Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΖΩΗΣ , ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΕΡΟΣ 1ο

Γεώργιος Καγκελίδης
Πρέπει να εξηγηθεί γιατί αποφασίστηκε να γραφεί αυτή η ιστορία της ζωής του Γ.  Καγκελίδη και της οικογένειας του. Δεν πρόκειται για βιβλίο, για μυθιστόρημα, είναι απλά η εξιστόρηση της πορείας μιας οικογένειας σε μια συγκεκριμένη εποχή.
Και μια και μιλάμε για εποχή, αλήθεια, πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα, τα ήθη και έθιμα, οι οικονομικές και πνευματικές ανάγκες των ανθρώπων, η κοινωνία γενικά στα τελευταία πενήντα χρόνια; Καμιά σχέση η σύγχρονη κοινωνία με την παλαιά των γονιών και των προγόνων. Όλοι αναγνωρίζουμε ότι η επιστημονική πρόοδος των τελευταίων 30-40 ετών αντιστοιχεί σε πρόοδο και αλλαγές αιώνων του παρελθόντος.
Είναι λοιπόν λογικό τα παιδιά να μη γνωρίζουν, να μην υποψιάζονται καν την κοινωνία του παρελθόντος, των γονιών και των παππούδων τους, τους φόβους, τις ανάγκες και τις ελπίδες των προπάππων τους. Πολλές φορές δεν γνωρίζουν ακόμη και την καταγωγή τους ύστερα από τις τρομερές αλλαγές του περασμένου αιώνα σε εθνικό επίπεδο.
Αυτή την ανάγκη θέλει να καλύψει αυτή η εξιστόρηση. Να γνωρίσουν τα εγγόνια και τα δισέγγονα την ιστορία της οικογένειας όπως διαδραματίστηκε μέσα σε μια πολύ ταραγμένη εθνικά εποχή.
Να γνωρίσουν ποιοι είναι και από που προέρχονται.
Στην περιγραφή αυτής της πορείας γίνεται μνεία και για τις πολιτικές συνθήκες της εποχής του εμφυλίου, γίνονται αναλύσεις και εκφέρονται κρίσεις πολιτικές του γράφοντος. Ωστόσο, σκοπός δεν είναι η υποστήριξη μιας συγκεκριμένης πολιτικής ιδεολογίας, ή η καταδίκη μιας άλλης, αλλά οι συνέπειες αυτής της πολύ βίαιης σύγκρουσης στη ζωή των ανθρώπων. Πολλά άτομα δυστύχησαν τότε, άλλα με διωγμούς και εξορίες, άλλα με καταδίκες και θανάτους. Όλο το έθνος δοκιμάστηκε και οι πληγές άργησαν πολύ να επουλωθούν. Πολλοί λοιπόν, και από τις δύο πλευρές, περιέγραψαν τις οδυνηρές συνέπειες αυτής της κατάστασης στη ζωή τους, όπως κάνει και ο γράφων.
 Τέλος, έγινε προσπάθεια για αντικειμενική εξιστόρηση. Αν ­πέτυχε ή όχι θα εκτιμηθεί από τον αναγνώστη.
        
 Τη σύγχρονη ζωή, τη ζωή στον εικοστό πρώτο αιώνα την ξέρουμε όλοι, τη ζούμε όλοι. Μια ζωή εγγυημένη και εξασφαλισμένη από το κράτος πρόνοιας που καταφέραμε να φτιάξουμε σίγουρη, που κινδυνεύει η ύπαρξή της μόνο από καμιά ανίατη αρρώστια ή από ένα ατύχημα. 
Με την επιστήμη και την τεχνολογία να αναπτύσσεται τόσο ραγδαία, ο άνθρωπος ζει πια πολλά χρόνια, μέσος όρος ζωής στην Ελλάδα τα 76 χρόνια, και απολαμβάνει όλα τα αγαθά της επιστήμης. Αυτός άλλωστε είναι ο στόχος από την γέννησή του, η οικονομική άνοδος και η κοινωνική του καταξίωση. 
