Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

Ποντιακό λεξιλόγιο ( Ιδίωμα Σαντάς ) Ξ, Ο, Π, Ρ.

Ξεραντέρ

Ξ

ξάϊ = καθόλου
ξαμμένον = πολύ ζεστό
ξάν = πάλι
ξαμούται= συναγωνίζεται
ξαμώντζ= μετράς με μέτρο
ξαν= ξανά, πάλι
ξαφτόν= πολύ ζεστό
ξάφτς = έχεις οργασμό
ξεραντέρ=αποθήκη πάνω σε στύλους
ξερασέα= ξηρασία
ξερό 'σ= το στόμα σου
ξιφάρ= τριγωνική λωρίδα υφάσματος, τσόντα
ξιορπίουμαι= φεύγω κακήν κακώς
ξούλα = ξύλα
ξομολοϊσκάται= ξομολογιέται
ξύεται= προέρχεται, βγαίνει, πέφτει
ξυλάβ πυράγρα= με ξύλινη λαβή
ξυμυτός = σουβλερός
ξύουνταν = χύνονται


Ο

οβά (τ) = αβγά
ογιά= γιατί
ογλούμ (τ) = παιδί μου
ογράεψαν (τ)= όρμησαν
οδόν  ή οδήν = θέση
όθεν = εκείνο από το οποίο, όπου
οκά= μέτρο βάρους (τουρκ.) ίσο με 1270 γραμμάρια
 ολύχτα = τη νύχτα
ομματοφολίδια = κόγχες ματιών
 ομούτ (τ) =ελπίδα
όμπασης (τ) = δεκανέας
όμωσεν = ορκίσθηκε
οξέας = οξιές
οξώμ = διαλεχτά
οξοπίσ = πίσω
οξηκέσ= έξω γύρω
οξιωκά= έξω
οπέρτς= πέρυσι
οργισμένα = κακά
όρια = βουνά
ορμάν (τ)= δάσος
ορμανόπον = δασάκι
ορμίν = ρεματιά, ρυάκι
οροσπή (τ)= πόρνη
ορτάρια= χοντρές μάλλινες κάλτσες
όρωμαν = όνειρο
ορώμεσαν = ρώτησαν πολλούς
όσ νομάτ = όσοι άνθρωποι
οσπιτιανός = σπιτικός
όστ η ούστ = διώξιμο σκύλου
οσοχά= παρακελευστικό  των αγελάδων για να σταθούν
οτά (τ) = δωμάτιο
οτσιάγ (τ) = εστία, καπνοδόχος
ότωπως = βρισιά, αντί της κακόηχης να χέσω, να γαμώ
ούγια = άκρη υφάσματος
ουζάτμαγιαλουμ (τ) = ας μη μακρύνομαι την ομιλία, την ιστορία
ουζατουρεύομε (τ) = μακρύνομαι
ουλούσια= πρόβατα με πλατιά ουρά
ούλτς= όλους
ούλων= όλων
ούμπαν= όπου
ουστάμπασην (τ) = πρωτομάστορα
οφρυδέα = το μέρος του βουνού που απλώνεται κάτω από την κορυφή
οψέ= χθές
οψεσνά, ψεσνά= χθεσινά
οψίκ = λαός που πηγαίνει στο νυφέπαρμαν
Το  πάρσεμον τη νύφες

