Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Ποντιακό Λεξιλόγιο (Ιδίωμα Σαντάς) Σ

Σ
Καραβάν Σαράι

σααπής (τ) = κύριος, ιδιοκτήτης
σααψούζκον (τ) = χωρίς ιδιοκτήτη
σάγκα = κλειδαριά μεγάλη
σάγκι = σαν νά, σχεδόν
 σαγκωμένον = κλειδωμένο με κλειδαριά
σαγξάρ = πολυ ισχνό
σαεύω (τ)= εκτιμώ
σαεύνε (τ) = εκτιμούν
σαής (τ)= ιδιωτικός ταχυδρόμος
σακάτ (τ)= ανθυγιεινό
σακάτς (τ) = ανάπηρος
 σακονάρ = μέρος του αμπαριού όπου τοποθετούν σακκιά  με σιτηρά
σαλαχανάς (τ)= αλήτης
 σάλ = φορείο
σάλεψον= να αφήσεις την τιμωρία του
σαλεύ (τ) = απλώνει με δύναμη
σαμοντό= ευθύς ως
σαντάλ = στενόμακρο πλοιάριο
σανταλτζής= καπετάνιος  σανταλιού.
σαντούχ (τ) = σεντούκι, κάσα
σαντουχόπον= κασάκι
σαξίν = παλαιό, μισοσπασμένο,σαράβαλο
σάπρ (τ) = υπομονή
σάρα = επιληψία
Σαράι (τ) = Διοικητήριο
 σαράφς (τ)= χρηματιστής
σαρακοστιάτκα= μέσα στη σαρακοστή
σαριλεύκεται (τ) =τυλίγεται
σάτσ (τ) = σιδερένια πλάκα για να ψήνουν λαγάνες
σαχτάρ = στάκτη
σαχτάρια= στάχτες
σαχταρίτζα = χόρτο με στακτί χρώμα
σεβαΐν = μεταξωτό ύφασμα
 σεβκιλής (τ) = αγαπητός
σεβκιλήν (τ)= αγαπητό
σεβταλής (τ) = ερωτευμένος
σεβτά, σεβταλούς =έρωτας
σεβτίμ(τ)= αγάπησα
σείτια=ενώ
σελιαμετχούλ= χαιρετισμός
σελιάμουν αλεκιουμ (τ)= ειρήνη ημίν
σερασκέρ (τ)= αρχιστράτηγος
σερεύνε= μαζεύουν
σερεύ= μαζεύει
σέρευεν= μάζευε
σέρεψον= μάζευε
σευτελένια= από παντζάρια
σεφερπερλούκ (τ)= επιστράτευση γενική
σεφίλαινα (τ)= φρόνιμη
σεφίλκον (τ)= φρόνιμο
Σιαμάρ