Μπορεί να παρουσιάστηκαν νέα προβλήματα, νέες αρρώστιες, το άγχος, η σταδιακή απαξίωση ορισμένων θεσμών και δομών της κοινωνίας όπως π.χ. της οικογένειας, αλλαγές στον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς, όμως η ζωή του ανθρώπου είναι σχετικά εξασφαλισμένη. Μοναδικός σκοπός να την περάσουμε όσο το δυνατόν καλύτερα. 
Οι παλιοί κίνδυνοι, οι πόλεμοι, τα παλιά φαινόμενα του άκρατου εθνικισμού, του επεκτατισμού, της απάνθρωπης επιβολής της δύναμης του ισχυρότερου, της ανενδοίαστης και χωρίς οίκτο φυσικής εξόντωσης ατόμων, ολόκληρων ομάδων, εθνών, έχουν μειωθεί, σχεδόν εξαφανιστεί. Λίγοι σχετικά πόλεμοι γίνονται τώρα, για οικονομικούς λόγους οι περισσότεροι. Και αυτό ισχύει για τα τελευταία πενήντα χρόνια. Για χιλιάδες χρόνια πριν, η ανθρώπινη ύπαρξη ήταν σε συνεχή κίνδυνο από την γέννηση, ήταν μια περιπέτεια.
Συνεχής περιπέτεια ήταν και η ζωή των Ελλήνων του Πόντου, των πατεράδων και των παππούδων μας. Μεταξύ αυτών και του Γεωργίου Καγκελίδη, κάτοικου της Σάντας του Πόντου που έζησε στο πετσί του τέτοιες καταστάσεις. 
Ο λόγος που θα ήθελα να γράψω την ιστορία του είναι ότι αυτός ο κοινός θνητός έζησε σ' αυτήν την εποχή, έζησε την προσωπική του περιπέτεια και την περιπέτεια της πατρίδας του, του έθνους του. Ήταν κατά σύμπτωση ή και με την βούλησή του παρών σε όλες τις μεγάλες στιγμές του Έθνους, θετικές ή αρνητικές, θριαμβευτικές ή καταστροφικές, του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα. Μιας πολυτάραχης εποχής που συγκλονιζόταν από αλλεπάλληλα συνταρακτικά γεγονότα, εξωτερικά [δύο παγκόσμιοι πόλεμοι], και αναρίθμητα εσωτερικά, έπος του 1912-13, εθνικός διχασμός, Μικρασιατική καταστροφή, έπος της Αλβανίας, Γερμανική κατοχή και εθνική αντίσταση, εμφύλιος σπαραγμός. Σε όλα παρών από το μετερίζι του.  
 Δικαιωμένος πάντα για τις επιλογές του, αγωνίστηκε για το συμφέρον της πατρίδας, πήρε πολλές παράτολμες αποφάσεις και στο τέλος, όπως συνήθως συμβαίνει, το πλήρωσε με την οικονομική του καταστροφή και την κατάρρευση της υγείας του, ύστερα από δύο τραυματισμούς σε μάχες και τη χρόνια φυματίωση που προκάλεσε και τον πρόωρο  θάνατό του σε ηλικία 56 ετών, και με την οικογένειά του σε οικονομική εξαθλίωση ύστερα από προηγούμενη ζωή σχετικής οικονομικής ευμάρειας.
Είμαι βέβαιος όμως ότι αν τον ρωτούσε κανείς στις τόσο θλιβερές τελευταίες του στιγμές στο σανατόριο αν μετάνιωσε για τις επιλογές της ζωής του, η απάντηση θα ήταν αρνητική. Συνήθως έτσι καταλήγουν άτομα που βάζουν τις διαχρονικές ηθικές και εθνικές αξίες πάνω από το προσωπικό τους συμφέρον.
  
Η ΖΩΗ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ
Βρισκόμαστε στον Πόντο, σ' αυτή την περιοχή των νοτίων παραλίων της Μαύρης Θάλασσας, στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Πανσπερμία εθνοτήτων, Τούρκοι,  Έλληνες, Αρμένιοι,  ΛαζοίΚούρδοι. Κυρίαρχες εθνότητες οι Τούρκοι στη διοίκηση και οι Έλληνες στην οικονομία.
