Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Προσπάθειες για τη δημιουργία αυτόνομου κράτους στην Ιωνία με πρωτεύουσα τη Σμύρνη (1919-1922).

Ένα  σπουδαίο θέμα που ξεχάστηκε και τέθηκε στις ελληνικές καλένδες, είναι το θέμα της αυτονομίας της Σμύρνης.

Αναστάσιος Παπούλας

Είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση και αμφιβολία το γεγονός ότι ο στρατηγός Παπούλας με την ιδιότητά του ως αρχιστράτηγου του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος, είχε ετοιμάσει σχέδιο για τη δημιουργία αυτόνομου ανεξάρτητου κρά­τους στην Ιωνία με πρωτεύουσα τη Σμύρνη, που θα αποτελούνταν από τους ελλη­νικούς πληθυσμούς της ευρύτερης περιοχής της Σμύρνης, καθώς και από άλλες μειονοτικές εθνότητες της ίδιας περιοχής, που αναντίρρητα προτιμούσαν την αυ­τονομία της Σμύρνης με ελληνική διοίκηση, παρά την ανακατάληψή της από την τουρκική διοίκηση και την κεμαλική εξουσία.
 Χωρίς προσφυγή σε έγγραφα και άλλες μαρτυρίες, θα περιοριστούμε μόνο στα ντοκουμέντα της λεγόμενης “δίκης των έξι”, που ομολογούμενως δεν αφήνει περιθώρια για αμφισβητήσεις σ’ ό,τι αφορά τα σχέδια του στρατηγού Παπούλα. Η παραπομπή στα πρακτικά της δίκης έχει το λόγο της. Κι αυτό γιατί είναι αψευδής μάρτυρας του μεγαλεπήβολου πράγματι σχεδίου, που όπως φαίνεται είχε την επιδοκιμασία των συμμάχων της Αντάντ, του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης, (του εκπροσώπου του πατρι­αρχείου Σιώτη), του γενικού επιτελείου στρατού και κατ’ επέκταση και της πολι­τικής ηγεσίας της χώρας, γιατί ο αρχιστράτηγος δε θα ενεργούσε ποτέ ερήμην της ηγεσίας της χώρας του και το σπουδαιότερο είχε η κίνηση αυτή τις ευλογίες της Εκκλησίας των ιωνικών πόλεων, καθώς και των άλλων μειονοτικών πληθυσμών, που θα αποτελούσαν το αυτόνομο αυτό κράτος.
Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος
Ασφαλώς ο Μητροπολίτης 
Σμύρνης Χρυσόστομος ήταν από τους θιασώτες και εμπνευστές του εγχειρήματος αυτού και για το λόγο αυτό είχε το έντονο μίσος των Τούρκων, τόσο των αυτο­κρατορικών όσο και των κεμαλικών.

Στην πραγματικότητα, το σχέδιο του αρχιστράτηγου Παπούλα ήταν μεγαλο­φυές και στηρίζονταν στα ιστορικά και γεωπολιτικά δεδομένα του μεσογειακού ή με άλλη έκφραση του αιγαιοπελαγίτικου χώρου. Στηρίζονταν σε δεδομένα που μας κληρονόμησαν με τις διηγήσεις τους στα γραπτά κείμενά τους και μάλιστα πολύ παραστατικά οι ιστορικοί μας Ηρόδοτος, Θουκυδίδης κ.ά. Είναι γνωστό σε ολόκληρη την ανθρωπότητα ότι ο ασιατικός σατραπισμός και η ασιατική βαρβαρότητα είχαν την έκφρασή τους στην περσική αυτοκρατορία και μετέπειτα στην αυτοκρατορία των Οθωμανών. Ο ένας ασιάτης παρέδωσε τη σκυτάλη της βαρβα­ρότητας στον άλλο. Η αραβική κατάκτηση δεν απασχολεί σε μεγάλο βαθμό την ιστορία των κατακτήσεων, προφανώς γιατί η ασιατική νοοτροπία και παράδοση δεν ήταν προϊόντα αραβικής έμπνευσης.
Ο περσικός σατραπισμός επέδειξε τη συμπεριφορά του με την καταστροφή της Μιλήτου το 494 π.Χ., ενώ η τουρκική βαρβαρότητα επέδειξε τα ιδιαίτερα “προσόντα” της με την καταστροφή της Σμύρνης στις 29 Αυγούστου - 11 Σεπτεμ­βρίου 1922. Τα δυο αυτά κοσμοϊστορικά γεγονότα δείχνουν στην ανθρωπότητα το μέγεθος της βαρβαρικής συμπεριφοράς των δυο αυτών αυτοκρατοριών.
