολόζ (τ) = ζωνάρι της Τρίπολης
ταχτά - πιτη (τ) = κοριός 

ταχτά - πιτη (τ) = κοριός
ταχτζής (τ) = οικοδόμος
ταχτζιλούχ (τ) = οικοδομική
τεάμ = τάχα
τέϊ (τ) = τάχα,  άμποτε
τέϊλ (τ) = όχι μόνο
τέκια (τ) = άκρα
τέλ = σύρμα
τελάλτς (τ) = κήρυκας
τέμνος = εικονοστάσι
τεντέλ - μεντέλ = τρικλίζοντας
τεπούρ= μεγάλη ξύλινη πιατέλα ρηχή με την οποία καθάριζαν τα σιτηρά από τις πέτρες
τέρ, τέρεν = κύταξε
τερεί=βλέπει, κοιτάζει
τερεί λογαρίαν= κάνει λογαριασμό
τερέματα = περιποιήσεις
τέρεμαν= κοίταγμα
τέρεν= πρόσεχε
τερούν= κοιταζουν
τερμάν (τ) = γιατρικό
τεσσιακεύκεσαι = στρώνεσαι
τεσιάκ (τ)= στρώμα
τεζάκια (κουσκούρ)= πατημένη κοπριά χρησιμοποιουμένη για καύση
τηναν = όποιον
τιαβιακιαλής (τ) = μωρός, ηλίθιος
 τιαλήγανληδες (τ) = νέοι
τιακρίρ (τ)= κατάθεση
τιαμιάκ (τ) = δηλαδή
τιαμιρτζής (τ) = σιδεράς

τιαμιρτζής (τ) = σιδεράς
τιαμψίλ (τ)= παροιμία
τιανιακιά(τ)= δοχείο από τενεκέ
τιαπιάδας (τ) = κορυφές
τιαξιριάτ (τ)= εμπόδιο
τιαπιά= κορυφή
τιαριαλής (τ)= κατοικος των παραποτάμιων χωριών
τιάρτ (τ)= πάθος, λύπη
τιασλίμ (τ)= παράδοση
τιαστή, τιαστήν(τ)= πήλινη στάμνα
τιασεύνε = τρυπούν, ξεσχίζουν
τιαρτίπ (τ) = σχέδιο, τέχνασμα
τιαρτόπον = μικρό πάθος
τιασλίμ (τ) = παράδοση
 τιαστόπον (τ) = σταμνίτζα
τιάτια (τ) = πατέρα
τιατίκ (τ)= σκανδάλη
τιαφτιάρια (τ)= κατάστιχα
τιάφρ (ευτάει)= αποπέμπει
τιβόλ = κρυφτούλι
τιδέν = τίποτε
τιζ= ομαλό
τίζα= τσιμπούρι
τιζκίν (τ) = καπίστρι
τίκια (τ) = ανηφορικά
τιλκιάρ (τ) = μαραγκοί
τιμηκιαρία = εκείνη που τιμά άλλους
τινινί σικεΐμ (τ)= να γαμώ την πίστη σου
τίπ - τιριζ = τέλεια υγιής
τιριάκ (τ) = στύλος
τίσ τ' αιΐδια= κοίταξε τα κατσίκα...μην είσαι απρόσεκτος
τιτσιάρ (τ) = έμποροι
τογραεύω (τ) = κατακομματιάζω
τογρήν (τ)= σωστό , κανονικό
τογρία (τ) = κανονικά, σωστά
τόζ (τ)= σκόνη
τολ= δώδεκα πήχεις
τολάπ (τ)= ντουλάπα
τονανμάδας (τ)= πυροβολισμοί
τονατεμένον= στολισμένο
τονατεύνε= στολίζουν
τοπλαεύ (τ)= μαζεύει
τοπ (τ)= κανόνι
τοπλάεψον (τ)= μάζεψε
τούλοσον= να ησυχάσεις
τουλωτός= αρκετά ήσυχος
τουμπίν= ύψωμα, λόφος
τοπούζ (τ)= σιδερένια μπάλα
τουβαρόζ= άγνωστης σημασίας
τούλα= ήσυχα, αθόρυβα
τούλωσον= σώπα
τουσέκια (τ)= στρώματα
τουσμάν(τ)= εχθροί
τουτσ= ορείχαλκος
τρανός= αξιωματούχος
τραντέλλενας= υπερέλληνας
τραφία= ύψωμα που σχηματίζεται στην άκρη του κατηφορικού χωραφιού.