Το Ελληνικό λοιπόν στοιχείο, παρόν από αιώνες στην περιοχή, όπου αποτελούσε σημαντικό κομμάτι της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, δημιούργησε ύστερα το Ελληνικό κράτος των Κομνηνών του Πόντου που βέβαια δεν μπόρεσε να αντισταθεί στη λαίλαπα των Οθωμανών Τούρκων. Υποτάσσεται λοιπόν το 1461, όμως επιβιώνει ως Έθνος και ως θρησκεία, με γλώσσα την ιδιότυπη λεκτικά Ποντιακή διάλεκτο, ένα κράμα αρχαίων ελληνικών διανθισμένων μετέπειτα με Τουρκικές λέξεις.
Επιβιώνει λοιπόν ο Ελληνισμός παρότι κατά καιρούς υφίσταται απηνείς διώξεις και τρομερούς εκβιασμούς. Έχει ως φάρους, εθνικούς μεν το Φανάρι και το Φροντιστήριο Τραπεζούντας, θρησκευτικούς δε, εκτός του Φαναριού, τα τρία διάσημα μοναστήρια της περιοχής ΒαζελώναΠεριστερεώτα και προ παντός της Παναγίας Σουμελά. Συγκατοικεί κυρίως με Τούρκους και πρωταγωνιστεί κυρίως στις μεγάλες πόλεις Αμισό, Αργυρούπολη, Σαμψούντα, Κερασούντα και προ παντός στην Τραπεζούντα, άλλοτε πρωτεύουσα και κέντρο του 'Ελληνισμού.
Η μεγάλη πρόοδος των Ελλήνων αρχίζει με το δεύτερο ήμισυ του  19ου αιώνα με τα μέτρα φιλελευθεροποίησης, της Αυτοκρατορίας. Έδωσαν φτερά στο οικονομικό ταλέντο των Ελλήνων και στην επιθυμία τους για μόρφωση. Οικονομική άνοδος, μεταναστεύσεις και ταξίδια σε πλησιέστερες πόλεις και χώρες διευρύνουν τους ορίζοντες, νέα σχολεία δημοτικής και μέσης ελληνικής εκπαίδευσης σε πολλά μέρη, και οι Έλληνες αρχίζουν να κυριαρχούν σε πολλούς τομείς, όχι μόνο στην Οθωμανική επικράτεια, αλλά και σε γειτονικές περιοχές άλλων χωρών, όπως στον Καύκασο και ειδικά στις περιοχές Βατούμ,  Σοχούμ,  Τυφλίδα κ.λ.π..
Σε όλα τα μέρη υπάρχουν, όπως είπαμε, συγκατοικήσεις, ιδίως Ελλήνων, Τούρκων  και Αρμενίων. Υπάρχει όμως μία  κωμόπολη απομονωμένη πάνω στα βουνά, 47 χιλ. νότια της Τραπεζούντας, που κατοικείται αμιγώς μόνο από  Έλληνες. Είναι η γνωστή  επτάκωμος Σάντα.
Πολλά λέγονται για την εποχή της πρώτης κατοίκησής της. Πολλοί ισχυρίζονται ότι πρωτοκατοικήθηκε το 300 μ.Χ. Τότε ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας διατάζει διωγμούς κατά των χριστιανών, που σαν καινούργιο δόγμα θρησκείας εξαπλώνεται εντυπωσιακά και απειλεί τους αρχαίους θεούς. Πολλοί χριστιανοί αναζητούν σωτηρία καταφεύγοντας σε απάτητα βουνά και σε πολύ απομονωμένα μέρη. Ανακαλύπτουν ένα ιδεώδες μέρος για την ασφάλεια τους, το κατοικούν και το ονομάζουν Σάντα, δηλαδή Αγία στα Λατινικά.
Εκεί βρίσκουν ξανά καταφύγιο πολλοί Έλληνες μετά την πτώση της Τραπεζούντας το 1461 και τους διωγμούς που ακολούθησαν.
 Έτσι  ο πληθυσμός της Σάντας αυξάνεται συνεχώς, παρότι η περιοχή δεν μπορεί να καλύπτει επαρκώς τις διατροφικές τους ανάγκες. Η γεωργία ήταν περιορισμένη λόγω της φύσεως του εδάφους και γίνονταν κυρίως στα παρχάρια, σε ανοιχτωσιές που υπήρχαν στα βουνά περιφερειακά του χωριού.