Π

πα = και
παγ (τ)= αμπελώνας
παγκανότια = χάρτινες λίρες
παγούρ= παγούρι, πολύ κρύο νερό
πάει ο νους ιμ= ζαλίζομαι
παίδεψη= βάσανο
παίζνε= παίζουν, κοροϊδεύουν
παζάρ (τ) = αγορά
παζαρλούχ (τ) = νυφικά 
Παϊπούρτ = η αρχαία πόλη Βαϊβερδών
παΐρια (τ) = κατηφοριές
παίρ με ας σην καρδίαν = ασθμαίνω
πακάλ (τ) = παντοπώλης 
πακούρια= βαριά τουρκικά νομίσματα
παλαιτά= λίγο παλιά
παλαγών = επισκευάζει 
παλαγώησον = να επισκευάσεις 
παλγόν = μπαλκόνι
πάλ εμέν= σαν εμένα, ευτυχία μου
παλτούζα (τ)= κουνιάδα
παναΰρια = πανηγύρια
πανθενίν = παχνί
παντέρα = λάβαρο
παπάρα = δυστύχημα, τιμωρία
παπόρια= βαπόρια
παραγιόν , παραέν = υπηρέτης
παρά (τ) = το μικρότερο τουρκικό νόμισμα
παράδας (τ)= χρήματα
παραδεβάεις= περνάς το μέτρο
παράν ’κ εποίκεν = δεν ωφέλησε
παραβαρσούζκον = παράκαιρο 
παραδιαβαίννε = παραωριμάζουν
παρακάθ = νυχτέρι
παραλαεύνε= κατακομματιάζουν
παρασί= υπηρέτες
παραστέκνε= στέκονται κοντά, βοηθούν
πάρδος= γάτος
παρέβγα= ξεπροβόδισμα
παρέμ= τουλάχιστον
παρείμαι=είμαι από πάνω σου, παραστέκομαι
παρέστεκε= έστεκε κοντά και  του έδινε θάρρος
παρέτον= ήταν και με το παραπάνω
παρότ= μπαρούτι
παρτσιάδας (τ)= κομμάτια
παρτσιαλαεμένον= τεμαχισμένο
παρχανάδας (τ)= ομάδες
παρχαρέτσα, σταματέτσα= εκείνη που περιποιείται τ' αγελάδια στο παρχάρι
Χωρικές στο παρχάρι Χότζα Μετζαρί 1904.
Απο το αρχείο της Ε.Π.Μ.
παρχάρ, παρχάρτς=θερινός συνοικισμός αγελάδων
παρχαρεύκεται = ζει στο καλοκαιρινό συνοικισμό των αγελάδων
παρχαρομύτια= βουνοκορφές
πασαμάχα (τ)= σκαλοπάτια
πάσια= τιμητική προσφώνηση μεγαλύτερου αδελφού ή συγγενή
πάσιμον= μετάβαση
πασιπόρτ (τ)= διαβατήριο
πασκεί ή πασκιμτο (τ)= μήπως
πασκιτάν (αρμεν)= ύστερα από το υπόλοιπο του βούτυρου το υπόλοιπο βράζεται και στραγγίζεται
πασμάδας (τ)= φτηνά βαμβακερά υφάσματα
πασχούν (τ)= ληστεία σπιτιού
πατάχ (τ)= βάλτος
πατεί= νικά, υπερβαίνει
πατεύ (τ)= βουλιάζει
πατίουνταν= γαστρώνονται, μένουν έγκυες
πάτι χαβάν(τ)= δωρεάν
πατουλίγα= έχω σκεπαστεί με νιφάδες χιονιού
πατουρεύω (τ)= βυθίζω
πάτσα= μπράτσα
πάτση= τιμητική προσφώνηση μεγαλύτερης
πατσιανάχς (τ)= σύγαμπρος
πατσιάχ (τ)= κνήμη, το μέρος της περισκελίδας που την περιβάλλει
πασιοχάρτια= χοντρά χαρτιά
παχυμένος= παχύς
παχυκωμία= μέρος με βαθύ χώμα
πεγάδ= σκεπαστή βρύση
πεγαδομάτ= κεφαλόβρυση
πεζεύκεται (τ)= γίνεται βαρετό
πειρία= βάσανα
πεκιάρτς (τ)= ανύπαντρος
πελιάν (τ)= μπελάς, βάσανο
πελή- πασης (τ)= αντιπρόσωπος της αρχής ,βοεβόδας
πεν ενέμεν (τ)= εδώ δεν κατεβαίνω
πεν περισιάν(τ)= τρισάθλιος
πέραν περού= πέρα για πέρα
περβόλ= τοίχος
περισιάν (τ)= βασανισμένος
περπελούχ(τ)= τέχνη του κουρέα
πέσκα= πλάγιασε
πεσκαθέτεν= πλαγιάστε
πεσλούχα= τουρκικό αργυρό νόμισμα
πετσιαρεύω (τ)= καταφέρνω
πέχτσε σε =δηλωτικό έκπληξης
πηήν= πηγή
πιακμιάζ (τ)= πετιμέζι
πιαλίτια (τ)= βελανιδιές
πιάλκι (τ)= ίσως
πιαλήν (τ)= γνωστό
πιασλιαεύομε (τ)= τρέφομε
πιδιαβαίν= δρασκελίσει ύψωμα, κρυφτεί
