Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Ποντιακό Λεξιλόγιο (Ιδίωμα Σαντάς) Σ

Σ
Καραβάν Σαράι

σααπής (τ) = κύριος, ιδιοκτήτης
σααψούζκον (τ) = χωρίς ιδιοκτήτη
σάγκα = κλειδαριά μεγάλη
σάγκι = σαν νά, σχεδόν
 σαγκωμένον = κλειδωμένο με κλειδαριά
σαγξάρ = πολυ ισχνό
σαεύω (τ)= εκτιμώ
σαεύνε (τ) = εκτιμούν
σαής (τ)= ιδιωτικός ταχυδρόμος
σακάτ (τ)= ανθυγιεινό
σακάτς (τ) = ανάπηρος
 σακονάρ = μέρος του αμπαριού όπου τοποθετούν σακκιά  με σιτηρά
σαλαχανάς (τ)= αλήτης
 σάλ = φορείο
σάλεψον= να αφήσεις την τιμωρία του
σαλεύ (τ) = απλώνει με δύναμη
σαμοντό= ευθύς ως
σαντάλ = στενόμακρο πλοιάριο
σανταλτζής= καπετάνιος  σανταλιού.
σαντούχ (τ) = σεντούκι, κάσα
σαντουχόπον= κασάκι
σαξίν = παλαιό, μισοσπασμένο,σαράβαλο
σάπρ (τ) = υπομονή
σάρα = επιληψία
Σαράι (τ) = Διοικητήριο
 σαράφς (τ)= χρηματιστής
σαρακοστιάτκα= μέσα στη σαρακοστή
σαριλεύκεται (τ) =τυλίγεται
σάτσ (τ) = σιδερένια πλάκα για να ψήνουν λαγάνες
σαχτάρ = στάκτη
σαχτάρια= στάχτες
σαχταρίτζα = χόρτο με στακτί χρώμα
σεβαΐν = μεταξωτό ύφασμα
 σεβκιλής (τ) = αγαπητός
σεβκιλήν (τ)= αγαπητό
σεβταλής (τ) = ερωτευμένος
σεβτά, σεβταλούς =έρωτας
σεβτίμ(τ)= αγάπησα
σείτια=ενώ
σελιαμετχούλ= χαιρετισμός
σελιάμουν αλεκιουμ (τ)= ειρήνη ημίν
σερασκέρ (τ)= αρχιστράτηγος
σερεύνε= μαζεύουν
σερεύ= μαζεύει
σέρευεν= μάζευε
σέρεψον= μάζευε
σευτελένια= από παντζάρια
σεφερπερλούκ (τ)= επιστράτευση γενική
σεφίλαινα (τ)= φρόνιμη
σεφίλκον (τ)= φρόνιμο
Σιαμάρ