Ερείπια Αργυρούπολης ( Gümüşhane)
 Γι’ αυτό , και οι άρρενες κάτοικοι αναγκάζονταν να ξενιτεύονται και έτσι έγιναν διάσημοι τεχνίτες της πέτρας, μεταλλουργοί, εργάτες ορυχείων ιδίως στην περιοχή της  Αργυρούπολης [Κιμισχανέ στα τουρκικά] όπου υπήρχαν τα περίφημα ορυχεία αργύρου. Κάποτε μάλιστα ο Σουλτάνος, στην αδυναμία να λειτουργήσει άλλο κοίτασμα αργύρου σε άλλη περιοχή, απαραίτητου για την οικονομική επιβίωση της Αυτοκρατορίας, ζήτησε σαν τελευταία ελπίδα τη συνδρομή των γνωστών πλέον τεχνητών της Σάντας. Τα κατάφεραν αυτοί να λειτουργήσουν το ορυχείο. 
Ενθουσιασμένος ο άρχοντας ζήτησε ποια επιθυμία έχουν και θα την ικανοποιήσει. Αυτοί, αντί οικονομικού ανταλλάγματος, ζήτησαν τη βοήθεια του κράτους να μπορούν να ζουν μόνοι τους, χωρίς άλλες παρεμβολές ξένων, αυτοδιοικούμενοι, αλλά υποκείμενοι βέβαια στους νόμους του κράτους, αίτημα που δέχθηκε ευχάριστα ο άρχοντας και εξέδωσε το σχετικό νόμο που έγινε σεβαστός από όλες τις κρατικές υπηρεσίες και τους περίοικους τουρκικούς πληθυσμούς. Έτσι κατόρθωσαν να ζουν στη Σάντα μόνο Έλληνες μέχρι την τελευταία μέρα της ύπαρξής   της.                                                                                               Ανενόχλητοι λοιπόν από γειτονικούς τουρκικούς πληθυσμούς, προστατευμένοι εν πολλοίς από τη φύση του εδάφους, αποκρούοντας πολλές ληστρικές ομάδες με τη διάσημη έκτοτε Σαντέικη παλικαριά, προοδεύουν, αυξάνονται και πληθύνονται φθάνοντας σταθερά τις 6-7 χιλιάδες κατοίκους. Σε περίοδο αφόρητων πιέσεων και διωγμών του ελληνικού στοιχείου ο πληθυσμός έφθασε μέχρι και 15 χιλιάδες και τότε πλέον οι περισσότεροι αναγκάσθηκαν σταδιακά να μεταναστεύουν σε γειτονικές περιοχές της τότε Ρωσικής  επικράτειας, ιδρύοντας αμιγώς ελληνικά χωριά και δη Σαντέικα.                        
Γιάμπολης
Εκεί λοιπόν, πάνω στα βουνά, σε υψόμετρο 1500-1800 μέτρων και σε μια περιοχή που διαρρέει ο ποταμός Γιάμπολις υπήρχε η Σάντα χωρισμένη, λόγω της φύσεως του εδάφους, σε επτά συνοικίες, εξ ου και η ονομασία επτάκωμος. Ήταν οι οικισμοί Πιστοφάντων,  Ισχανάντων, ΤερζάντωνΚοζλαράντωνΠινιατάντωνΤσακαλάντων  και Ζουρνατσάντων. Πολλοί διαβιούσαν το καλοκαίρι στα περίφημα γειτονικά παρχάρια επιστρέφοντας το χειμώνα. Υπήρχαν όμως και μόνιμοι κάτοικοι στα παρχάρια, παρά τις εδαφικές και καιρικές δυσκολίες και τους μεγάλους κινδύνους που διέτρεχαν από ληστρικές επιδρομέα
Προόδευσε λοιπόν η Σάντα και οικονομικά, βασικό λόγω των πολλών εποχιακών μεταναστών ανδρών της. Είχε όμως και πολιτιστική και εκπαιδευτική άνοδο.  Δημοτικά σχολεία στις περισσότερες συνοικίες, παρθεναγωγεία και αρρεναγωγεία μέσης εκπαίδευσης λειτουργούν σταδιακά, πολλοί δε φοιτούν και στο περίφημο Φροντιστήριο Τραπεζούντας. Αποτέλεσμα να αναδειχθεί στατιστικά η Σάντα ως το πιο μορφωμένο τμήμα του ελληνισμού του Πόντου με ποσοστό ακόμη μεγαλύτερο των κατοίκων της ίδιας της Τραπεζούντας, έδρας του Φροντιστηρίου και της πνευματικής και οικονομικής ζωής της όλης περιοχής.     