 Από την άλλη πλευρά, όμως, τα δύο αυτά γεγονότα δείχνουν τα ιστορικά λά­θη του ελληνισμού, που ενώ ήταν βέβαιος πως η τύχη του κρίνεται στη θάλασσα και στις δυο περιπτώσεις, τόσο με τους Πέρσες όσο και με τους Τούρκους, οι Έλληνες αναμετρήθηκαν με τους ασιάτες στα πεδία των μαχών στην ξηρά, με τα γνωστά δραματικά αποτελέσματα και στις δυο περιπτώσεις.
Βέβαια, όσες φορές ο ελληνισμός εκστράτευσε κατά του ασιατικού και τουρκικού σατραπισμού, η εκστρατεία του δεν απέβλεπε στην υποδούλωση του λαού της περσικής ή τουρκικής αυτοκρατορίας, αλλά στην απελευθέρωση των λαών που ήταν αιώνες υπόδουλοι στους Πέρσες και αργότερα στους Τούρκους Οθωμανούς.
Η περίφημη κοσμοθεωρία τον συνδυασμού της στρατηγικής και τακτικής της άμυνας και επίθεσης είχε την πρωταρχική θέση της στις πράξεις των Ελλήνων. Όμως και στις δύο περιπτώσεις, οι εκστρατείες τον ελληνισμού είχαν τα αντίθετα αποτελέσματα, παρά τις αρχικές αξιόλογες επιτυχίες τους.
Όταν το 500/499 π.Χ. οι Έλληνες της Μικράς Ασίας και των νησιών του Αι­γαίου επαναστάτησαν κατά της δουλείας του περσικού ζυγού, που τους είχε επι­βληθεί από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα, οι ηγέτες του ελληνισμού έκαναν ειδική σύσκεψη για να αποφασίσουν τη στρατηγική που θα ακολουθούσαν για την αντιμετώπιση του κυρίως όγκου του περσικού στρατού, που αναμένονταν να εμφανιστεί σύντομα για να επανυποτάξει τις ελληνικές περιοχές.
Ηρόδοτος
 Τότε, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο γεωγράφος Εκαταίος ο Μιλήσιος, με βάση έναν “παγκόσμιο χάρτη” που είχε φτιάξει ο ίδιος, προέβει σε συγκεκριμένες γεωπολιτικές παρα­τηρήσεις σχετικά με τη δυναμική της αχανούς και πανίσχυρης χερσαίας δύναμης της Περσίας. Και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αν οι Έλληνες επέμεναν στην απόφασή τους για ανεξαρτησία μια ήταν η στρατηγική που όφειλαν να εφαρμό­σουν. Να πάρουν από το πάμπλουτο ιερατείο του ναού του Απόλλωνα στα Δίδυμα όλο το χρυσάφι και τα άλλα πολύτιμα αναθήματα και με αυτά να ναυπηγή­σουν ισχυρό στόλο ώστε να αντιμετωπίσουν τον αντίπαλο στη θάλασσα. Δηλαδή, στο “φυσικό χώρο” του ελληνικού στοιχείου. 
Αντ’ αυτού, όμως, οι Έλληνες επα­ναστάτες προτίμησαν να επιχειρήσουν μια χερσαία εκστρατεία στα ενδότερα της Μικράς Ασίας με σκοπό την κατάληψη των Σάρδεων, κέντρου των περσικών δυ­νάμεων της ανατολής. Το αποτέλεσμα υπήρξε “φυσιολογικά” τραγικό για διάφο­ρους λόγους, η χερσαία εκστρατεία των Ελλήνων απέτυχε, ενώ η προέλαση των περσικών στρατευμάτων κόπασε μόνο πάνω στα καμμένα ερείπια της Μιλήτου.