σιαμάρ (τ)= σαμάρι
σιαμιαρλιάεψον= βάλε το σαμάρι στο ζώο
σιαμιαρόξυλο= ξύλα του σαμαριού
σιάλ (τ)= χοντρό μαλλινο ύφασμα
σιαλάχ (τ)= παραώριμο
σιαλβάρ (τ)= περισκελίδα
σιαπιάκ (τ)= αιτία
σιαβάχ (τ)= χαράματα
σιαλιάκ (τ)= φόρτωμα
σιαλιακιάζ= βάζει το σκοινί στο φορτίο
σιαλιαχόπον = μικρό φορτίο
σιαματάδας (τ) = θόρυβος
σιαμαρέα= μπάτσο
σιαματά (τ)= θόρυβος
σιαφιάρ (τ)=φορά, ταξίδι
σιαρίν(τ)= ίσκιος
σιαρίνια (τ)= σκιερά
σιασεύνε (τ) = απορούν
σιασιρεύ (τ) = κάνει λάθος
 σιασιρεμέντζα = εκείνη που τάχει χαμένα
σιάφλα = σάλιο
σιαφλέας = σαλιάρης
σιαφλίζ = σαλιαρίζει
σιασχάλκα = σαν να τάχασε
σιβάν = ίσιο σαν λαμπάδα
σισιά (τ) = μπουκάλι
σιγκία (τ)= λόγχες
σίδερον= άγκυρα
σιλιά (τ)= μπάτσο, σκαμπίλι
σιλίαδας (τ)= μπάτσοι
σιλ σιάχ (περσ)= κατάμαυρο
σιμσάκα= σκνίπα
σίναν= σε ποιον
σίνος= σε ποιου
σίνα= θηλειά
σινέα= βαφή
Μοίρασμα Σουρβά.
 φωτο απο μνημόσυνο των Σανταίων στη Παναγία Σουμελά
σιρβά (τ)= σούπα από χοντροαλεσμένο καλαμπόκι, σιτάρι ή κριθάρι
σιρ (περσ)= γιαούρτι σε σακκούλι που ξεραίνεται στον ήλιο
σιρίν (τ)= κοπάδι
σιτσιρτμάδας (τ)= σκατόπαιδα
σισιά (τ)= φιάλη
σιφτάν= επαρκεί
σιφτιάν (τ)= πρώτα
σιφτιαζνός= πρώτος
σιχνιά= κάνει σημάδι
σκαλοπόδια= σκαλοπάτια
σκέντρια= κεντρί
σκεπάρ= σκεπάρνι
σκεπίδ= σφήκα
σκεπαρόχτιστος = χοντροκαμωμένος
 σκευϊκά = σκεύη
σκίεις = σχίζεις
σκίσον = πέρασε από τή μέση
σκηρόν= πυκνό, πηχτό
σκιγμένον= ραγισμένο
σκίσον= να διασχίσεις, να περάσεις από τη μέση
σκλεπέας= κασιδιάρης
σκότεινα= πρωινό μισισκόταδο
σκού= σήκω
σκούλος= σκέλος
σκοινία κοντά= ψυχομάχημα
σκούται= σηκώνεται
σκουτέλ= πήλινο δοχείο βερνικωμένο
σκουτουλίζνε= μοσχομυρίζουν
σκυλάζ= βρωμά σαν σκύλος
 σκυλάπιστος = πολύ άπιστη
σοάχα= σοκάκια, στενωποί
σόϊ (τ)= γένος, γενιά
σοεύνε (τ)= ληστεύουν
σοϊλέ (τ)= πες
σολεύνε= ξεθωριάζουν
σολούχ (τ)= στιγμή
σούκ, σκού= σήκω
σουλατζήδες= ξενιτιάρηδες
σουλάχα (τ)= όπλα
σουμά= κοντά
σουμάδ= αρραβώνας
σουμαρλαεμένον= παραγγελία
σουμαρλάεψον = να παραγγείλεις
σουμώνε= πλησιάζουν
σουμώντζ= πλησιάζεις
σουνανεύω (τ)= δοκιμάζω
σουρατσιά(τ)= ανίατη πληγή
σους= σώπα
σού= επειδή, αφού
σκών και θέκ= πολύ συχνά αναφέρει
σκώννε= σηκώνουν, κηδεύουν
σκώντζ= σηκώνεις
σκωρίδ= λεπτή σκωρια
σκώσον ποδάρ= περπάτα γρήγορα
σπάνε= σκάνουν
σπαλέρια= στηθόδεσμοι γυναικών
σπασμονή = σκάσιμο
σπιχτόν= σφιχτό, δυνατό
σπορίδια = τεμάχια τα οποία χωρίζεται το χωραφι στη σπορά
στά= στάσου
σταλαγμίτα= σταλαγματιά
σταμνία= μεγάλες στάμνες χαλκωματένιες
στέβος = στέγη
στέκνε= στέκουν, μένουν
στελία = στελλιάρια
στελίν= στυλιάρι
στένω = στερεώνω
στέρια = σιγά
στερέν= στματά
στερεμονή= σταμάτημα, ησυχία
στόλ (ρωσ.) = τραπτέζι
στόλον = στολισμό
στούδια = κόκαλα
στουλάρ = στύλος
στουπίν εγέντον= παραμέθυσε
στόχεψον = πρόσεξε
στρατεία = εκστρατεία
στρεφτιάρ= πώμα τηγανιού
Στύπα (τουρσί μελιντζάνες)

στύπα= τουρσιά
στύπον = ξυνό
στυχαριάζ = φέρνει είδηση χαροποιά
συγερά= γερά μαζί με...
συγκείται= αναλογεί, επαρκεί
συγκόρτζια= κορίτσια συνομίληκα
συγκλί κουντάν = λυγίζουν
 συγκοινώντζα = η πρώτη γυναίκα
συγκόρτσια= συνομίλησα
συενούς= συγγενείς
συενότε= συγγένεια
συμπαίδια= συνομίληκα αγόρια
σύμπιρνα= πολύ πρωί
συνέρται= συμφέρει, ωφελεί
συνεργά με= αισθάνομαι ρίγος
συνεργεία= ενέργεια, συνεργασία
συνετάγαμε= συμφωνήσαμε
συνεφάδια= οι γυναίκες των αδελφών
σύνοδος= συνεδρίαση
σύνυχτα= με την αυγή
συντεκνία= κουμπαριό
σύντεκνος= κουμπάρος
σύρ' άτα= τα υποφέρω
σύρω κα= τραβώ τα κάρβουνα στη πόρτα
σύρω κάμποσα= πίνω μερικά ποτήρια
σύρ' η ψύ 'μ= έχω όρεξη, διαθεση
σύρκουμαι= αποσύρομαι
σύρκομε και σύρκουμες= ταλαιπωριόμαστε
σύρω= τραβώ λίγο ποτό
συρεύ= τραβά
συχαρεμένα= πολύ χαρούμενα
σώγαμπρος= ο γαμπρός που αναλαμβάνει καθήκοντα και δικαιώματα γιού
σώεις= μπορείς να κουβαλήσεις
σώξναι= να σώσω
σως= σώπα