Πυρήνας της εκπαιδευτικής ζωής η συνοικία των Ισχανάντων κατά κύριο λόγο, δεύτερη των Πιστοφάντων που ήταν και η μεγαλύτερη και το επίκεντρο της οικονομικής ζωής με την αγορά και τα διάφορα κατσστήματά της. Η εκπαιδευτική αυτή πρωτιά έδωσε στους κατοίκους Ισχανάντων έναν άλλο αέρα και τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς που σατίριζαν οι λοιποί Σανταίοι, «Ισχανάντων κουρφιγμέν και σο χρέος βουτηγμέν», που σημαίνει [οι κάτοικοι τού οικισμού] Ισχανάντων επηρμένοι και στο χρέος βουτηγμένοι.
Σε αυτή λοιπόν τη συνοικία των Ισχανάντων ο Ισαάκ Καγκελίδης παντρεύτηκε στην περίφημη εκκλησία της Αγίας Κυριακής με το πανύψηλο λιθόκτιστο καμπαναριό, τη Χριστιανή [Χρυσούλα] και έφτιαξαν το σπιτικό τους σε απόκρημνη άκρη της συνοικίας. Μετά από λίγους μήνες ταξίδευσαν να βρουν τη μοίρα τους σε χωριό της περιοχής  Γιάλτας της Ρωσίας, ακολουθώντας τα βήματα χιλιάδων Σανταίων. Εκεί η τύχη τους ευνόησε και στέριωσαν οικονομικά καταλήγοντας ύστερα από διάφορες περιπέτειες να καλλιεργούν δεκάδες στρέμματα καπνών πού στο τέλος πουλούσαν σε καπνεμπόρους, Έλληνες επί το πλείστον πού διακρίνονταν στην περιοχή γι' αυτές τους τις επιδόσεις. Έτσι όχι απλώς έλυσαν το οικονομικό τους πρόβλημα μα έβαλαν και στην άκρη μεγάλο
κομπόδεμα που σιγούρεψε τη ζωή τους. Εκεί λοιπόν γεννήθηκε το 1894 η Κυριακή, ένα πανέμορφο και πανέξυπνα κοριτσάκι και ακολούθησε το 1896 ο Γεώργιος που ολοκλήρωσε την οικογενειακή ευτυχία. Κάθε τέλος καλοκαιριού η οικογένεια επέστρεφε στη Σάντα και στους δικούς της.
Και ενώ όλα πήγαιναν περίφημα, χτύπησε άσχημα η μοίρα. Ξαφνικός θάνατος του πατέρα αλλάζει άρδην τα πράγματα και φέρνει τη δυστυχία στην οικογένεια. Γίνεται η ταφή στη Γιάλτα και η οικογένεια επιστρέφει συντετριμμένη το 1904 στην πατρίδα Σάντα. Εκεί, σαν αρχαία τραγωδία, η δυστυχία ξαναχτυπά και η φιλάσθενη μητέρα αρρωσταίνει βαριά και η οικογένεια μετακομίζει στο σπίτι της αδελφής της μητέρας που προσβλέπει συμφεροντολογικά στην αξιόλογη ρευστή περιουσία της άρρωστης.
Κάκιστη η συμπεριφορά της θείας αδελφής προς τα δύο μικρά, επισπεύδει το μοιραίο που επέρχεται το 1906 με το θάνατο και της μητέρας. Έτσι σε δύο χρόνια ολοκληρώνεται η τραγωδία με το θάνατο και των δυο γονιών σε νεαρότατη ηλικία. Τα δυο ορφανά Κυριακή και Γεώργιος [Κερέκη και Γέργον κατά το ποντιακόν] αισθάνονται στο πετσί τους την κακία της θείας τους που εποφθαλμιά και στο τέλος οικειοποιείται όλα τα τιμαλφή και μετρητά της οικογένειας.