σιαμάρ (τ)= σαμάρι
σιαμιαρλιάεψον= βάλε το σαμάρι στο ζώο
σιαμιαρόξυλο= ξύλα του σαμαριού
σιάλ (τ)= χοντρό μαλλινο ύφασμα
σιαλάχ (τ)= παραώριμο
σιαλβάρ (τ)= περισκελίδα
σιαπιάκ (τ)= αιτία
σιαβάχ (τ)= χαράματα
σιαλιάκ (τ)= φόρτωμα
σιαλιακιάζ= βάζει το σκοινί στο φορτίο
σιαλιαχόπον = μικρό φορτίο
σιαματάδας (τ) = θόρυβος
σιαμαρέα= μπάτσο
σιαματά (τ)= θόρυβος
σιαφιάρ (τ)=φορά, ταξίδι
σιαρίν(τ)= ίσκιος
σιαρίνια (τ)= σκιερά
σιασεύνε (τ) = απορούν
σιασιρεύ (τ) = κάνει λάθος
 σιασιρεμέντζα = εκείνη που τάχει χαμένα
σιάφλα = σάλιο
σιαφλέας = σαλιάρης
σιαφλίζ = σαλιαρίζει
σιασχάλκα = σαν να τάχασε
σιβάν = ίσιο σαν λαμπάδα
σισιά (τ) = μπουκάλι
σιγκία (τ)= λόγχες
σίδερον= άγκυρα
σιλιά (τ)= μπάτσο, σκαμπίλι
σιλίαδας (τ)= μπάτσοι
σιλ σιάχ (περσ)= κατάμαυρο
σιμσάκα= σκνίπα
σίναν= σε ποιον
σίνος= σε ποιου
σίνα= θηλειά
σινέα= βαφή
Μοίρασμα Σουρβά.
 φωτο απο μνημόσυνο των Σανταίων στη Παναγία Σουμελά
σιρβά (τ)= σούπα από χοντροαλεσμένο καλαμπόκι, σιτάρι ή κριθάρι
σιρ (περσ)= γιαούρτι σε σακκούλι που ξεραίνεται στον ήλιο
σιρίν (τ)= κοπάδι
σιτσιρτμάδας (τ)= σκατόπαιδα
σισιά (τ)= φιάλη
σιφτάν= επαρκεί
σιφτιάν (τ)= πρώτα
σιφτιαζνός= πρώτος
σιχνιά= κάνει σημάδι
σκαλοπόδια= σκαλοπάτια
σκέντρια= κεντρί
σκεπάρ= σκεπάρνι
σκεπίδ= σφήκα
σκεπαρόχτιστος = χοντροκαμωμένος
 σκευϊκά = σκεύη
σκίεις = σχίζεις
σκίσον = πέρασε από τή μέση
σκηρόν= πυκνό, πηχτό
σκιγμένον= ραγισμένο
σκίσον= να διασχίσεις, να περάσεις από τη μέση
σκλεπέας= κασιδιάρης
σκότεινα= πρωινό μισισκόταδο
σκού= σήκω
σκούλος= σκέλος
σκοινία κοντά= ψυχομάχημα
σκούται= σηκώνεται
σκουτέλ= πήλινο δοχείο βερνικωμένο
σκουτουλίζνε= μοσχομυρίζουν
σκυλάζ= βρωμά σαν σκύλος
 σκυλάπιστος = πολύ άπιστη
σοάχα= σοκάκια, στενωποί
σόϊ (τ)= γένος, γενιά
σοεύνε (τ)= ληστεύουν
σοϊλέ (τ)= πες
σολεύνε= ξεθωριάζουν
σολούχ (τ)= στιγμή
σούκ, σκού= σήκω
σουλατζήδες= ξενιτιάρηδες
σουλάχα (τ)= όπλα
σουμά= κοντά
σουμάδ= αρραβώνας
σουμαρλαεμένον= παραγγελία
σουμαρλάεψον = να παραγγείλεις
σουμώνε= πλησιάζουν
σουμώντζ= πλησιάζεις
σουνανεύω (τ)= δοκιμάζω
σουρατσιά(τ)= ανίατη πληγή
σους= σώπα
σού= επειδή, αφού
σκών και θέκ= πολύ συχνά αναφέρει
σκώννε= σηκώνουν, κηδεύουν
σκώντζ= σηκώνεις
σκωρίδ= λεπτή σκωρια
σκώσον ποδάρ= περπάτα γρήγορα
σπάνε= σκάνουν
σπαλέρια= στηθόδεσμοι γυναικών
σπασμονή = σκάσιμο
σπιχτόν= σφιχτό, δυνατό
σπορίδια = τεμάχια τα οποία χωρίζεται το χωραφι στη σπορά
στά= στάσου
σταλαγμίτα= σταλαγματιά
σταμνία= μεγάλες στάμνες χαλκωματένιες
στέβος = στέγη
στέκνε= στέκουν, μένουν
στελία = στελλιάρια
στελίν= στυλιάρι
στένω = στερεώνω
στέρια = σιγά
στερέν= στματά
στερεμονή= σταμάτημα, ησυχία
στόλ (ρωσ.) = τραπτέζι
στόλον = στολισμό
στούδια = κόκαλα
στουλάρ = στύλος
στουπίν εγέντον= παραμέθυσε
στόχεψον = πρόσεξε
στρατεία = εκστρατεία
στρεφτιάρ= πώμα τηγανιού
Στύπα (τουρσί μελιντζάνες)

στύπα= τουρσιά
στύπον = ξυνό
στυχαριάζ = φέρνει είδηση χαροποιά
συγερά= γερά μαζί με...
συγκείται= αναλογεί, επαρκεί
συγκόρτζια= κορίτσια συνομίληκα
συγκλί κουντάν = λυγίζουν
 συγκοινώντζα = η πρώτη γυναίκα
συγκόρτσια= συνομίλησα
συενούς= συγγενείς
συενότε= συγγένεια
συμπαίδια= συνομίληκα αγόρια
σύμπιρνα= πολύ πρωί
συνέρται= συμφέρει, ωφελεί
συνεργά με= αισθάνομαι ρίγος
συνεργεία= ενέργεια, συνεργασία
συνετάγαμε= συμφωνήσαμε
συνεφάδια= οι γυναίκες των αδελφών
σύνοδος= συνεδρίαση
σύνυχτα= με την αυγή
συντεκνία= κουμπαριό
σύντεκνος= κουμπάρος
σύρ' άτα= τα υποφέρω
σύρω κα= τραβώ τα κάρβουνα στη πόρτα
σύρω κάμποσα= πίνω μερικά ποτήρια
σύρ' η ψύ 'μ= έχω όρεξη, διαθεση
σύρκουμαι= αποσύρομαι
σύρκομε και σύρκουμες= ταλαιπωριόμαστε
σύρω= τραβώ λίγο ποτό
συρεύ= τραβά
συχαρεμένα= πολύ χαρούμενα
σώγαμπρος= ο γαμπρός που αναλαμβάνει καθήκοντα και δικαιώματα γιού
σώεις= μπορείς να κουβαλήσεις
σώξναι= να σώσω
σως= σώπα