Τριβόλια

τριβόλια= αγκάθια μεγάλα
τρίγκαν= υπερβολικός βαθμός
τρίβκεσαι= τρίβεσαι
τρίμμαν= αλευρόσουπα
τρισέλλενας= τρεις φορές έλληνας
τριχάρι= τρίχα
τριχαλιγμένα= όχι πολύ μικρά
τριχαρένεν= καμωμένο από τρίχα
τρούτς= ήχος πορδής
τρυγονόπον= γυναικούλα
τσ' ή τσί= ποιος
τσαγγία= παπούτσια με ψηλό λαιμό
τσαγδά= τσεβδά
τσακ= κλήρος
τσακοπάρ= τσακισμένη πεντάρα
τσακοποδίεσαι= σπάνεις το πόδι σου
τσάμα= κλείσε τα μάτια
τσάντζαρα= αράχνη
τσάμιας= πλεξούδες μαλλιών
τσαραμπούλα= κολοφωτιά
τσάρια= τρίχες αλογοουράς
τσατσίν= τσάκνο
τσάφια= τα δάχτυλα του τυφοπόντικα με νύχια
τσαφίγ= να ξύνεσαι
τσέπλ= τσόφλι
τσεριγμένα= ξεσχισμένα
τσερίζω= ξεσχίζω
τσερτσοί= ακάθαρτοι
τσερίζνε= ξεσχίζουν
τσίλεμαν= τσίρλα
τσιλτεύω= κατουρώ
τσίλτεψον= να κατουρήσεις
τσιλίδια= αναμμένα κάρβουνα
τσιμίεται=  σφίγγεται
τσιμίζ= σφίγγει το βρεγμένο φόρεμα για να βγεί το νερό
τσιμπίζ= τσιμπά, κεντά
τσιμπίζω= κεντώ
τσινίκα= κλαψιάρα
τσίντζιρος= πολύ γέρος
τσιπία= ξυλάκια, κλαδάκια χωρίς φύλλα
τσιριχτά= τηγανίτες
τσιτσίν= βυζί
τσίρια= ξηρά φρούτα
τσιρνία = παραμικρή φωνή
τσιχάρ = τσιγάρο
τσοβ= πελεκούδι
τσόρια = χόρτα θερισμένα που σχηματίζουν γραμμή
τσουγκρών = κλαυθμηρίζει
τσουμούρ = σε βρασμένο νερό με βούτυρο ρίχνουν κομματάκια ψωμιά και τα βράζουν ωσότου να γίνουν πολτός
τσουμουρόπον= λίγο τσουμούρ
τσούνα = σκύλα
τσουντζουρούκ= ξύλο λεπτό και μακρύ
τσουπάδ= καλαμπόκι
τσουπαδένια = καλαμποκίσια
 τσουπρόν = όχι γεμάτο, σουφρωμένο
τσουπώννε = σκεπάζουν
τσουρ άτο= κόψε τη φωνή σου, σώπα
τσουρούται = στερεύει
τσουρμουγκλίεται= σφίγγεται
τσούφα, τσούχα= κούφια, άδεια
τσούχα= παπούτσι
τσουχαβέλ  (αρμ.) = σκούπα από κλαδιά
τσόχα = μάλλινο πανωφόρι
τσεζά (τ) = πρόστιμο
τσεΐζ (τ) = προίκα
τσίπια= τσέπη, θυλάκιο
τσεπόπον = τσεπούλα
τσετέδες (τ) = αντάρτες
τσεχέλαινα (τ) = νέα, άπειρη
τσεχέλκα (τ) = νέα, άπειρα
τσεχελούχα (τ) = ανοησίες των νέων
τσιαβαΐρ (τ) = διαμάντι
τσιαβτάρ (τ) = σίκαλη
τσιάγ ή οτσιάγ = εστία ,τζάκι
τσιαγκαλοφορτωμένα = με πολλά άγκιστρα
τσιαγκλίζ= πηδά, σκορπίζεται
τσιαζούγαρη (τ) =μάγισσα

τσιαΐρια(τ) = Χορτολίβαδα
τσιακάλ - γιολι (τ) = γιδόστρατο
τσιακλιάρκα = γαλανά
τσιακλιαρομματία = γαλανομάτα
τσιαμέ (τ)= τζαμί ,οίκος προσευχής μωαμεθανών
 τσιαλιμόπα (τ) = επιδείξεις
τσιαλουμόπον (τ) = επιδεικτικός τρόπος ντυσίματος
τσιάμ (τ) = τζάμι
τσιαμούρ(τ)= λάσπη
τσιαμουρένες (τ) = πήλινος
τσιαμουρών= λασπώνει
τσιαμπάρ (τ) = άσπρη μαντήλα
τσιάμπλιγμαν = ανοιγοκλείσιμο ματιού.