 Και βέβαια, ύστερα από 2500 περίπου χρόνια η ιστορία επαναλαμβάνεται σχεδόν πανομοιότυπα στους ίδιους χώρους, τις ίδιες περιοχές και με τα ίδια πε­ρίπου αποτελέσματα. Και ενώ στη διάρκεια του Α' παγκοσμίου πολέμου ο ελλη­νισμός του Πόντου και της Ιωνίας είναι ώριμος πια για την ανεξαρτησία του και την αυτονομία του, με την επικείμενη τότε διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορί­ας, ακριβώς λόγο της διάπραξης και πάλι του ίδιου σφάλματος που έγινε πριν από 2500 χρόνια και πάλι στις ίδιες περιοχές, τιμωρήθηκε ο ελληνισμός για το λάθος του να αγνοήσει την ιστορία που επαναλαμβάνεται έστω και μετά από πά­ροδο 2500 περίπου ετών και πιο συγκεκριμένα:
Όταν το 1919 το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα αποβιβάστηκε στη Σμύρνη και στη συνέχεια προωθήθηκε σε μια περιορισμένη ζώνη που θα μπορούσε να προσφέρει “αμυντικό βάθος” στις ελληνικές δυνάμεις κατά τυχόν επίθεσης των δυνάμεων του Μουσταφά Κεμάλ , που δεν ήταν καλά οργανωμένες, αλλά αντίθετα ο πυρήνας τους αποτελούνταν από άτακτα στίφη (Τσέτες), ο Ελευ­θέριος Βενιζέλος εμφορούνταν από μια συγκεκριμένη στρατηγική αντίληψη, άμε­σα εμπνευσμένη από την κλασσική ιστορία της, της οποίας ήταν γνώστης. Για την υπεράσπιση, λοιπόν της Σμύρνης, σε περίπτωση όπου τα πράγματα θα έπαιρναν άσχημη τροπή για τον ελληνισμό, ο Βενιζέλος και οι επιτελείς του είχαν στηριχτεί στο στρατηγικό αξίωμα του Περικλή, ο οποίος, σύμφωνα με το Θουκυδίδη, συμβούλευσε τα εξής στους συμπατριώτες του στις παραμονές του πελοποννησιακού πολέμου, αυτής της “αρχέτυπης σύγκρουσης” μεταξύ της ναυτικής δύναμης (Αθήνας) και της χερσαίας δύναμης (Σπάρτης) να κλειστούν στα τείχη της πόλης τους και να διατηρήσουν την κυριαρχία στη θάλασσα. Όπως είναι γνωστό, το 1919-1922, η Ελλάδα είχε την κυριαρχία στο Αιγαίο. Εκείνο που έλειπε ήταν τα τείχη της Σμύρνης. Ακριβώς το σχέδιο αυτό μας παρουσιάζει ο αρχιστράτηγος Παπούλας στη δίκη των έξι.
 Αυτά αποφάσισε να κατασκευάσει ο Βενιζέλος και συγκρότησε ευθύς αμέσως (καλοκαίρι του 1919) ειδική επιτροπή για την εκτέλε­ση οχυρωματικών έργων σε ακτίνα 180 χιλιομέτρων σαν αυτά της γραμμής Ζίγκφριντ, της (μετέπειτα) γραμμής Μεταξά (Ρούπελ). Σύμφωνα με τα σχέδια της επιτροπής, η όλη οχύρωση της Σμύρνης προβλεπόταν να έχει περίμετρο 130 χι­λιομέτρων περικλείοντας μια έκταση περίπου 600 τετρ. χλμ. γύρω από μικρασια­τική Μητρόπολη του ελληνισμού, με τη σύμφωνη γνώμη των διαφόρων μειονοτή­των, του Πατριαρχείου, καθώς και των συμμάχων.
Γεώργιος Χατζηανέστης
Σήμερα το έργο αυτό θα ήταν σίγουρα μη αποτελεσματικό στην αντιμετώπιση της υψηλής τεχνολογίας και των σύγχρονων οπλικών συστημάτων. Τότε όμως, και ειδικά στην περίπτωση του κεμαλικού στρατού, που δε διέθετε ούτε αεροπορία ούτε βαρύ πυροβολικό, αλλά και στρατό όχι καλά οργανωμένο και εξοπλισμένο, θα αποδεικνυόταν σίγουρα σωτήριο. Δυστυχώς, όμως, η Κωνσταντινική κυβέρνη­ση Χατζηανέστη, εγκατέλειψε παντελώς την ιδέα της οχύρωσης της Σμύρνης, α­κριβώς επειδή εμφορούνταν από μια διαμετρικά αντίθετη στρατηγική, δηλ. τη στρατηγική της “επέλασης στην Άγκυρα”. Και βέβαια, το αποτέλεσμα της “χερσαίας αυτής εκστρατείας” στα βάθη της Μικράς Ασίας δε “μπορούσε” να είναι διαφορετικό από εκείνο των Ελλήνων επαναστατών του 5ου αιώνα π.Χ. εναντίον των Περσών.