Αγανακτούν οι συγγενείς από αυτήν τη συμπεριφορά της θείας, τελικά επεμβαίνει ο θείος Θόδωρος Καγκελίδης, αδελφός του πατέρα Ισαάκ, και παίρνει υπό την προστασία-κηδεμονία του το μικρό Γιώργο, φτωχή η οικογένεια και πολυμελής, πατέρας Θόδωρος, σύζυγος Ειρήνη και πέντε κόρες, Κυριακή, Μαρία, Αγγέλη , Ευρύκλεια και Αντιγόνη και από κοντά ο μόνος άρρην Γιώργος αχώριστα σαν αδελφός και αυτός.
Ισχανάντων (Ερείπια Δημοτικού Σχολείου και εκκλησίας)
Πηγαίνει δημοτικό σχολείο στον οικισμό Ισχανάντων, πολύ δουλειά, ιδίως το καλοκαίρι, και τα χρόνια κουτσά-στραβά περνούν για το Γιώργο που διακρίνεται ιδιαίτερα για το κοφτερό μυαλό του, τις επιδόσεις του στα γράμματα και μια ροπή φυγής. Το γεγονός αυτό εκτιμά και ο θείος Θόδωρος και αποφασίζει, με μεγάλες οικονομικές θυσίες για τα πενιχρά του εισοδήματα και της ανάγκες οκταμελούς οικογένειας, να τον στείλει στην Τραπεζούντα να σπουδάσει στο Φροντιστήριο, το διάσημο πενταετούς διάρκειας ελληνικό σχολείο μέσης εκπαίδευσης. Πολλές οικογένειες Σανταίων έστελναν τα παιδιά τους γι' αυτό το σκοπό στην Τραπεζούντα, όπου άλλωστε κατοικούσαν μόνιμα και πολλές οικογένειες Σανταίων
Το δωμάτιο μιας από αυτές ενοικιάζει ο νεαρός μας και με προσωπική ευκαιριακή εργασία αλλά και τα ζεμπίλια που καταφθάνουν κατά καιρούς από τη Σάντα, κατορθώνει να επιζεί και να φοιτά ταυτόχρονα με ιδιαίτερα καλές επιδόσεις. Χριστούγεννα και Πάσχα, βέβαια και όλο το καλοκαίρι επιστρέφει στη Σάντα, συνήθως με τα πόδια, σε μια διαδρομή 15 ωρών μέσα από κακοτράχαλες διαδρομές και συνήθως φορτωμένος κυρίως με πολλά είδη ρουχισμού.
Έτσι περνούν τέσσερα χρόνια πολύ κρίσιμα για το χαρακτήρα του νέου, από τον πλούτο και την ευτυχία της Γιάλτας στην οικονομική μιζέρια και τη δυστυχία της Σάντας, από το θάνατο των γονιών και την κακία της θείας στην άδολη αγάπη του θείου Θόδωρου και της οικογένειάς του, από τη δολιότητα και κλεψιά της θείας στο μεγαλείο ψυχής του θείου και την οικονομική θυσία να σπουδάσει τον ανεψιό του  που είχε σαν παιδί του. Γιάλτα, Σάντα, Τραπεζούντα, Φροντιστήριο, όλα αυτά σφυρηλάτησαν το χαρακτήρα του, αλλά ταυτόχρονα διεύρυναν και τους ορίζοντές του.
 Σε συνδυασμό με τις επιδόσεις του στα γράμματα και έχοντας κατά νου το παράδειγμα του πατέρα του, που πέτυχε οικονομικά πολύ γρήγορα, πείσθηκε και αποφάσισε ότι ήταν αδύνατο να συμβίβασθεί να ζήσει την υπόλοιπη ζωή του στη Σάντα. Μπορεί η ζωή εκεί να ήταν ένα σχετικά ασφαλές καταφύγιο σε μια ταραγμένη εποχή, όμως δεν παρείχε εχέγγυα οικονομικής και επιστημονικής ανόδου, χαμένη όπως ήταν πάνω στα απάτητα βουνά χωρίς συγκοινωνία και επικοινωνία με τα μεγάλα αστικά κέντρα Τραπεζούντα, Παηπούρτ, Αργυρούπολη κ.λ.π..