τσιανίεις= καταβρέχεις
τσιάντζον= κατάβρεψε
τσιάνουμ (τ) = ψυχή μου, καλέ μου
τσιαντάϊ (τ) = τσάντα
τσιάπας = παλαμάκια
τσιαπκούνια (τ)= αλητόπαιδα
τσιαπρός= αλοίθωρος
τσιαρκούλ (τ) = καλύπτρα
 τσιαρούχια = τσαρούχια άπό ακατέργαστο δέρμα
τσιαρτσιάφια (τ) = σεντόνια τσιάρχαν (τ) = γύρω
τσιατεύ (τ) = συναντά
τσιατίν (τ) = δύσκολο
τσιατήρ (τ)= σκηνή
τσιατμάδας= φρύδια που σμίγουν
τσιαχεύ (τ) = κατεβάζει τηή σκανδάλη
τσιαχευτόν= που καταντά σε καυγά
τσιαχιανιάμ (τ) = κόλαση
τσιαχμαλήν (τ) = τουφέκι με τσακμακόπετρα
τσιβαλτούζ(τ)= σακοράφα
τσιοκανίεσαι = σέρνεσαι
τσιολάχς (τ) = κουλός
τσιοπάνος (τ) = βοσκός
τσιορτάν (αρμ.) = κυλινδρικός βώλος από υλιστόν ξεραμένος στον ήλιο
 τσιούεις = λυπάσαι
τσιούλια (τ) = στρώμαιτα κατώτερης αξίας ή παλαιά
τσιβία (τ) = πάσσαλοι
τσίγκιμ (τ) = διότι
τσίγκιταμ (τ) = διότι
τσιζία (τ) = γραμμές
τσιζιαλιάεμαν = ψιλή βροχή
τσικάρ (τ) = πνευμόνι
τσίκουτον = 1) κλαδί έλατου, 2)σκούπα από κλαδιά
τσιλβαλήν = ίσιο
τσιόλια (τ)= έρημα
 τσιλτουρεμένε = ξεμυαλισμένε
τσιμιανόπον = πρασινάδα
τσίπ = πολύ
τσιπλάχκα (τ)= γυμνά
τσιολπάης (τ)= αδέξιος
τσιορλαχούνταν (τ)= κακοτρώγουν
Τσουρούκ - σουΐ= περιφέρεια Βατούμ
τσίπ= πολύ
τσιπούχ (τ)= βέργα
τσιρίσ (τ)= είδος κόλλας
τσιρμουδέα= σαν αρμύρα
 τσιρούτ (τ) = ακτίνα, βέλος
 τσιρπία (τ) = σπάγγος οικοδόμου
τσίρ - τσιπλάχ (τ) = ολόγυμνος
τσιτίζ = βλέπει από τις χαραμάδες
τσιτσιάκια (τ) =  άνθη
τυριανίεσαι= στενοχωριέσαι
τυριανιγμένος= στεναχωρημένος
τυφιάγκ= τουφέκι