πιδεβασέα= να δρασκελίσει ύψωμα και να μη φαίνεται
πιαχλιβάνος (τ)= αθλητής
πεβολιστής= εμβολιαστής
πιδεβασέα= μέρος μακρινό
πιλιά (τ)= ακόμα
πιλιαζούχ (τ) = συνδετήρας της κάνης και του ξύλου
πιλιαμπίρ (τ)= ξαφνικά
πιλίκος= φάκελλος
πιλινεμέντζ= διάσημος
πινά (τ) = οικόπεδο, σπίτι με χωράφια
πινιάκ= πινάκιο
πινές= κοτέτσι
πιρνί= πρωί
πιρλιαμπίρ (τ)= ξαφνικά
πιρμπιρίμια= ανδράκλα (χόρτο)
πίσσα= σκοτεινή σαν πίσσα
πισέας= τσαπατσούλης
πισλούχα (τ) = ακαθαρσίες
πίσταυρα= σταυρωτά
πιτσίμ (τ)= σχήμα, σχέδιο
πιτύδια= πιτυές
πλαγιανός= λιγόμυαλος
πλαγκαικά  ή πλαγκέσ'= παραπέρα
πλαγκιάν= αποπέρα
πλακίν= πλάκα (πέτρα)
πλαμέρ= παραπέρα
πλέειν= περισσότερο
πλεθούυμενον= πράγμα που πληθαίνει, περισσεύει
 πλερούται=  καταντά, παθαίνει
πλερούνται= εκπληρώνονται
πλουμίν= χρώμα, χρωματιστό σχέδιο
πλύμψον= δώσε το πλυμίν
πλυμίν= βρασμένα χόρτα για την αγελάδα
πογιάδας (τ)= χρώματα
πογιατζής(τ)= ελαιοχρωματιστής
ποδαρέα= πατημασιά
Το μαστορείο και το πεγάδ' ση Σαντά
ποδεδίζω σας= να σας χαρώ , σας ικετεύω
ποδαρομύτ= μύτη του ποδιού
να ποδεδίζω= να χαρώ
πόϊ (τ)= ανάστημα
ποίγω= κάνω
ποίσον= κάνε
πόλια (τ)= μπόλικα
πόλικον= μπόλικο, άφθονο
πομπή= πόρνη
πονισκάται = πονεί
ποράν (τ)= βροχή από περαστικό σύννεφο
πορανόπον= ψιλοβρόχι
πορτλάχ (τ )= σκάνδαλο
ποσιάς (τ)= γύφτος
πόστ= ακατέργαστο δέρμα
πόστα= ταχυδρομείο
ποστάλια= παπούτσια
ποταμόκολε= που έχεις τον κώλο σου στον ποταμό
ποτία= ποτά
ποτρατζής (ρ)= εργολάβος
πουγαλεμένος= βασανισμένος
πουγιουρεύ (τ)= διατάζει
πουΐχ (τ)= μουστάκια
πούλ= πούλησε
πουλούλ= μεγάλο πιθάρι
πουλουλέα= όσο χωρεί το πιθάρι
πούμπα και πουμπαρόζ= άγνωστης σημασίας
πουμπούρ= πολύ στεγνό
πουρνά= αύριο
πουρνός= πρωί, πρωινό
πουρούν-ότι= καπνός
πουρτία= αποσκευές
πούσουλα= πυξίδα
πουσίντια= φρυγαδισμένα και αλεσμένα σιτηρά
πουσιντιάρ= το γυναικείο αιδοίο
πουσμάνεμαν (τ)= μετάνοια
πουσμανεύ(τ)= μετανιώνει
πουσμανεύνε(τ)= μετανοούν
πουσμαντζιλούχ (τ)= η μετάνοια
πουτσιάχ (τ)= εσωτερική γωνία
πουτσή= κόρη
πουτσίδια= κορίτσια
πουτσιδόπον= κοριτσάκι
ποχτσιά= χοντρό μάλλινο σάλι
πράττει= ταιριάζει
πρέσκεται= πρήζεται
πριχούν= πρωτού, πριν
προσονειδιάσματα= κοροϊδίες
πρόσωπον= το εξωτερικό του υφάσματος
πρωτιζνά= παλαιά

Ρ

ραγούν= ρακί
ραζής (τ) = συγκατατιθέμενος
ρακάν = προεξοχή, κύρτωμα βουνού
ραφίδια = δέματα
ραχατλαντούμ (τ) = αναπαύθηκα
ράχια = ράχη, πλάτη
ραχίν = βουνό, ράχη
ραχιοκέφαλα = βουνοκορφές
 ραχιόπον = βουναλάκι
ραχιόπουλον = εκείνος που μεγάλωσε στα βουνά
ρδάξον= να ανάψεις τον φούρνο
ρδανίν = καπνοδόχος
ρδόμος= δρόμος
ρδουβάν = βουτυρόκαδος του Πόντου
ρδίβω= κάνω θρύμματα , κατακοματιάζω
ρθύβ= κανει κομμάτια
ριασλιαεύ (τ) = τυχαίνει
ρόγα =ρεύμα
ροκοτσίπι = το ξύλο της ρόκας
ρουζ = πέφτει
ρούζνε = πέφτουν
ρούξιμον = πέσιμο
ρυτά= αμέσως
ρωμιογύριστος= Έλληνας που τούρκεψε

(τ) = τουρκική
(αρμεν )= αρμενική
(ρ)= ρωσική