Τελειώνοντας την Τετάρτη τάξη του Φροντιστηρίου, συζήτησε με το θείο του και σχεδόν πατέρα του τις σκέψεις του. θα ήθελε να γίνει λέει δικηγόρος ή άλλου είδους επιστήμονας, αλλά οι συνθήκες ήταν σχεδόν απαγορευτικές για τους Έλληνες του Πόντου. Μπορούσαν να το καταφέρουν μόνο αν σπούδαζαν εκτός Τουρκίας, στην Ελλάδα συνήθως ή στο Παρίσι, αγαπημένο τόπο σπουδών των πλουσίων Ποντίων. Δεύτερη επιλογή να το πετύχουν ήταν να τουρκέψουν, δηλαδή να ασπασθούν το Ισλάμ. Στο άκουσμα μόνο αυτής της δεύτερης επιλογής ο θείος πετάχτηκε πάνω νευριασμένης. Ούτε σκέψη γι' αυτό.
 Μετά από πολύ σκέψη και λύπη, προκρίνεται η πρώτη επιλογή. Να πάει δηλαδή ο Γιώργος στην Ελλάδα, τη μητέρα πατρίδα, το όνειρο όλων των Ελλήνων του Πόντου, που τότε φάνταζε δοξασμένη και παντοδύναμη μετά τους νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους. Ήταν βέβαια το μεγάλο οικονομικό πρόβλημα των ναύλων, αλλά κάτι θα γινόταν γι' αυτό. Στόχος όλης της οικογένειας και των λοιπών συγγενών έγινε πια η εξοικονόμηση του σχετικού ποσού.
Εν τω μεταξύ η αδελφή Κυριακή παντρεύεται με προξενιό το 1908 σε ηλικία 14 ετών, όμορφη καθώς ήταν. Η προστάτιδα θεία ήθελε βλέπετε να την ξεφορτωθεί. Δεν ευδοκίμησε όμως αυτός ο γάμος γιατί σε έξη μήνες πέθανε ο σύζυγος. Αργότερα γνώρισε και παντρεύτηκε το δάσκαλο Γεώργιο Στυλίδη που δίδασκε ήδη στα σχολεία της Σάντας. Επιμορφωτικές ανάγκες του Ελληνισμού της ευρύτερης περιοχής αλλά και επιδείνωση των συνθηκών ζωής των Ελλήνων της Τουρκίας αναγκάζουν το ζεύγος Στυλίδη να μεταναστεύσει στον Καύκασο, όπου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν τα τρία παιδιά τους, ο Αγησίλαος, ο Ευγένιος και η Ελένη.
Συναγερμός λοιπόν στο σόι Καγκελίδη για την εξοικονόμηση ενός ποσού για τη μετάβαση και τις πρώτες ανάγκες του Γιώργου στην Ελλάδα. Να τουρκέψει ούτε λόγος. Τελικά το ποσό μαζεύεται και ο Γιώργος μπαρκάρει για Κωνσταντινούπολη μέσα σε χαρές και δάκρυα, γεμάτος αγωνία αλλά και ελπίδα ότι όλα γίνονται για το καλύτερο, και το μέλλον πια φαντάζει ευοίωνο εφ’ όσον κατορθώσει να φθάσει στην Ελλάδα. Η μετάβαση βέβαια θα γινόταν από την Κωνσταντινούπολη λαθραία ως λαθρεπιβάτης. Όλη η ζωή του [Σάντα, Γιάλτα, αλλά προ παντός τα χρόνια φοίτησής του στην Τραπεζούντα όπου ζούσε μόνος του], τον έμαθαν να μπορεί να αντιμετωπίζει όλες τις δυσκολίες. Έτσι έπρεπε να δράσει και στην Κωνσταντινούπολη. Την επισκέπτονταν καθημερινά δεκάδες πλοία ελληνικά, κυρίαρχα τότε στον Εύξεινο Πόντο, που έκαναν τότε σχεδόν μονοπωλιακά όλες τις μεταφορές της ευρύτερης περιοχής και προ παντός των σιτηρών των περίφημων σιτοβολώνων της Ουκρανίας.
 Αρκούσε να μπει λαθρεπιβάτης σε ένα από αυτά. Λίγα λεφτουδάκια και λίγος πατριωτικός συναισθηματισμός και τα κατάφερε.

Λάζαρος Γ. Καγκελίδης