Η καταστροφή της Μιλήτου στην αρχαιότητα και η καταστροφή της Σμύρνης στη σύγχρονη ιστορία μας δεν είναι μόνο δυο “τραγωδίες του ελληνισμού”. Είναι ταυτόχρονα και τροχιοδείκτες είναι ο πολικός αστέρας, είναι η πυξίδα της ελλη­νικής στρατηγικής έναντι του “βάρβαρου ασιάτη”, ο οποίος, γνωρίζοντας ίσως την ιστορία μας καλύτερα από εμάς, είχε και έχει βαθιά επίγνωση του ότι η θάλασσα του Αιγαίου, που είναι για τον ελληνισμό το κέντρο του γεωπολιτικού βάρους του, αποτελεί γι’ αυτόν την αχίλλειο πτέρνα της διαχρονικής κατακτητικής του ορμής. Έτσι εξηγείται στις μέρες μας η προσπάθεια για γκρίζες περιοχές, χωρίς νησιά, για γκρίζα νησιά, καθώς και την από κοινού “αδελφική” εκμετάλλευση του Αι­γαίου κλπ.
Εμείς από την πλευρά μας όταν προσπαθούμε να μετατρέψουμε το Αιγαίο α­πό “αμυντικό χώρο” σε “εμπορική γέφυρα” με τη γείτονα Τουρκία, επαναλαμβά­νουμε το ίδιο θανάσιμο λάθος” προς την ιστορία, σαν αυτό που διέπραξαν οι υ­πεύθυνοι της μικρασιατικής τραγωδίας. Εξάλλου, είναι γνωστό ότι οι “εγκέφαλοι” που υποκρύπτονται πίσω από την πολιτική των Κωνσταντινικών κυ­βερνήσεων της περιόδου 1920-1922 (όπως ο μεγαλοτραπεζίτης και πρωθυπουρ­γός του εθνικού διχασμού Στέφανος Σκουλούδης) ήταν ένθερμοι θιασώτες του λεγάμενου “ανατολικού ιδεώδους” και οραματίζονταν τη διάλυση του τουρκικού (κεμαλικού) εθνικισμού, ώστε να ανοίξει ο δρόμος για τη δημιουργία μιας “ελληνοτουρκικής συνομοσπονδίας” για να “ενοποιηθεί” οικονομικά, ο αιγαιακός χώρος.
Στέφανος Σκουλούδης

Στις μέρες μας είδαμε και πάλι με φρίκη τον εμπρησμό ενός λεωφορείου Ελ­λήνων εκδρομέων στην Κωνσταντινούπολη το έτος 1993, ενώ πρόσφατα είδαμε την εκτέλεση εν ψυχρώ των δύο ηρώων Ελλήνων της Κύπρου, που αποτελούν δυο ύψιστα δείγματα ασιατικής βαρβαρότητας, αλλά και την εν ψυχρώ εκτέλεση σε τουρκικό φυλάκιο ενός στρατιώτη κουρδικής καταγωγής, μόνο και μόνο το γεγο­νός αυτό να αποτελέσει προκλητικό άλλοθι για τα δικά τους εγκλήματα.
 Εν πάσει περιπτώσει, φίλοι αλλά και εχθροί οφείλουν να διδαχθούν από την ιστορία πως οι Αθηναίοι, με 10.000 μαχητές, υπερασπίζοντας στο Μαραθώνα όλους τους Έλληνες ταπείνωσαν τη δύναμη των χρυσοφόρων Μήδων στήν αρχαιότητα. Το ίδιο έγινε και στη Σαλαμίνα. Μετά από 2.500 χρόνια, οι λίγοι Έλληνες καταράκωσαν τις λεγεώνες του επιδρομέα Μουσολίνι, αλλά και τη φήμη της αήττητης Βερμάχτ. Κι αυτά σημαίνουν πως κάθε επίδοξος επιβουλέας της εθνικής κυριαρ­χίας της Ελλάδος θα έχει την ίδια τύχη.

Αχιλλέας Στεφάνου Ανθεμίδης
Διδάκτορας Νομικής Πανεπιστημίου Gottingen